Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Ποιήματα





Πρόβα Επιστροφής

Χρειάζεται πρόβες για να βγει στη σκηνή η μοναξιά
εκτός κι αν την κλωτσήσει η απόγνωση
ή την τραβήξει κανένας Ρωμαίος με το τσιγκέλι
με κίνδυνο βέβαια να σου βγάλει και την ψυχή αργότερα
και κει που απάγγειλες:
«ω Ρωμαίο, γιατί να είσαι ο Ρωμαίος μου;»
να  αλλάξεις έργο και απαγγελία σε:
«να ζει κανείς ή να μη ζει; Ιδού η απορία».
Άσε που θα σου μείνουν και στην κατάψυξη
τα χειροκροτήματα.







Ζωή στην Υγειά  σου


Για να πιεις τη ζωή στην υγειά σου
κέρνα μια πόρτα στον κύκλο
πέρνα κάτω από το ΑΛΛΑ
με σκυφτές φιλοδοξίες
κλότσα μακριά το Μήπως
και πνίξε το Ίσως με γυμνά χέρια
άσε πίσω το μποστάνι
με τους βαλσαμωμένους πόθους
κι όταν φτάσεις στο αμπέλι
σκιάξε τα σκιάχτρα

Αυτό ήταν, έφτασες.
Στύψε τώρα σταφύλια και μεθοκόπα·
άσε τα υπόλοιπα στα πουλιά,
κόψε δρόμο να βγεις στη λεωφόρο,
και κάνε ωτοστόπ ένα όνειρο
να σε παίρνει τις νύχτες.







Αμαρτωλός Δισταγμός

Μπορώ να μείνω αν θέλεις
μπορείς να φύγεις αν θέλω
καμιά ελευθερία επιλογής
δεν εκβιάζεται.
Ο χορός είναι για δύο
το βήμα αργά λικνίζεται
τον φόβο μη πατήσει·
τη θέληση αργά να εξορύξει.
Η ανάδυση της ψυχής
χειρουργικά επιχειρείται
κι ο έρωτας σιωπηλός παραστάτης·
το καρδιογράφημα της ελπίδας
παραμένει αθάνατο

Το σεντόνι
απλώνεται σαν πέπλο σάρκινο
στη νεκρή μας αίσθηση·
μας ξυπνάει ο βαθύς ίσκιος·
τώρα όλα βαδίζουν
στον δρόμο του φωτός
κι ο δισταγμός
η μόνη αμαρτία μας.







Η Λογική της Ουτοπίας

Θα βγούμε σε μια άλλη πολιτεία
να βαδίσουμε πιασμένοι απ’ το χέρι
σε λεωφόρους καταπράσινης χλόης·
ανθρώπους ευωδιαστούς να διασχίσουμε
απ’ άκρη σ’ άκρη της ψυχής τους

Εμείς μπορούμε.
Ο νους μας δε σταματά
στα Θα, τα Να και τα Όταν·
δρασκελίζουμε τις προτάσεις
καταπίνουμε τις λέξεις ακέραιες
τον πόνο μας δε νοθεύουμε

Μας κέρδισε η πηγή της χαράς
στηρίζοντας την ουτοπία στη λογική μας.








Στη Χώρα της  Μοναξιάς

Κάνει παγωνιά απόψε.
Σ’ αυτή τη χώρα ο έρωτας πέτρωσε·
σ’ αυτόν τον χρόνο
τίποτα δεν ζει στην ώρα του.
Είναι ξένοι οι δρόμοι·
μακριά απ’ της καρδιάς τους νόμους
καμιά επανάσταση δεν άνθισε.
Οι φλόγες πυρώνουν
τα οδοφράγματα της ασφάλειας·
κάνει κρύο στεγνό
και τα χόρτα έζωσαν
ως ψηλά την μοναξιά.

Έξω βρέχει βιολέτες
σαν σφαίρες τρυπούν
της παιδικής ζωγραφιάς το δέρμα·
κανένα βλέμμα δεν κυκλοφορεί
έξω απ’ το σώμα απόψε·
καμιά έκθεση δεν θα άντεχε
στον πειρασμό της λαβωματιάς.
Κάνει παγωνιά,
η κέρινη φλόγα του φόβου
μούδιασε την ανάσα.
Τρεμοσβήνω κι αντέχω.
Πως αντέχω να τρεμοσβήνω; 







Πρώτο – Τελικό Ραντεβού

Ήρθε στο ραντεβού με βαμμένα τα χείλη
στο χρώμα της υπόσχεσης
Φορούσε θηλιά στο λαιμό
και σκουλαρίκια δυο τρεις κρεμάλες·
ήταν διάφανη
διάβαζα μέσα της
τα ονόματα των δημίων

Παρήγγειλε μια μερίδα πάγο σκέτο
εγώ ένα ποτήρι ξεχειλισμένο κενό
με ντεκόρ μια ομπρελίτσα να ‘χω πρόχειρη
μη με μουσκέψει  η περιφρόνηση

 Στο τέλος φώναξα τον σερβιτόρο να πληρώσω
αλλά μου είπε: «κερασμένη από μένα η φάρσα σας»,
κι έφυγε σκασμένος στα γέλια

Τέλος, δώσαμε μια φιλοφρόνηση χειραψία
έχωσα στη τσέπη μου κάτι ψιλό-πόθους που μου ξύπνησε,
και βγήκαμε στον δρόμο
από διαφορετική μοναξιά

Όταν έφτασα σπίτι ένιωσα
μια ξεχασμένη γροθιά στο στομάχι.







Ο Μαυροπίνακας

Ανέβηκα στον μαυροπίνακα με θράσος
κι έσβησα τους δασκάλους της ζωής μου.
Σήκωσα τον πατέρα μου στο μάθημα:
«Ήρθες διαβασμένος;» - Τον ρώτησα
ή οδεύεις προς ανεπρόκοπο γάμο
και θα μου ξεριζώσει τις φαβορίτες η ζωή

Σήκωσα μετά τη μάνα μου
και θαύμασα το μπλε των ματιών της
στη θάλασσά μου.
«Ας κρύβει το γάλα σου συγχώρεση», είπα
κι όλοι οι βλαστοί της γης θα ανθίσουν ξανά

Δεν έκρυβε ούτε μια εκτέλεση το βλέμμα μου
σκότωσα μικρός τα φαντάσματά τους.






Απουσία


Απουσιάζω
αν θέλετε να μιλήσετε με τον παλιό εαυτό μου πατήστε το 1
αν θέλετε να μιλήσετε μ' αυτό που γίνομαι πατήστε το 2
αν θέλετε να μιλήσετε με το όνειρό μου
πληκτρολογήστε κενό
και πιέστε το πλήκτρο της απόγνωσης
που βρίσκεται κάτω από την έλλειψη.
Για να με βρείτε
σκάψτε.






Το Ζητούμενο

Το ζητούμενο δεν είναι
να υποστηρίζεις
την παλιά εικόνα σου·
η δύναμή σου είναι
να την επιτρέπεις να ξεθωριάζει
στο χρόνο,
και με το άλλο χέρι
να τη ζωγραφίζεις ξανά
σε λευκή κόλλα
με χέρι παιδικό
κι ατάραχο.






Η Ερωμένη

H ερωμένη επιμελώς ξεχνά
ένα μαντήλι με το άρωμά της
στο σπίτι του εραστή·
για να τη νοσταλγεί,
και για να θυμάται να επιστρέφει
στο μέρος που άφησε
την ψυχή της.






Καθολική Γνωριμία

Όταν σ’ αγγίζω ριγείς
-αυτή είναι η αλήθεια.
Κι όταν με πλησιάζεις αναστατώνομαι
-αυτή είναι μια ακόμα αλήθεια

Όταν ανάβουμε το κερί στο τραπέζι όμως
και κουβεντιάζουμε με τις ώρες
… δεν είναι για να γνωριζόμαστε

Αυτό το κάνουμε
όταν μπαίνουμε ο ένας
μέσα στον άλλο.



Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Ποιητικό Δοκίμιο - Πειθούς




Δίχως την ποίηση δεν θα είχαμε σημείο αναφοράς,
θα βουλιάζαμε άμορφοι στο άμορφο.
Διότι το σημείο αναφοράς δεν μπορεί να είναι κάτι άλλο,
παρά σύνθεση.
Και η σύνθεση δημιουργεί των πραγμάτων την υπόσταση.
Δίχως των πραγμάτων την υπόσταση
δεν μπορεί να λειτουργήσει ο νους, επέρχεται παραφροσύνη.
Άρα μέσα από την ποίηση - τέχνες σύνθεσης
αλλά και την πίστη ως συνδετικό ιστό,
υπάρχουμε το δυνατόν συγκεκριμένα.
Πάραυτα η ποίηση δεν παρέχει ψυχική διαστρωμάτωση. 
Άρα διεισδύει βαθύτερα κι από το υπόστρωμα της πίστης
για να αναδεύει νέους σχηματισμούς’ νέες μορφοποιήσεις. 
Καθαγιάζει την πίστη καθώς την διαπερνά.
Συνεπώς παράγει νέα πίστη, νέες αξίες, νέες μορφές αντίληψης.
Η ποίηση ενδύει, ενσαρκώνει τον δημιουργό της,
τον σχηματίζει αναγνωρίζοντάς τον καθώς τον ξεπερνά.
Μορφοποιεί της ψυχής τον ψίθυρο, προβιβάζοντας την ύπαρξη
στο μεγαλείο της εν ζωή.
Ο αναγνώστης που ποίηση κατανοεί, τον εαυτό του κατανοεί,
και συμμετέχει ενεργά στην πρόοδο και την εξέλιξη.
Εκείνος που απέχει από την ποίηση, και γενικότερα από τις τέχνες,
απέχει από την δημιουργία, το πρώτο συστατικό δηλαδή της εξέλιξης.
Δεν μπορεί να είναι παραγωγικός σε κανέναν τομέα της ζωής του.
Η ψυχή που αδυνατεί να εκφραστεί μέσω της ποίησης,
ή μία εκ των τεχνών, δεν μειονεκτεί σε κανέναν τομέα αν μπορεί να απολαύσει,
να κατανοήσει και να συνθέσει ως αποδέκτης.
Ο παρανομαστής της πληρότητας, δεν είναι η δημιουργία, ούτε η σύνθεση,
παρά μόνο η ικανότητα αφομοίωσης του αποτελέσματος.

Εκείνος που αφομοιώνει επαρκώς το αποτέλεσμα, σε κάθε μορφή τέχνης,
εσωκλείνει ήδη όλη την δημιουργική διαδικασία, κάτω από το βλέμμα του.
Με λίγα λόγια, το να κατανοεί κάποιος ποίηση - τέχνη, είναι πιο σημαντικό απ’ το να παράγει.
Και εκείνος που το κάνει με ευκολία κι απόλαυση,
δεν απέχει πολύ από την προσωπική - βιωματική του ολοκλήρωση.

Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

Ο Γέρος και ο Πλάτανος - 2





Συνέχεια από το προηγούμενο:


Συντελέστηκε έτσι ένας δεσμός. Ακατανόητος ακόμα για τις φτωχές γνώσεις που έχουμε για τον ψυχικό κόσμο των δέντρων και σίγουρα μυστικός από τον νεαρό. Αυτό που ένιωθε έντονα μόνο ήταν μια παράξενη έλξη να περνάει κοντά στο δέντρο τις ποιο έντονες στιγμές του. Εκείνες που θα συντελούσαν στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του. 

*


 Ο νέος ξεπέρασε δύσκολα τον πρώτο του έρωτα. Κάθε που ζύγωνε όμως κοντά στο πλατάνι ένιωθε ζεστασιά και μια γλύκα στην καρδιά που έκανε την ψυχή του να γεμίζει κουράγιο κι ελπίδα για τη ζωή και το αίσθημα της μοναξιάς να παραμερίζεται με έναν μαγικό τρόπο. Έτσι, αφού ο κάθε άνθρωπος θέλει να νιώθει το βέλτιστο και το πιο υψηλό που δύναται, που τον έχανες που τον έβρισκες τον νεαρό, κάπου εκεί γύρω θα τριγύριζε, με ένα στυλό και ένα σημειωματάριο στο χέρι τώρα όμως, διότι μέσα στον πόνο του, μια ξαφνική επιθυμία τον συνεπήρε και μια λυτρωτική και επιτακτική έμπνευση τον κέρδισε, που έκανε τη σκέψη του να φτερουγίζει αδιάκοπα, αναζητώντας στον πολύχρωμο κόσμο του αγνώστου, τις πιο εκλεπτυσμένες λέξεις και τα πιο ακριβοθώρητα νοήματα. Με τον χρόνο το βλέμμα του βάθυνε στην μορφή του και η εικόνα του ενδύθηκε μια στοχαστική ερμηνεία και μια γλυκιά θλίψη που τον έκανε διαρκώς να αποζητά την μοναχικότητα. Μέχρι που μια μέρα, βρήκε το κουράγιο κι ανέβηκε τα σκαλοπάτια του δημαρχικού μεγάρου. Απαίτησε από τον δήμαρχο να ολοκληρωθεί το πάρκο με κάθε προδιαγραφή του και οι κάτοικοι της γειτονιάς στάθηκαν στο πλευρό του. Σύντομα οι μπουλντόζες έπιασαν δουλειά και ένα όμορφο πάρκο απόκτησε μορφή. Έσπειραν χλόη και φύτεψαν σε πολλά σημεία διάφορα μικρά δέντρα. Δημιούργησαν διαδρόμους με όμορφες πετρώδεις πλάκες και στερέωσαν παγκάκια σε διάφορες γωνιές που σε λίγο καιρό θα αποκτούσαν ίσκιους. Ο πλάτανος καμάρωνε τώρα σαν άρχοντας στο μέσον των νεαρών υπηκόων του. Κι όταν τέλειωσαν οι εργασίες με τις διάφορες σωληνώσεις που θα δρόσιζαν ετούτο τον μικρό παράδεισο…Έλαμπε ικανοποιημένος απ’ τις ρίζες μέχρι τα ακρόκλαδά του κι έπινε με απόλαυση την υγρασία που διαπερνούσε τους ιστούς του.

Οι άνθρωποι αγάπησαν το μεγάλο δέντρο και συνήθισαν την παρουσία του νεαρού κοντά του. Σε βαθμό να τους συνδέσουν στη σκέψη τους κι έτσι καμιά παραξενιά δεν φανέρωνε το βλέμμα τους σαν τον έβλεπαν να γράφει συλλογισμένος κάτω από την σκιά του. Ένα απόγευμα τον είδαν να γρατζουνά μελωδικά μια φτηνή κιθάρα και να σιγομουρμουρίζει τους στίχους του. Στην αρχή δεν έδωσαν σημασία, όμως σύντομα ο άνεμος της μουσικής άγγιξε τις καρδιές των νέων, που τριγύριζαν στο πάρκο, κι έτσι καθιέρωσαν ένα σιωπηλό ραντεβού μαζί του. Με το που έφτανε το δειλινό δεκάδες νεαροί και κοπέλες μαζεύονταν εκεί με μπύρες κι αναψυκτικά για να τον ακούσουν. Μέχρι που από στόμα σε στόμα το γεγονός πήρε διαστάσεις κι όλο συνέρεαν περισσότεροι άνθρωποι. Ο νέος συνέχιζε να γράφει. Με μια θεόπνευστη έμπνευση που μόνο ένας αθεράπευτα ρομαντικός θα ερμήνευε ότι το θρόισμα των φύλλων, το παιγνίδισμα της σελήνης και του φωτός μέσα απ’ τις φυλλωσιές του δέντρου, τού ψιθύριζαν στο αυτί τα μυστικά τους.

Μια μέρα ένας ψαρομάλλης μεσήλικας, που τον άκουγε καιρό τώρα, τον πλησίασε κι άνοιξε κουβέντα μαζί του. Οι άνθρωποι είδαν το πρόσωπο του νεαρού να φωτίζεται και να ανοίγει πρόθυμα το τετράδιο με τις σημειώσεις του. Ο άνδρας τις μελέτησε για ώρα κι ύστερα έδειξε συλλογισμένος. Έσφιξε το χέρι του νεαρού και σηκώθηκε από το παγκάκι. Ο νέος έμοιαζε περήφανος κι απ’ την άλλη μέρα δεν τον είδε ουδείς ξανά στο πάρκο. Στην γειτονιά ψιθυρίστηκε πως ο μεσήλικας ήταν ένας αναγνωρισμένος συνθέτης κι ότι προσκάλεσε τον νεαρό να φύγει μαζί του στο εξωτερικό. Έτσι είχε γίνει και η μητέρα του, αν και απρόθυμη στην αρχή, τελικά συνηγόρησε και αγκάλιασε με θέρμη τον γιο της. Ο πατέρας του επέμενε ότι καλό θα ήταν να μείνει κοντά τους και να διδαχθεί την βέβαιη τέχνη του ψαρά αλλά ο νεαρός απάντησε πως ήδη την κατέχει κι ότι ψάρευε σε βαθιά νερά θεϊκές εντυπώσεις. Ο φτωχός άντρας δεν πολυκατάλαβε τι εννόησε ο γιος του αλλά μη θέλοντας να προδώσει την άγνοιά του, κούνησε καταφατικά το κεφάλι και φρόντισε να του τονίσει ότι δεν του περίσσευαν χρήματα για να τον βοηθήσει στις σπουδές του, όπως σκόπευε. Ο γιος είπε στον πατέρα να μην ανησυχεί κι ότι θα τα κατάφερνε. «Μια προδιαγραμμένη πορεία τίποτα δεν μπορεί να την εμποδίσει», είπε συγκεκριμένα. Ο πατέρας δεν κατάλαβε για άλλη μια φορά. Άδραξε όμως λίγη εμπιστοσύνη από το βλέμμα της γυναίκας του κι έτσι η σκέψη του έπαψε να γεννά ερωτήσεις. Ο νεαρός σε λίγες μέρες έφυγε μαζί με τον μεσήλικα κύριο για το εξωτερικό. Εκεί γράφτηκε σε μια σχολή μουσικής και ταυτόχρονα έπιασε μια συνηθισμένη δουλειά. Ο συνθέτης τον στήριξε στην προσπάθειά του με όλες του τις δυνάμεις και τις γνωριμίες του κι έτσι, σε λίγα χρόνια, όσα είχε πιστέψει για το ταλέντο του νεαρού επαληθεύτηκαν κι ένιωθε περήφανος για την επιλογή του. Όταν η νεότητα παραχώρησε τη θέση της στην ωριμότερη ηλικία…Οι άνθρωποι απολάμβαναν τις μελωδίες του συνθέτη που έμοιαζε να έχει κατακτήσει τις καρδιές τους πέφτοντας από τον ουρανό. Σε όλη ετούτη τη διάρκεια του χρόνου, οι κάτοικοι της γειτονιάς παρατηρούσαν θλιμμένοι το υπέροχο δέντρο να μαραζώνει μέρα με τη μέρα. Ουδείς πρόσεξε πως την επομένη κιόλας μέρα της αποχώρησης του νεαρού, ένα παχύ στρώμα από ξεραμένα φύλλα είχε καλύψει τις πλάκες τους πάρκου. Αργότερα όμως παρατήρησαν το γεγονός κι ανησύχησαν. Ο πλάτανος φανέρωνε φθινοπωρινή συμπεριφορά μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού. Έγδυνε από το σώμα του την καταπράσινη φορεσιά και ντύνονταν σε ένα βαθύ πέπλο φθινοπωρινής θλίψης. Τότε φώναξαν τον γεωπόνο του δήμου που τσάκισε ένα κλαδί και το πήρε μαζί του στο εργαστήριο. Πήρε και μια φούχτα χώμα απ’ το κοντινό του κι όλα μαζί τα εναπόθεσε στην εξακριβωτική ματιά της επιστημονικής μελέτης. Έσπαγε το κεφάλι του για μέρες να κατανόηση τι στη ευχή συνέβαινε αλλά δεν κατέληξε σε κανένα συμπέρασμα. Όλες οι συνθήκες έμοιαζαν να είναι περισσότερο από ικανοποιητικές για την ανάπτυξή του. Κι όμως, εκείνο συνέχιζε να ρίχνει τα φύλλα του και σύντομα έμοιαζε σαν πουλί που μαδούσε τα φτερά του. Ως που τελικά ο γεωπόνος παραιτήθηκε από την προσπάθεια κι οι κάτοικοι συνήθισαν την νέα όψη του δέντρου. Που έμοιαζε να έχει παραιτηθεί από τη ζωή. Σαν αναποφάσιστο, να συλλογίζεται στο μέσον της διάθεσης, να ζήσει ή να πεθάνει. Ουδείς συνέδεσε το γεγονός της αναχώρησης του νεαρού με την κατάρρευση του δέντρου. Και γιατί άλλωστε να το κάνει; Δεν υπήρχε κανένας λόγος.

Ο χρόνος δεν δίνει δεκάρα για ό,τι απασχολεί ανθρώπους και δέντρα. Εκείνος συνεχίζει να κυλάει στον μοναδικό ρυθμό που γνωρίζει. Κάθε ευεργέτημα ή κακούργημα το εσωκλείει εντός του και είναι αναπόσπαστο κομμάτι των ιδιοτήτων του. Κι είναι οι άνθρωποι εκείνοι, που πρέπει να ανακαλύψουν την μαγική συνταγή του και να την εκμεταλλευτούν προς όφελός τους. Διότι υπήρξε και παραμένει ασυγκίνητος στις εκκλήσεις κι’ ό,τι είναι να φέρει το φέρνει στην ώρα που μια βουβή συμφωνία της ψυχής πλέκει μαζί του την αρμονία της ετοιμότητας. Άγνωστη από τον κόσμο της συνείδησης διότι, οι άνθρωποι λανθασμένα, υποτιμούν το αλάθητό του, πιστεύοντας πως αξίζουν τα πάντα εδώ και τώρα. Οι άνθρωποι διαπράττουν πολλά σφάλματα σε σχέση με τον χρόνο, αλλά το βαθύτερο είναι αλάνθαστο, σαν παλιό κρασί ωριμάζει κι όταν είναι η ώρα της υποδοχής όλα όσα η ψυχή επιθυμεί η αγκαλιά τα αναγνωρίζει. Με τρόπους που ποτέ δεν φαντάστηκες, διότι ο μυστικός κόσμος εσωκλείει και μυστικές διεργασίες. Αόρατες δια γυμνού οφθαλμού κι ορατές μόνο από το άνοιγμα της καρδιάς στην αγάπη. Έτσι η αληθινή ζωή διενεργείται αλάνθαστη και συνεχίζει τον δρόμο της προς την πρόοδο και την συντέλεια της ολοκληρωτικής, πνευματικής αγάπης πέρα από ανθρώπινες αγκυλώσεις. Κι αν η ανθρώπινη φύση, συχνά πιστεύει πως αξίζει πολλά περισσότερα, είναι επειδή πράγματι τα αξίζει.

Έτσι ο χρόνος τέλεσε τον σκοπό του κι ό,τι ήταν να συμβεί στην ιστορία μας συνέβη:
Οι γονείς του συνθέτη γέρασαν και έπεσαν στην ανημποριά. Μια μέρα ένα τηλεγράφημα τον ειδοποίησε ότι έπρεπε να επιστρέψει στην Ελλάδα αν το γύρευε να σταθεί κοντά τους. Εκείνος ένιωσε τα σχέδια του να ανατρέπονται και για μια στιγμή πρόβαλε ένας αναθεματισμός για την ώρα που ο χρόνος είχε επιλέξει να του χαλάσει τα σχέδια. Αυτές οι στιγμές τον βρήκαν μόνο του, σε ένα μεγάλο δωμάτιο αλλά σύντομα ένα λευκό σύννεφο τον τύλιξε που μέσα του έχασε το ειρμό των σκέψεων κι απόμεινε αναποφάσιστος. Σύντομα το πέπλο απομακρύνθηκε κι όλα διαφάνηκαν καθαρά. Συγκινήθηκε τότε κι έκλαψε για ώρα. Αναγνώρισε τον εαυτό του και δεν δίστασε ούτε για μια στιγμή να πάρει τις αποφάσεις του. Εγκατέλειψε τα σχέδιά του και σύντομα περνούσε το κατώφλι του χαμηλού σπιτιού. Το μοναδικό που είχε ακόμα μείνει να θυμίζει τη ζέση της παλιά γειτονιάς. Σαν απομεινάρι μιας εποχής που είχε ξεφτίσει, επέμενε να θυμίζει στους περαστικούς μια εποχή όπου οι βασιλικοί δεν αναμίγνυαν το άρωμά τους με την μπόχα του καυσαερίου. Έτσι νοίκιασε ένα μικρό διαμέρισμα κι έμεινε κοντά στους γέρους του για να τους φροντίζει. Όταν έριξε το βλέμμα του για πρώτη φορά στον πλάτανο η ψυχή του μάτωσε. Έτρεξε αλαφιασμένος κι ακούμπησε το χέρι του στο κορμό. Δεν καταλάβαινε τίποτα κι άρχισε να κλαίει γοερά σαν μικρό παιδί, ο πλάτανος τότε βλάστησε κι άνθισε σαν στολισμένη νύφη. Εκείνος ένιωσε ευτυχισμένος κι αγκάλιασε τον κορμό του δέντρου. Μα σαν το κλάμα ξέπλυνε την θολούρα της όρασης…Έπαιξε τα βλέφαρά του και διαπίστωσε πως μια παραίσθηση τον είχε κυριέψει. Ο πλάτανος συνέχιζε να κρυφοκοιτάζει δειλά τη ζωή και μόνο όταν ψηλάφισε τις καρδούλες που είχε χαράξει στον φλοιό του, κι έφερε στην σκέψη του ολόκληρο τον βίο των νεανικών του χρόνων…Τότε μονάχα συνέδεσε την καρδιά του με το παρελθόν κι ο πλάτανος χαμογέλασε στον ήλιο γεμάτος διάθεση για φρέσκια ζωή.

Όλα ετούτα τα συμβάντα στάθηκαν αφορμή να επανεξετάσει τη ζωή του ο συνθέτης. Έτσι σύντομα αποδέχτηκε την σκέψη πως ήταν καιρός να αποτραβηχτεί από την αίγλη της σκηνής. Χορτασμένος από τη δόξα, αποφάσισε να κάνει δυό βήματα πίσω και να περιορίσει την δημιουργική του διάθεση, μονάχα στην πρωταρχική δημιουργία της εμπνευσμένης γραφής. Κι αφού κάτι τέτοιο αποζητούσε την μοναχικότητά του κι ένιωθε τόσο γεμάτη την καρδιά του στην γειτονιά όπου είχαν ξεκινήσει όλα για αυτόν…Εκεί που οι μυρουδιές και οι εικόνες ήταν τόσο οικίες…Αποφάσισε να ζήσει εκεί μέχρι που ο χρόνος θα συντελούσε σε κάποια διαφορετική απόφαση. Έτσι και έγινε. Φρόντισε τους γονείς του μέχρι τη στιγμή που εκείνοι εγκατέλειψαν τον υπαρκτό κόσμο κι ύστερα εγκαταστάθηκε στο μικρό, παλιό σπίτι και το συντήρησε στην αρχική του μορφή. Οι γείτονες τον γνώριζαν κι ήταν περήφανοι για τις αποφάσεις του και για τον ίδιο. Έτσι η ζωή συνέχισε την πορεία της κι ουδείς, για άλλη μια φορά, συνέδεσε την ευμάρεια του πλατάνου με τον ερχομό του συνθέτη στη γειτονιά. Ο γεωπόνος με την ανεξιχνίαστη σκέψη καρφωμένη στο μυαλό, έσπαγε το κεφάλι του για άλλη μια φορά, να εξηγήσει τα καμώματα του δέντρου. Μέχρι που τελικά σκαρφίστηκε μια ψευδή δήλωση και την σερβίριζε άψογα στους περίεργους κατοίκους.

Η καρέκλα ήταν μόνιμα τοποθετημένη κάτω από τον πλάτανο και σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση. Όλοι γνώριζαν πως ο γέρος συνθέτης, με τα μακριά λευκά μαλλιά, θα φανερώνονταν νωρίς το πρωί, από την καμπή του δρόμου και θα βάδιζε με αργά βήματα και με ένα κύπελλο καφέ στο χέρι ως εκεί. Στη συνέχεια θα έβγαζε το παλιό του τετράδιο και συλλογισμένος θα κρατούσε τις σημειώσεις του ως το μεσημέρι. Οι γονείς είχαν πει στα παιδιά να παίζουν μακριά του για να μη τον ενοχλούν αλλά εκείνος δεν θέλησε να τα περιορίσει. «Δεν με ενοχλούν τα παιδιά» είχε πει χαρακτηριστικά. «Αν ζω ακόμα είναι επειδή παίζουν κοντά μου». Το μεσημέρι θα σηκώνονταν αργά από την καρέκλα και θα βάδιζε ως το σπίτι του. Εκεί θα έτρωγε λιτά και θα ξάπλωνε να ξεκουραστεί μερικές ώρες. Ύστερα πάλι το απόγευμα θα έπαιρνε τη γνωστή του θέση κάτω από τον πλάτανο μέχρι νωρίς τη νύχτα κι έτσι κυλούσε η ζωή εκείνες τις μέρες στην μικρή γειτονιά. Μέχρι που ένα απόγευμα ένας αλαφιασμένος γείτονας έτρεξε προς το μέρος του φωνάζοντας σε όλους ότι ο γέρος είχε πέσει από την καρέκλα. Έτρεξαν τότε όσοι άκουσαν και σύντομα σχημάτισαν έναν μικρό κύκλο γύρω του. Ο γέρος ήταν νεκρός. Πεσμένος ανάσκελα στο νωπό χώμα με το τετράδιο σφιγμένο γερά στο χέρι στο σημείο της καρδιάς. Τότε οι άνθρωποι είδαν ένα χελιδόνι να φεύγει απ’ την ψυχή του γέρου και να κάθετε στο πιο ψηλό κλαδί του πλατάνου. Το πουλί τσάκισε με το ράμφος του ένα πράσινο κλαδί και το πήρε μαζί του πετώντας. Κάποιοι ορκίζονταν αργότερα πως άκουσαν την φωνή του γέρου να μαρτυρά τα εξής λόγια: «Σου υποσχέθηκα να ταξιδέψουμε μαζί σε όλο τον κόσμο κι η ώρα ετούτη ήρθε!» Κάποιοι άλλοι όμως τούς έλεγαν ότι χρειάζονταν να τους κοιτάξει ένας καλός ψυχίατρος. Ο πλάτανος ενδύθηκε για άλλη μια φορά πένθος. Οι κάτοικοι φώναξαν τον γεωπόνο - κι αφού ασχολήθηκε για λίγο με το ζήτημα - στο τέλος παραιτήθηκε από τη θέση του και ζήτησε μετάθεση για άλλο δήμο. Το χελιδόνι ταξίδεψε πάνω από τους ωκεανούς σε όλο τον κόσμο κι όταν πεινούσε έτρωγε το σώμα του κλαδιού. Μέχρι που ενωμένοι σε μια ψυχή, μια πύλη διαφάνηκε στους ουρανούς λουσμένη σε λευκό φως και τους έκλεισε στην αγκαλιά της.

Στο παρελθόν, ένας από τους παρευρισκόμενους άνοιξε το χέρι του νεκρού γέρου και διάβασε τις σημειώσεις του. Σε ένα σημείο ανέφερε πως η τελευταία επιθυμία του ήταν να τον θάψουν κάτω από το δέντρο. Υπήρξε διαμάχη από τους κατοίκους αλλά τελικά βρέθηκε λύση. Αντί για ένα συνηθισμένο μνήμα θα έθαβαν το σώμα και θα τοποθετούσαν στην επιφάνεια ένα λιτό μνημείο. Άλλωστε ο άκληρος συνθέτης ευεργετούσε τον δήμο με ολάκερη τη σημαντική περιουσία του. Έτσι έγινε. Έσκαψαν προσεχτικά ανάμεσα στις ρίζες του δέντρου και εναπόθεσαν το σώμα του. Οι δεισιδαίμονες ψιθυρίζουν με τρόμο ότι τις νύχτες ακούγεται το τραγούδι του στο θρόισμα των φύλλων. Οι πιο θαρρετοί στις πνευματικές υποθέσεις το ίδιο υποστηρίζουν μονάχα που λείπει ο τρόμος από το βλέμμα τους. Τα παιδιά διαβάζουν συλλαβιστά τη φράση που άφησε παραγγελιά να χαράξουν στο μνήμα του: «Μια ζωή δε φτάνει».
Κι ύστερα γελούν χαρούμενα γιατί δεν την καταλαβαίνουν, είναι που βιάζονται να μεγαλώσουν.



Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Ο Γέρος και ο Πλάτανος





Πριν αρκετά χρόνια, τον καιρό που τα σπίτια στις γειτονιές της πόλης ήταν χαμηλά, με αυλές, κήπους και στους φράχτες σκαρφάλωναν κολοκυθιές, ένα μικρό αγόρι, όχι περισσότερο από εφτά ετών, βρήκε έναν σπόρο την ώρα που έπαιζε και τον κράτησε στο μικρό του χέρι. Αφού τον περιεργάστηκε για λίγο με περιέργεια, έτρεξε προς το σπίτι του και στάθηκε σαν σοβαρός κύριος μπροστά στη μητέρα του. Της τον παρουσίασε σαν πολύτιμο εύρημα και εκείνη φανέρωσε περηφάνια για τον γιο της. Τον έπιασε από τον χέρι και τον οδήγησε ως τον κήπο. Εκεί άδειασε το χώμα μιας γλάστρας που φιλοξενούσε έναν ξεραμένο βασιλικό, την γέμισε με νέο, πλούσιο χώμα και στην επιφάνιά του φύτεψε τον σπόρο. Τον πότισε κι έμειναν οι δύο τους για λίγο σιωπηλοί κι όρθιοι πάνω απ’ τη νέα εγκυμονούσα ζωή.
«Να το προσέχεις και να το νοιάζεσαι», είπε η μητέρα στο αγόρι. Στη συνέχεια το άφησε μόνο του και κίνησε να τελειώσει τις δουλειές της μέρας. Το αγόρι επέλεξε ένα φωτεινό σημείο και τοποθέτησε εκεί τη γλάστρα. Πάτησε με τα δάχτυλά του το νωπό χώμα κι ύστερα έτρεξε χαρούμενο στη γειτονιά να βρει τους φίλους του. Νύχτωνε όμως και το παιγνίδι δεν κράτησε για πολύ. Σύντομα άκουσε την μητέρα του να το φωνάζει και βάδισε σκυφτό προς το σπίτι. Όταν έφτασε ήταν στεναχωρημένο. Δεν είχε χορτάσει παιγνίδι αν και έπαιζε από νωρίς το πρωί. Τώρα, μέχρι την ώρα του ύπνου, θα βαριότανε και το γνώριζε. Είχε ακούσει όμως τρομακτικές ιστορίες για αλλόκοτους ανθρώπους με μακριά γένια και κόκκινο βλέμμα, που αναζητούσαν παιδιά τις νύχτες στα σοκάκια της πόλης κι αν κατάφερναν να τα πιάσουν σίγουρα τα περίμενε κακή τύχη. Έτσι ξεφύσηξε απογοητευμένο και συμμορφώθηκε. Τράβηξε μια κούτα με κόμικς κάτω από το ντιβάνι της κουζίνας και ξάπλωσε μπρούμυτα πάνω του. Ξεκίνησε να διαβάζει στο χλωμό φως του ηλεκτρικού και σύντομα βούτηξε ολόκληρο στον κόσμο της φαντασίας.

Σε λίγη ώρα όμως βαρέθηκε και δρασκέλισε το κατώφλι της μπαλκονόπορτας. Ήταν αρχές Ιουλίου κι έκανε ζέστη μέσα στο σπίτι. Στο μπαλκόνι αντίκρισε τον πατέρα του, καθισμένο στο τελευταίο σκαλοπάτι να μπαλώνει τα δίχτυα του. Τα είχε ριγμένα στο κάγκελο κι όλο τα τραβούσε εκνευρισμένος προς το μέρος του. Η μητέρα του ήταν καθισμένη σε μια ψάθινη καρέκλα κι έπλεκε όπως το συνήθιζε κάποιο εργόχειρο. Η γιαγιά ήταν καθισμένη δίπλα της, σε μια δική της καρέκλα που την είχε οικειοποιηθεί και δεν την αποχωρίζονταν. Όχι δηλαδή πως είχε διαφορά με τις άλλες…Αλλά να, εκείνη ήταν η δική της κι αυτό την έκανε να νιώθει ξεχωριστή. Το αγόρι έριξε το βλέμμα του στον ουρανό, σαν να ένιωσε ένα απόμακρο κάλεσμα που ήταν αδύνατον να του αντισταθεί. Μαγεμένο από το έναστρο πέπλο, ένιωσε δέος και βαθιά συγκίνηση για το μεγαλείο, που άγγιζε ακέραιο την καθάρια ψυχούλα του και δίχως να το γυρέψει εκστόμισε μια ερώτηση. «Πατέρα τι είναι θεός;» Εκείνος σάστισε, δεν το περίμενε από τόσο μικρός ο γιος του να τον βασανίζει με ερωτήματα που στο κάτω κάτω, δεν τα είχε απαντήσει ποτέ στον εαυτό του. Έτσι περιορίστηκε να του πει πως θεός είναι μια μεγάλη δύναμη κι έριξε το βλέμμα του στα δίχτυα ελπίζοντας να κάλυψε την περιέργειά του. Το έβλεπε όμως με μισό μάτι και κάτω από το βλέφαρο όταν εκείνο βάδισε τα λίγα βήματα προς την μητέρα του. «Μητέρα τι είναι θεός;» Επανέλαβε το παιδί την ερώτηση. «Θεός είναι να αγαπάς αυτό που κάνεις», του είπε με αγάπη στο βλέμμα. «Σαν αυτό το μικρό κέντημα μοιάζει ο ουρανός», συμπλήρωσε και του χάιδεψε στοργικά τα μαλλιά. Το αγόρι γλίστρησε απ’ την αγκαλιά της και πλησίασε την γιαγιά του. Εκείνη είχε αεικίνητο βλέμμα και τα λευκά μαλλιά της καλυμμένα με το μαύρο κρέπι της. Είχε τα χέρια υπομονετικά δεμένα στην κοιλιά κι έπαιζε κυκλικά τους αντίχειρες σε ένα άσκοπο παιγνίδι που μετρούσε μόνο τον χρόνο. Το αγόρι τράβηξε πεισματωμένο το μανίκι της, σαν να γύρευε να την ξυπνήσει από τις ονειροπολήσεις. Η γιαγιά έμοιαζε να έχει περάσει νοερά στην απέναντι όχθη αλλά το γέρικο σώμα της επέμενε ακόμα να της θυμίζει ότι ήταν ζωντανή. «Γιαγιά εσύ τι λες;» Ρώτησε το αγόρι. «Για ποιο ζήτημα;» Αποκρίθηκε εκείνη με κάποια έκπληξη. Το αγόρι σώπασε. «Θέλει να μάθει τι είναι ο θεός». Είπε η μητέρα του. «θεός είναι να περιμένεις ένα καλύτερο αύριο», είπε εκείνη και σώπασε. Το αγόρι διέκρινε την υγρασία που φανέρωσε το βλέμμα της κι απομακρύνθηκε από κοντά της. Φύλαξε το δέος και την μαγεία στην ψυχή και κάθισε σε μια γωνιά σκεπτικό. Αργότερα βαρέθηκε για άλλη μια φορά και βάδισε προς την κουζίνα. «Εσένα έμοιασε», είπε τότε εκνευρισμένος και σιγανά ο πατέρας του στη μητέρα. «Άκου εκεί μια σταλιά σκατό να ρωτάει τι είναι θεός». Εκείνη σώπασε και χαμογέλασε αμυδρά.

Το αγόρι πότιζε συχνά τον σπόρο στην γλάστρα και σύντομα ένας βλαστός βγήκε στο φως της ζωής. Τότε έτρεξε χαρούμενο και το ανακοίνωσε στη μητέρα του. Εκείνη χάρηκε με την χαρά του και του θύμισε για άλλη μια φορά να το φροντίζει. Το αγόρι το έκανε με χαρά και σύντομα ο βλαστός φανέρωσε την καταγωγή του. Ήταν ένα νεαρό πλατάνι που μεγάλωνε βιαστικά μέρα με τη μέρα.

Πέρασε αρκετός καιρός από τότε κι ο νεαρός πλάτανος έπαψε να μεγαλώνει. Το αγόρι στεναχωρήθηκε τότε κι έτρεξε για άλλη μια φορά στη μητέρα του. Εκείνη του είπε πως ο χώρος της γλάστρας ήταν πολύ μικρός για ένα τόσο γενναίο δέντρο που σίγουρα μια μέρα θα κυριαρχούσε στη γειτονιά. Είπε πως έπρεπε να το βγάλουν από τη γλάστρα και να το μεταφυτέψουν. Όμως το αγόρι λυπήθηκε και δεν γύρεψε κάτι τέτοιο. «Αν το φυτέψουμε σε ένα μέρος δεν θα μπορέσει ποτέ να δει τον κόσμο», είπε. Η μητέρα προσπάθησε να του εξηγήσει πως τα δέντρα δεν ήταν ταξιδιάρικα πλάσματα κι ότι δεν τα ένοιαζε να ταξιδέψουν στον κόσμο. Όμως το παιδί εξήγησε πως σκέφτονταν εκείνο να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο κι ότι θα το έπαιρνε μαζί του, σε κάθε ταξίδι του. Ήταν πεισματωμένο στην απόφασή του κι η μητέρα δεν θέλησε να το κακοκαρδίσει. Έτσι αγόρασε την επόμενη μέρα λίγο λίπασμα και το έριξε στη γλάστρα. Για λίγο καιρό ο πλάτανος συνέχισε να μεγαλώνει αλλά σύντομα οι ρίζες του κυρίεψαν τον μικρό χώρο κι έτσι άρχισε να ξεραίνεται. Όσο λίπασμα και νερό να έριχνε το αγόρι καθημερινά…Εκείνος πέθαινε μέρα με τη μέρα. Μέχρι που μια μέρα έγινε ένα φριχτό δεμάτι από ξερά κλαδιά και το αγόρι τον κοιτούσε από μακριά, πεισματωμένο ακόμα. Η μητέρα τού εξήγησε πως το δέντρο ήταν νεκρό κι ότι ήταν άσκοπο πλέον να το ποτίζουν και να το λιπαίνουν. Καλό θα ήταν να το πετάξουν σε μια χωματερή για να αδειάσει ο τόπος. Έτσι το αγόρι το κράτησε απ’ τα κλαδιά και το έσυρε θυμωμένο, μαζί με τη γλάστρα, μέχρι ένα κοντινό οικόπεδο που ήταν γεμάτο κοπριές. Το πέταξε εκεί θυμωμένο κι ένιωθε προδομένο. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να πεθάνει ο φίλος του, σε εκείνο το δέντρο είχε στηρίξει τα όνειρά του. Έκανε να απομακρυνθεί όταν άκουσε πίσω του έναν θόρυβο. Γύρισε και είδε πως οι ρίζες έσπαζαν τη γλάστρα κι έβγαιναν στο φως του ήλιου, σαν ζωντανές σάλευαν αναζητώντας τη γη. Το αγόρι δεν τρόμαξε, γνώριζε πως αυτά συμβαίνουν, τα είχε διαβάσει και τα είχε δει με τα μάτια του δεκάδες φορές στα κόμικς. Έτρεξε τότε προς το πλατάνι και μετάνιωσε για την συμπεριφορά του. Έκλαψε και τα δάκρυα του κύλησαν πάνω στο νεκρό σώμα του δέντρου. Ήταν όμως μάταιο, όταν το κλάμα τού πέρασε είδε με καθάριο βλέμμα και κατάλαβε πως ό,τι είχε δει ήταν γέννημα της φαντασίας του. Ξεκίνησε να απομακρύνεται για δεύτερη φορά αλλά μετά λίγα βήματα έμεινε ξανά καρφωμένο στα πόδια του. Το βλέμμα του είχε διακρίνει κάτι ανάμεσα στα ξερόκλαδα και γύρισε πίσω να κοιτάξει προσεκτικά. Ένα μικρό, πράσινο φύλλο πρόδιδε ζωή στο δέντρο. Είχε βλαστίσει στην άκρη του κορμού στο σημείο που εκείνος άφηνε το χώμα της γλάστρας. Το αγόρι έπεσε στα γόνατα κι ευχήθηκε ολόψυχα να βρέξει. Σε λίγη ώρα τα σύννεφα μετακινήθηκαν γοργά προς το σημείο της γειτονιάς κι έριξε μια τόσο δυνατή μπόρα που άφησε άφωνους τους ανθρώπους. Το αγόρι έσκαψε με τα χέρια του στις κοπριές και φύτεψε εκεί τον πλάτανο. Όταν γύρισε σπίτι ήταν μούσκεμα και γεμάτο βρωμιές απ’ τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών του. Η μητέρα τού έριξε ένα γερό ξύλο αλλά εκείνο δεν έβγαλε τσιμουδιά μήτε έκλαψε. Έκανε μπάνιο και ξάπλωσε στο κρεβάτι του. Η μητέρα πήγε κοντά του κλαμένη και του ζήτησε να την συγχωρέσει. Το αγόρι την αγκάλιασε, την φίλησε κι έκλαψε μαζί της. Όταν έφυγε από κοντά του ήταν χαρούμενη κι εκείνο έλαμπε από ευτυχία.

Πέρασαν αρκετά χρόνια από εκείνη τη μέρα κι ο πλάτανος μεγάλωσε. Έγινε ένα ψηλό, γερό και υγιή δέντρο γιατί εκείνο το οικόπεδο, επί πολλά χρόνια το λίπαιναν τα ζώα με τις κοπριές τους. Το αγόρι, μαζί με την παρέα του, κατασκεύασαν ένα δεντρόσπιτο στα κλαριά του και που τα έχανες που τα έβρισκες όλη τη μέρα, ήταν εκεί να κρατούν συντροφιά στο πλάτανο και να ακούν το παράξενο τραγούδι του κάθε φορά που ο άνεμος σείονταν μέσα από τα καταπράσινα φύλλα του. Ο πλάτανος ήταν χαρούμενος κι όλα άνθιζε μ’ αυτά τα παιδιά, που έμοιαζαν με άγριες μέλισσες κι όμορφες πεταλούδες, να τιτιβίζουν ολημερίς στα κλαδιά του.

Τα χρόνια κύλησαν για άλλη μια φορά. Το αγόρι σχηματίστηκε σε έναν όμορφο, νεαρό άνδρα κι η γειτονιά με τα χαμηλά σπίτια άλλαζε. Οι κάτοικοι γκρέμιζαν τους μικρούς φούρνους κι αγόραζαν ψωμί από το αρτοποιείο. Ο Δημητράκης, ο παγοπώλης, σκέφτονταν να εγκαταλείψει το επάγγελμα γιατί τώρα στα περισσότερα σπίτια οι παγωνιέρες είχαν αντικατασταθεί από ένα κομψό ψυγείο, σίγουρα λιγότερο τζαναμπέτικο στη χρήση του και με συνεχόμενη κρύα διάθεση. Δειλά δειλά άρχισαν να κυκλοφορούν τα πρώτα αυτοκίνητα στους δρόμους και να αποσύρονται πλέων οι σούστες μαζί με τα άλογα. Κάποιοι δρόμοι στρώθηκαν με τσιμέντο κι ο ντουνιάς γέμισε με μοτοσακό που έκαναν ένα περίεργο θόρυβο αλλά κάλυπταν γοργά τις αποστάσεις. Οι κάτοικοι γκρέμιζαν τα χαμηλά σπίτια και στη θέση τους έχτιζαν τα πρώτα μοντέρνα διώροφα. Το οικόπεδο, με τον πλάτανο στο κέντρο του, το αγόρασε ο δήμος και το χαρακτήρισε στην κοινή χρήση του πάρκου. Εκείνη την εποχή, που όλα γύρω του άλλαζαν, ο νεαρός ερωτεύτηκε για πρώτη φόρα, μια πολύ όμορφη κοπέλα κι έδιναν κάθε σούρουπο ραντεβού στο δέντρο. Με τον καιρό, στο κορμό του δέντρου το αγόρι χάραξε την καρδιά του που την είχε χαρίσει σε εκείνη. Όταν μετά από καιρό, μια μέρα τον εγκατέλειψε η αγάπη της, τότε ο νέος έτρεξε στον πλάτανο κι έκλαψε όσο βαστούσε η ψυχή του. Έκλαψε και την επόμενη νύχτα κι άλλες πολλές ακόμα και η διψασμένη γης ρουφούσε τα δάκρυά του ως που έφτασαν στις ρίζες του δέντρου κι έτσι πέρασαν μέχρι τα λυγερά κλωνιά.

Συντελέστηκε έτσι ένας δεσμός. Ακατανόητος ακόμα για τις φτωχές γνώσεις που έχουμε για τον ψυχικό κόσμο των δέντρων και σίγουρα μυστικός από τον νεαρό. Αυτό που ένιωθε έντονα μονάχα, ήταν μια παράξενη έλξη να περνάει κοντά στο δέντρο τις ποιο έντονες στιγμές του. Εκείνες που θα συντελούσαν στην διαμόρφωση της προσωπικότητάς του.

Συνεχίζεται...

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

Η Αλαζονεία της Κυριακής






-Αύριο είναι η μέρα σου.
Είπε το Σάββατο στην Κυριακή και την κοίταξε δειλά και κάπως ντροπαλά. 
Άπλωσε το χέρι του κι άγγιξε το δικό της με τα ακροδάχτυλα μα εκείνη το τράβηξε και το κοίταξε με κάποια περιφρόνηση και περηφάνια.
-Δεν είμαστε όλες οι μέρες ίδιες είπε, κι ούτε όλα τα δάχτυλα του χεριού ίδια. Εμένα περιμένουν με ανυπομονησία και χαρά οι άνθρωποι. Εσύ είσαι μονάχα ο προθάλαμός μου.
Το Σάββατο την κοίταξε πικραμένη. Ήταν τόσο αλαζονική η Κυριακή κι όλο φούσκωνε σα παγόνι απ' τις τιμές και την προσμονή των ανθρώπων. Έριξε το βλέμμα της πίσω. Η Παρασκευή είχε ήδη περάσει κι αργά ξεθώριαζε στις μνήμες των ανθρώπων. Περίμενε τον νέο εβδομαδιαίο κύκλο αλλά ποτέ δεν την είχε δει λαμπερή. Μονάχα σε κάποιες γιορτές, που συνέπιπταν στη μέρα της, φορούσε τα καλά της μα ήταν όλες κι όλες δυό τρεις φορές το χρόνο.
-Η Παρασκευή είναι πιο άτυχη από μένα, σκέφτηκε το Σάββατο, αλλά εγώ δεν την περιφρονώ. Δίχως αυτή δεν θα υπήρχα. Η μισή καρδιά μου της ανήκει. Οι άνθρωποι ξεκινούν να με σκέφτονται απ' το πρωινό της κι αυτό με τιμά. Δίχως εκείνη δεν θα είχα λόγο ύπαρξης. Η Κυριακή δεν το καταλαβαίνει αυτό, είναι τόσο απόμακρη που λησμονά ότι αποτελούμε όλες οι μέρες μια ενότητα κι έναν μικρό μονάχα κύκλο στην απεραντοσύνη του κόσμου.
Το βλέμμα του Σαββάτου προσπάθησε να αντικρίσει την μακρινή Πέμπτη που είχε σβήσει κι ελάχιστα ξεχώριζε στο πλατύ και κυκλικό τούνελ του χρόνου.
-Όσο απομακρύνεται κανείς απ' την Κυριακή τόσο λιγοστεύει η αίγλη του, σκέφτηκε το Σάββατο. Κι όσο τη ζυγώνει παίρνει κάτι απ' αυτή. Λίγη απ' τη Λάμψη και την Ομορφιά της. Είναι Καλό να είσαι κοντά στην Ομορφιά, είναι Καλό να είσαι κοντά στη Χαρά, όλα αντανακλούν και μεταδίδουν αυτό που κρύβουν στο βάθος τους σ' αυτόν τον κόσμο και μεταδίδονται σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Όμως η Δευτέρα, είναι τόσο κοντά στην Κυριακή, κι όμως είναι σχεδόν μισητή και περιφρονημένη. Γιατί άραγε;

-Είναι η αρχή του νέου κύκλου, σκέφτηκε. Η αρχή που ξεκινά με δυσκολίες κι ύστερα η ζωή κυλά σαν τεράστιος πέτρινος τροχός με ελάχιστη προσπάθεια. Μα αν σταματήσει χρειάζεται πολλαπλάσια δύναμη για να ξεκινήσει το κύλισμα. Όμως δεν πρέπει κανείς να γίνει μυλόπετρα. Ούτε πρέπει να ξεχνά και να είναι αχάριστος. Να μην ισοπεδώνει στο διάβα του τις μαργαρίτες επειδή λαχταρά να φτάσει στο σκοπό του. Κι αν ένας είναι στο τέλος του δρόμου να μη ξεχνά πως άλλοι συνυπάρχουν ταυτόχρονα σε άλλα σημεία του χρόνου. Αν το ξεχάσει αποκόπτει τον εαυτό του απ' την ολότητα και βιώνει την ερημιά της μοναξιάς. Όλοι είμαστε ένα και μοιραία θα κουβαλάμε μέσα μας λίγο από τους άλλους. Πρέπει αυτό να το θέλουμε και να το αποδεχόμαστε συνειδητά, μαζί με την κοινή αίσθηση να πορευόμαστε. Κάποιοι έσυραν τη διάθεσή τους μακριά απ' την ψυχή του κόσμου και τώρα ζουν αποκομμένοι στις παγωμένες κορφές της εξουσίας. Έχασαν την ανθρωπιά τους μαζί με το άγγιγμά τους και η ζωή τούς τιμώρησε προκαταβολικά. Μα αυτοί δε το γνωρίζουν. Δε ξέρουν πως οι πράξεις της ζωής κρύβουν μέσα τους και την ίδια την τιμωρία αν δεν είναι εναρμονισμένες με την ψυχή του κόσμου. Δεν καταλαβαίνουν όλοι πως η ζωή μοιραία οδηγείτε στην μεγαλύτερη αγάπη και την περισσότερη αδελφοσύνη και ενότητα. Δεν καταλαβαίνουν όλοι ακόμα πως είμαστε αδέρφια, φτιαγμένοι απ' το ίδιο υλικό και την ίδια ουσία. Πως έχουμε έναν πατέρα και μία μητέρα απ' την αρχή του κόσμου. Οι άνθρωποι πάντα μπερδεύουν τον πατέρα τους και την μητέρα τους με τους βιολογικούς γονείς. Μα πρέπει κάποτε να φτάσει η μέρα που ό,τι αισθάνονται για αυτούς να τα αποδώσουν στη μητέρα φύση και τον πατέρα ουρανό. Τότε μόνο η πνευματικότητα θα αγγίξει την καρδιά του θεού κι όλα τα δώρα θα πλημμυρίσουν τη γη.

-Συλλογισμένο σε βλέπω, είπε η Κυριακή κοιτώντας πάνω από τον ώμο της περιφρονητικά το Σάββατο.
-Δεν μ' αρέσει η συμπεριφορά σου, είπε εκείνο.
-Και εμένα είναι πολλά που δεν μου αρέσουν, απάντησε. Πολλά απ' αυτά που κάνουν οι άνθρωποι τις Κυριακές αλλά τα ανέχομαι κι αφήνω τον χρόνο να κυλά. Δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά εμείς οι μέρες. Αν κάποια πράγματα σε εμένα δεν σ' αρέσουν τι θα κάνεις δηλαδή; Θα σταματήσεις τον χρόνο στον εαυτό σου; Χαχαχα!
Γέλασε τρανταχτά και περιφρονητικά η Κυριακή.

Το Σάββατο έσφιξε τα δόντια του και πεισματωμένο προσπάθησε να κρατήσει τον χρόνο. Για μια στιγμή η γη σταμάτησε να γυρίζει και η Κυριακή παραπάτησε και κρατήθηκε από μια Μυγδαλιά για να μην πέσει.
Κοίταξε με τρόμο το Σάββατο.
-Πως το έκανες αυτό; Ρώτησε με έκπληξη.
-Φαντάστηκα σταματημένα όλα τα ρολόγια του κόσμου. Είπε το Σάββατο. Αν δεν υπήρχε αυτή η Μυγδαλιά θα έπεφτες κι ίσως να μη σηκωνόσουν ποτέ ξανά γιατί η περηφάνια σου δεν έχει μάθει να δίνει το χέρι.
-Είμαστε όλοι ένα, είπε η Κυριακή σκεπτική κι άγγιξε με την αφή της τρυφερά τον κορμό της Μυγδαλιάς.
Εκείνη άνθισε μες στο φθινόπωρο από το ακριβό άγγιγμα της Κυριακής και εκείνη, όταν κατάλαβε πως είχε τη δύναμη να προσφέρει τόση χαρά δεν έπαψε από τότε να την μοιράζει απλόχερα.

Τελικά δεν είναι τόσο κακή η Κυριακή. Είπε το Σάββατο στην μισοκοιμισμένη Παρασκευή.
Απλά χρειάζεται καμιά φορά να τις υπενθυμίζει κάποιος πως η ζωή μπορεί να συνεχιστεί και δίχως Κυριακές.

Η Παρασκευή δεν κατάλαβε τι εννοούσε.
Θα με ξύσεις λίγο στην πλάτη; Είπε στο Σάββατο.
Έχω μια φαγούρα που μου την κόλλησε η Πέμπτη κι εκείνη την κόλλησε απ' την Τετάρτη.































Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

"Ο Αυτόδικος" 2








...«Πατέρα, κι αν ακόμα φταις θα πήγαινες σε μια φυλακή. Θα είχες ζεστό φαγητό και την υγιεινή σου. Αργοπεθαίνεις εδώ μέσα. Δεν το καταλαβαίνεις;»
 «Μια φυλακή ε, μια φυλακή-σουίτα εννοείς. Ιφιγένεια, δεν καταλαβαίνεις. Μίλα μου για την απαγωγή».



2. Το ακριβό αμάξι κατάπινε με λαιμαργία τα χιλιόμετρα. Ο άντρας έμοιαζε νεκρική φιγούρα. Η τραχιά μορφή του δεν πρόδιδε κανένα συναίσθημα αλλά το βάθος του βλέμματός του λαμπίριζε.  Η Ιφιγένεια είχε ακουμπισμένο το βλέμμα της στην πλατιά λεωφόρο και τις αισθήσεις σε εκείνον. Τον ένιωθε, όσο μόνο η συχωρεμένη μητέρα της κατάφερνε. Γνώριζε πως εκείνη τη στιγμή το κοφτερό μυαλό του υπολόγιζε και σχεδίαζε. Είχε δει την παγωμένη μορφή του να παίρνει αποφάσεις που αφορούσαν χιλιάδες εργαζομένους και συμφέροντα εκατομμυρίων ευρώ. Τον σέβονταν απεριόριστα και κατανοούσε την συμπεριφορά του όπως ουδείς άλλος. Μεγαλωμένος στα δύσκολα χρόνια της μεταπολεμικής περιόδου είχε ξεκινήσει τη ζωή του ως εργάτης στα ναυπηγεία και σήκωνε με τα γερά του χέρια μεταλλικούς κοιλοδοκούς για αρκετά χρόνια.  Κι ύστερα είχε  βρει χρηματοδότες για τα σχέδιά του κι είχε καταφέρει να τον εμπιστευτούν. Εκείνος δεν τους είχε προδώσει και σε λίγα χρόνια διπλασίασε τις επενδύσεις τους. Έφτασε να γίνει ένας απ’ τους αυτοκράτορες των θαλασσών και να χτίσει ένα επίγειο Βασίλειο.  Ως τη μέρα που κατάλαβε πως τόσα χρόνια δεν είχε τραβήξει το βλέμμα της από πάνω του, η κακή μοίρα που παραμονεύει τα μεγάλα επιτεύγματα και του φανερώθηκε στη πιο σκληρή εκδοχή της. Τώρα, η ζωή του αποκτούσε πάλι ένα μικρό σκοπό κι έβρισκε λόγους να την παρατείνει για λίγο ακόμα.

Όταν έφτασαν στην έπαυλη ο ήλιος ήταν ψηλά. Ο γαμπρός του περίμενε στην είσοδο και του έτεινε το χέρι. Τον κοίταξε σα να τον αντίκριζε για πρώτη φορά και κοντοστάθηκε για λίγο διστακτικός. Του έσφιξε το χέρι με κατεβασμένο βλέμμα και τον προσπέρασε. Βάδισε στο Χολ με το βλέμμα καρφωμένο στο χαλί. Προσπέρασε το υπηρετικό προσωπικό που είχαν σχηματίσει μια σειρά καλωσορίσματος. Όταν έφτασε στον τελευταίο κοντοστάθηκε για άλλη μια φορά κι έριξε το βλέμμα στο πλάι. Αντίκρισε τη φιγούρα του Κανατά, του γέρου θαλαμηπόλου που τον είχε στην δούλεψή του απ’ την αρχή του αγώνα του. Έριξε τη ματιά στο βλέμμα του κι είδε την ψυχή του. Εκείνος ήταν συγκινημένος. Έτοιμος να μπήξει τα κλάματα σα μικρό παιδί κι έγειρε το σώμα του προς το δικό του. Τον αγκάλιασε για μια στιγμή και μάσησε ένα λυγμό. Ανέβηκε απ’ την πλατιά σκάλα στους πάνω ορόφους και βάδισε προς το μπάνιο. Κλειδώθηκε μέσα του κι όταν βγήκε ζήτησε τον κουρέα του. Εκείνος ήταν ήδη εκεί. Τον κούρεψε και τον ξύρισε. Μια κοπέλα περιποιήθηκε τα νύχια του κι ένας νεαρός ήρθε βαστώντας το αγαπημένο του κουστούμι. Το φόρεσε κι έριξε μια ματιά στον μακρόστενο καθρέφτη του σαλονιού. Κάπου τον γνώριζε τον τύπο αλλά δεν τον συμπαθούσε.

Ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρά του και την βρήκε όπως την είχε αφήσει. Έδωσε εντολή να μην τον ενοχλήσει κανείς και ξάπλωσε με τα ρούχα στο κρεβάτι. Λίγες ώρες ύπνου πάντα αρκούσαν. Όπως τότε, όταν είχε κάποια σημαντική δουλειά να κάνει. Όταν σηκώθηκε ήταν απόγευμα και το κουστούμι του ατσαλάκωτο. Είχε κοιμηθεί ανάσκελα, αποφασιστικά όπως και οι σκέψεις του. Κατέβηκε στον κήπο και τους βρήκε όλους εκεί. Ο αστυνόμος τον γνώρισε κι έκανε μία ελαφριά υπόκλιση προς το μέρος του. Εκείνος τον πλησίασε και τον τράβηξε σε μια γωνιά. Ο αστυνόμος τον ενημέρωσε κι εκείνος είπε πως γνώριζε ήδη περισσότερα. Του είπε ότι θα αναλάμβανε αυτός κι ότι είχε σίγουρο τρόπο να γλιτώσει το παιδί απ’ τα χέρια τους. Έμοιαζε να γνωρίζει πράγματα που ο αστυνόμος αγνοούσε. Δεν ζήτησε εξηγήσεις. Τον γνώριζε από παλιά και καταλάβαινε πότε δεν είχε καμιά διάθεση για παιγνίδια. Είπε να του ψήσουν καφέ και κάθισε σε μια πολυθρόνα. Ένας νεαρός έφερε τον καφέ κι εκείνος  έγνεψε στην Ιφιγένεια πως ήταν έτοιμος. Εκείνη πήρε το κινητό της στα χέρια κι έκανε μια αναπάντητη κλίση. Ήταν το σήμα, σε λίγη ώρα θα έπαιρναν οι απαγωγείς από τηλεφωνικό θάλαμο. Έτσι κι έγινε. Το τηλέφωνο χτύπησε και το παρέδωσε στον πατέρα της.

«Θα αφήσεις το παιδί και θα έρθω εγώ στη θέση του», είπε σκληρά στον απαγωγέα. «Δεν υπάρχει συνδυασμός. Το χρηματοκιβώτιο ανοίγει με ηχητικές δικλίδες που πρέπει να τις ακούσω για να καθορίζω το επόμενο κλίκ. Ό,τι κι αν κάνεις δεν θα καταφέρεις να το ανοίξεις».
Ο απαγωγέας συμφώνησε κι ο Μαντέλης μπήκε σε ένα μικρό αμάξι. Έδωσε εντολή να μην τον ακολουθήσει κάνεις απ’ τους αστυνομικούς, έμοιαζε για άνθρωπος που γνώριζε τη έκανε. Σε λίγη ώρα βγήκε απ’ την Αθήνα και τράβηξε για τη Θήβα. Όπως τον είχαν ορμηνέψει. Σύντομα κουδούνισε ένα κινητό που είχε μαζί του κι άκουσε τη φωνή του απαγωγέα. Εκείνος τον καθοδήγησε και σύντομα άφησε την εθνική οδό. Οδήγησε για αρκετή ώρα σε χωματόδρομους μέχρι που έφτασε σε μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη. Έσβησε τη μηχανή και τράβηξε το χειρόφρενο. Ένας άνδρας φάνηκε στην πόρτα, φορούσε κουκούλα και τα μάτια του ήταν ζωηρά και κόκκινα. Έμοιαζε ταραγμένος και ξενυχτισμένος. Κατέβηκε απ’ το αμάξι και βάδισε προς το μέρος του. Εκείνος τράβηξε ένα πιστόλι απ’ την τσέπη  και τον πλησίασε. Τον έψαξε και διαπίστωσε πως δεν έκρυβε κάποιο όπλο. Μπήκαν μαζί στην αποθήκη κι είδε τη μικρή εγγονή του δεμένη πισθάγκωνα και καθισμένη σε μια πολυθρόνα. Δίπλα της έστεκε ένας άλλος άντρας, με κουκούλα κι αυτός και βαστούσε πιστόλι.
«Αφήστε τη μικρή να φύγει, είμαι εγώ τώρα εδώ».
Εκείνοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και συμφώνησαν. Μέχρι η μικρή να κατέβαινε στην εθνική οδό θα περνούσαν ώρες. Ο Μαντέλης τής έλυσε τα χέρια και την πήρε στην αγκαλιά του. Η καρδούλα του παιδιού χτυπούσε τρομαγμένη. Την ηρέμισε και την κράτησε απ’ το χέρι. Βγήκαν έξω κι έσκυψε κοντά της:
«Θα βαδίσεις σ’ αυτόν τον χωματόδρομο κι όταν φτάσεις σε ένα σταυροδρόμι θα στρίψεις δεξιά. Μετά δεν υπάρχουν εμπόδια. Θα βαδίσεις ευθεία και θα βγεις στον μεγάλο δρόμο. Αν βρεις κάνα αγρότη με τρακτέρ στο δρόμο μη φοβηθείς. Θα σε βοηθήσουν. Αν έχουν τηλέφωνο πάρε τη μαμά να έρθει να σε πάρει».
Το κοριτσάκι κατάλαβε και κούνησε ζωηρά το κεφάλι του.  Εκείνος το αγκάλιασε για ώρα και το βλέμμα του βούρκωσε. Μετά από καιρό ένιωθε συγκινημένος.
«Τι θα σου κάνουν παππού;» Του ψιθύρισε φοβισμένα στο αυτί.
«Τίποτα μωρό μου, μην ανήσυχης, αύριο θα πάμε βόλτα μαζί. Στο πάρκο με τις μικρές χελώνες. Θυμάσαι;»
Το βλέμμα της μικρής έλαμψε.
«Ναι παππού». Του είπε χαρούμενη. «Που ήσουνα τόσο καιρό; Σ’ αγαπώ».

Τής κράτησε το χέρι και την οδήγησε μερικά βήματα. Ο ένας άνδρας έστεκε δίπλα τους. Του έγνεψε να την αφήσει κι εκείνος άφησε το χέρι του παιδιού. Εκείνο απομακρύνθηκε τρέχοντας κι αυτοί βάδισαν προς την αποθήκη.
«Γρήγορα!» Του φώναξε ο άνδρας απ’ την αποθήκη. «Σε πέντε λεπτά πρέπει να τελειώνουμε».
«Μην ανησυχείς», του είπε. «Σε πέντε λεπτά θα τελειώσουν όλα. Ο Μάσιος σας έστειλε. Έτσι δεν είναι;»
Εκείνοι σώπασαν.
«Άνοιξε το χρηματοκιβώτιο!» Είπε ο ένας επιτακτικά.
Βάδισε προς το μεταλλικό κουτί και το χάιδεψε απαλά με το χέρι.
«Κατασκευάστηκε στην Ελβετία. Κρύβει τρεις φέτες χοντρό ατσάλι, δύο με γρανίτη και στα κενά ένα υλικό που δεν το προδίδει η εταιρία. Είναι απαραβίαστο αλλά σίγουρα δεν το γνωρίζατε».
«Πολλά λες. Τέλειωνε».
Έστησε το αυτί του κι άρχισε να στριφογύριζε τον διακόπτη. Για αρκετή ώρα κι έμοιαζε σαν κάποιος που ξεχνούσε. Ο απαγωγέας με το κόκκινα μάτια τον κοιτούσε εκνευρισμένος.
«Τέλειωνε!» Του φώναξε.
Ένας παρατεταμένος ηλεκτρονικός ήχος ακούστηκα και τράβηξε τη βαριά πόρτα.
«Κάνε πέρα», του φώναξε ο απαγωγέας αλλά εκείνος δεν υπάκουσε.
Έχωσε το χέρι του στο χρηματοκιβώτιο και γύρισε απειλητικά προς το μέρος τους. Κάτι βαστούσε στο χέρι του. Ο Απαγωγέας ταράχτηκε και πάτησε τη σκανδάλη. Ένας υπόκωφος ήχος ακούστηκε απ’ το σιγαστήρα του όπλου. Η σφαίρα τον πέτυχε στο στήθος κι έγειρε θανάσιμα λαβωμένος στην πόρτα του χρηματοκιβωτίου.
«Σε πέτυχα!» Φώναξε άγρια ο απαγωγέας.
«Είναι μόνο ένα παιγνίδι» είπε ο δεύτερος. «Ένα πλαστικό όπλο, ένα νεροπίστολο!»
«Ναι κορόιδο. Με πέτυχες!» Φώναξε ο Μαντέλης με ανακούφιση.
Έχωσε με όσες δυνάμεις είχε το χέρια του στο χρηματοκιβώτιο και τα φανέρωσε κρατώντας δυο χειροβομβίδες. Δάγκωσε τις περόνες και τις αφαίρεσε. Οι  απαγωγείς άνοιξαν πυρ προς την μεριά του κι αυτός πέταξε με την τελευταία του πνοή τις χειροβομβίδες στα πόδια τους.  Έσκυψαν να τις αρπάξουν αλλά ήταν αργά. Η δυνατή έκρηξη τους πέτυχε με σκυμμένους τους κορμούς και πέταξε τα νέκρα τους σώματα στα τοιχώματα της αποθήκης.
«Ειρήνη έρχομαι». Ψέλλισε κι έπεσε δίπλα.
Ήταν το όνομα της γυναίκας του.