27 Μαρτίου 2017

Του Αγγίγματος η Απόσταση





Λόγια - φωτιά χωρίς θερμοκρασία
λόγια - ζωή χωρίς αντίκρισμα
λόγια - η ευκολία προσωποποιημένη
μα εγώ θέλω τα μάτια σου, τα χείλη σου και τα μαλλιά σου
θέλω να πιάσω τους ήχους σου
γιατί θέλω τα δωμάτια να γυρίζουν και να είμαι μέσα
γιατί θέλω ανατιναγμένες τις σκεπές
και να περπατώ χωρίς πατώματα

Γιατί θέλω τα πράγματα να μ’ αγγίζουν
και με τα χέρια τους και με τα πόδια τους
γιατί θέλω να σε πιάνω για να σε πιστεύω πως υπάρχεις
γιατί θέλω να σε μυρίζω για να σε βλέπω
γιατί θέλω να είσαι εδώ και με τα λόγια σου δεν έρχεσαι
και γιατί δεν με γλυκαίνουν πια οι υποσχέσεις
κι όσο κι αν σε φανταστώ δεν σε βλέπω

Γιατί ο κόσμος έγινε χάρτινος από τότε που μιλούμε
και λέμε πολλά
μα ένα άγγιγμα δεν κάνουν
και γιατί το σώμα σου μακριά μου γίνεται ζάχαρη
μα εγώ θέλω να μου δείχνεις τις ουλές σου
κι όχι να τις βλέπω·
γιατί δεν αντέχω πια την αυθαιρεσία

Μείναμε καιρό μακριά
ο ένας απ’ τον άλλον κι ο ένας απ' όλους
κι αυτό μέσα στον κόσμο
πως πήραμε τόση απόσταση δεν το καταλάβαμε
ο πλησίον μας, θα έφτασε τώρα πια
ίσα με το φεγγάρι·
οι πιο κοντινοί μας άνθρωποι ξεθώριασαν
γνωστοί μας έγιναν πιότερο οι γλάροι κι οι γάτες
εμπιστευόμαστε πιο εύκολα ό,τι δεν ξέρει γράμματα
ό,τι δεν γνωρίζει την προδοσία·
εμπιστευόμαστε πιο εύκολα ό,τι είναι μόνο καρδιά

Τραβηχτήκαμε πίσω οι άνθρωποι μάτια μου
Μπροστά, στο προσκήνιο, κονταρομαχούν οι σκιές μας
φιλονικούν, ποθούν κι εξαγοράζονται
μα εμείς, για να πλησιάσουμε, μας χωρίζουν χάσματα
κι αν είμαστε παιδιά μιας γενεάς τα χάσματα μεγαλώνουν
σου πιάνω το χέρι μα εσένα δεν σε βρίσκω
και μου ζητάς τώρα τον έρωτα που σε βγάζει
εκλιπαρείς, θεραπεύεσαί με όλο το σώμα
που ακόμα τινάζεται στα χάδια σου

Σε κρατώ μα δεν σε έχω
κι είναι ο έρωτάς μας μια πάλη γι’ άφεση
τόσο κινδύνεψε η ύπαρξή μας που την κρατήσαμε
κι απ’ τα φιλιά μας πάντα λείπει ένα τρίτο φιλιού
κι απ’ τη σιωπή μας πάντα λείπει το ποσοστό που μας γαληνεύει
κι απ’ τα μάτια μας πάντα λείπει ένα μερτικό του εαυτού μας
και λείπουμε ο ένας για τον άλλον μέσα στην ίδια κάμαρα
χωρίς ακέραιες τις προθέσεις μας

Και σου ζητώ να μου παραδοθείς
και μου ζητάς να σου παραδοθώ
ακυρώνοντας του σώματος τη μνήμη

Και σου ζητώ να σε γιατρέψω
και μου ζητάς να με γιατρέψεις
κι όσα οι ψυχές μας προσπαθούν
σ’ εμάς μένουν άγνωστα.

Γιατί ακόμα μιλούμε οι άνθρωποι αγάπη μου
και δεν είμαστε τίποτ’ άλλο από φωτογραφίες
που ονειρεύονται αισθαντικότητα. 



26 Μαρτίου 2017

Η Ναυαγισμένη







Ναυάγησε - πότε πού δεν μάθαμε
όμως σίγουρα το έκανε στη ζωή
από τότε φωνάζει - με όλα τ’ αισθήματα φωνάζει
για όλα τα πράγματα
φέρεται τρυφερά με βία.
Είναι σαν η φωνή της να θέλει να βγει
είναι σαν η ψυχή της να θέλει να βγει
τη φέρνει στην επιφάνεια μια άποψη, μια γνώμη ναυαγισμένη
γιατί μαζί της όλος ο κόσμος ναυάγησε
η πτώση της ποτέ δεν αναπτερώθηκε
ο χρόνος τη σκέπασε.
Μετά, τη βρήκαν πολλά, οικογένεια, υποχρεώσεις, γάμος
δεν είχε χρόνο να κοιταχτεί στον καθρέφτη της
μαντάρισε την ψυχολογία της σαν ένα κέντημα
άρον άρον
μπάλωσε την υπόστασή της
έφτασε στο πρόσωπό της μια άγνωστή της προσωπικότητα
κυρίεψε ένας ταραγμένος βυθός τη μορφή της·
από τότε τα δέντρα, τα σπίτια, ο ίδιος ο ουρανός, παραπαίουν
από τότε όλα πάνε κατά την καρδιά της
κι εγώ ακόμα που κάποια φορά κάθομαι και της μιλώ
με βλέπω στα μάτια της να γέρνω επικίνδυνα,
να γέρνω κατά την πτώση της·
με τράβηξε και μένα κι όλη την οικουμένη
στους βυθούς της το ναυάγιο της
γιατί κι εγώ κι όλη η οικουμένη
επιβιβασμένοι στην ύπαρξή της υπήρξαμε
κατά το ναυάγιό της
μπορεί κι εγώ να συντέλεσα - άθελά μου
να είχα μερικά γραμμάρια απ’ το βάρος της
και λίγα μέτρα απ’ τον ανήφορό της
ίσως να είχα μια ακίδα του σταυρού της·
όμως αυτή τον κουβαλά πια χωρίς δρόμο
δεν βλέπει την κορφή του Γολγοθά της.
Ναυάγησε κι εκεί τελείωσε το παραμύθι της
αν είναι δυνατόν να τελειώνει ποτέ ένα παραμύθι με ναυάγιο
κι αν είναι δυνατόν, ένα ναυάγιο να τελειώνει,
καθώς ναυαγεί

Από τότε φωνάζει
όμως ποτέ βοήθεια
αυτό στη ζωή της δεν έμαθε
αυτό μού μαθαίνει
στα χείλη του ναυαγού να φτάνει βοήθεια·
περήφανη και ναυαγισμένη
συνδυασμός γι' αγιάτρευτα κλάματα

Ναυάγησες κυρία μου
και να το πεις σε σώζει
μα να το ξέρεις πρώτα
γιατί το πιο δύσκολο απ’ όλα
είναι τη δικιά σου φωνή ν’ ακούς

Φωνάζει
γιατί δεν ακούει από τότε τη φωνή της
είναι θυμωμένη εξάπαντος 
με όλα και δια βίου. 

Για να γλιτώσω
όταν μου μιλά
φροντίζω να μην αναφέρεται σε μένα. 



25 Μαρτίου 2017

Η Τέχνη του Φαίνεσθαι




Ας κάνουμε πως δεν τρέχει τίποτα
το ξέρουμε δα πως γίνεται
χρειάζεται να πατήσουμε λιγάκι κάτω τον εαυτό μας
τί πειράζει λίγο ακόμα

Σσσ, ας μιλήσουμε γι' άλλα
αν αποκαλυφθούμε τί θα σκεφτούν για εμάς
θα χάσουμε τους φίλους μας, τις παρέες μας
αν μας αναγνωρίσουν·
ποιου φίλοι είναι και ποιον παρέα κάνουν ωστόσο;
αυτά είναι γράμματα ψιλά

Μα εμείς, ας κάνουμε γι' άλλη μια φορά, πως δεν τρέχει τίποτα
ας περάσουμε πάνω απ’ αυτό που μας συμβαίνει
γι' άλλα ας μιλήσουμε
κι αν αυτό δεν μας περάσει
τη νύχτα που έρχεται, θα μας κανονίσει ή θα το κανονίσουμε.
Μα τώρα ας σιωπήσουμε, νά, κοιτάξτε, μαζεύτηκε ήδη κόσμος
τί θα σκεφτούν; χαμογελάτε, θα τους ξεγελάσουμε κι αυτούς

Ας κάνουμε πως δεν τρέχει τίποτα, την πανάρχαια τέχνη αυτή ας ασκήσουμε
ας πούμε: πως σας φαίνομαι;
καλά θ' απαντήσουν - σίγουρο είναι
κι αφού καλά σας φαίνομαι εμένα τί με νοιάζει περισσότερο

Καλά τους φαίνομαι καλά μου φαίνονται
όλα καλά στον κόσμο
ας μείνει έτσι, τί να τα σκαλίζουμε τώρα
αργότερα θα λογαριαστούμε - ίσως πολύ αργότερα
ίσως ποτέ, ίσως τελικά συνηθίσουμε·
μα ας παίξουμε τώρα καλά το παιγνίδι μας

Ας κάνουμε γι' ακόμα μια φορά πως δεν τρέχει τίποτα
τίποτα δεν μας καίει
όλα είναι καλά, όλα είναι τέλεια, χαμογελάτε να πείσουμε·
τί όμορφη που είναι η ζωή!  - επαναλάβατε τρις
τα βουνά, οι θάλασσες, οι κάμποι, η ωραία άνοιξη
τα ωραία νεκροταφεία, (όχι λάθος, αυτό δεν το είπα εγώ)
τί όμορφα που είναι όλα αυτά! τονίστε το παρακαλώ

Σας τρώει ακόμα κάτι;



24 Μαρτίου 2017

Η Ανημποριά






 Τώρα, που βρίσκομαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι σε ανάρρωση, μετά το κάταγμα του ποδιού, μαθαίνω ξανά να περπατώ. Ό,τι συμβαίνει δηλαδή στην ψυχή μας συμβαίνει και στο σώμα μας.
 Η εμπειρία αυτή, μου δίδαξε τί σημαίνει ανημποριά. Η ανημποριά είναι αίσθημα, που άλλο τρόπο, πλην της ανημποριάς σου, δεν έχεις να το βιώσεις κι η φαντασία είναι λίγη για να το ξέρεις. Ανημποριά σημαίνει να βρίσκεσαι στα χέρια των άλλων. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να περάσεις μέσα από την ανημποριά, εξόν της φροντίδας των άλλων.Όταν ο εγκέφαλός σου δίνει εντολή στο πόδι σου να περπατήσει και δεν περπατάει... ένας άλλος περπατάει με το πόδι σου. 

 Η ανημποριά, στην δική μου περίπτωση τουλάχιστον, που η ηλικία μου ακόμα το επιτρέπει... είναι μόνο μια εμπειρία, ένα βίωμα, είναι περαστική. Υπάρχει όμως και η χρόνια ανημποριά, εκεί, εναποθέτεις αποκλειστικά τον εαυτό σου στα χέρια των άλλων.
 Στην ανημποριά σου δοκιμάζονται όλα, εσύ και οι άλλοι, φιλίες και συγγένειες.  Στην ανημποριά βλέπεις καθαρά τι υπάρχει από κάτω. Όσα μαράζια τρώνε την επιφάνεια εξαφανίζονται, όσες διαφορές χωρίς κύρος επικρατούν στους ανθρώπους,  σβήνουν σαν να ήταν γραμμένες με κιμωλία σε μαυροπίνακα.

 Στην ανημποριά έρχεται σε επαφή καθαρός άνθρωπος με καθαρό άνθρωπο. Πως έρχεται; βάζει ο άλλος τον εαυτό του στη θέση σου. Καταλαβαίνει, πως θα μπορούσε να είναι εκείνος ο ξαπλωμένος στο κρεβάτι σου, και ξέρει, πως αυτή η ρουλέτα με τα σπαθιά, που σε όλους πάνω απ’ τα κεφάλι τους γυρίζει… δεν κάνει διακρίσεις. Σήμερα είσαι εσύ αύριο αυτός ο ανάσκελος. Γιατί, σώματα έχουμε, φορείς σωμάτων είμαστε κι αυτά χαλούν.

 Έτσι λοιπόν, θα έλεγες, πως ανημποριά και ανθρωπιά πάνε μαζί. Ακόμα θα έλεγες, μαζί πάνε, ανημποριά και χριστιανοσύνη. Η εικόνα δηλαδή, ταιριάζει περισσότερο πάνω απ’ το προσκεφάλι του αρρώστου. Όχι ως ντεκόρ, όχι με μέλημα να ταιριάζει με την ταπετσαρία, αλλά με σκοπό να κρατηθείς, να κρατηθεί το βλέμμα στη ζωή.

 Πολλά μπορείς να πεις, πολλά μπορείς να υποθέτεις, μέχρι να βρεθείς, ξαπλωμένος κι ανήμπορος με προδομένο σώμα. Τότε όμως, όλες οι σκέψεις σου, αποχτούν μια άλλη βάση, ένα άλλο εφαλτήριο, τότε οι σκέψεις σου σε φτάνουν απ’ το σώμα σου.

 Η ανημποριά, φέρνει στον άνθρωπο μια υπαρξιακή στροφή. Κατανοεί κάνεις εύκολα την αλληλεξάρτηση των ανθρώπων. Η περηφάνια σου πηγαίνει περίπατο, ο καλός τρόπος, η καλή συμπεριφορά, αποχτούν τεράστια σημασία.  Παραβλέπεις με άλματα τις αιματοβαμμένες λεπτομέρειες που διαχωρίζουν τους ανθρώπους. Στην ανημποριά βαθαίνεις, σου φεύγει και λιώνει ένα στρώμα πάγου.
 Για να καταλάβεις την όλη υπόθεση, σκέψου, πως ήρθε και με επισκέφτηκε εκείνος ο άνθρωπος, που δεν συμπάθησα ποτέ ιδιαίτερα στη ζωή μου, όμως κρατούσε στα χέρια του δώρα.  Κάτι τέτοιο σε βάζει σε δίλημμα, να δεις τα αισθήματά σου που τρέφεις γι’ αυτόν, ή να μείνει το βλέμμα σου στα δώρα;  Από πού να φτιάξεις αισθήματα; Απ’ τα γεμάτα χέρια ή την άδεια καρδιά;  Κι όταν είναι γεμάτα τα χέρια… υπάρχει περίπτωση να είναι άδεια η καρδιά;

 Γιατί στην ανημποριά σου, υπάρχει κι εκείνος ο άνθρωπος, που γι’ αυτόν είχες καλύτερη γνώμη, όμως δεν φάνηκε. Ζάρωσε, κρύφτηκε, έκανε στην άκρη, κοινώς έβγαλε την ουρά του απ’ έξω.
 Στην ανημποριά σου, έρχεται ο άνθρωπος ο παρακινημένος απ’ τον εαυτό του, κανείς δεν το κάνει για σένα, το κάνει εκείνος που συμπάσχει κι αυτό δεν σε αφορά, ακόμα κι αν είσαι αυτός που πάσχεις.
 Όμως εκείνος που συμπάσχει το ‘χει μέσα του. Δεν το μαθαίνεις αυτό στο σχολείο, το μαθαίνεις απ’ τον εαυτό σου, με τον τρόπο να βάζεις τον εαυτό σου στη θέση ενός άλλου ανθρώπου. Αυτό σημαίνει συμπάσχω.
 Δεν χρειάζεται να πάσχεις για να συμπάσχεις, χρειάζεται να κατανοείς.

 Χρειάζεται να κατανοείς πως είμαστε μια σακούλα με σάρκα, αίμα και κόκαλα, και πως αυτά που μας χωρίζουν, μπροστά στην πραγματικότητα και την αλήθεια του σώματος, είναι αέρας. Γιατί οι γνώμες είναι αέρας, κι αν βρεθείς καταμεσής σ’ ένα πέλαγος να πνίγεσαι, δεν φωνάζεις βοήθεια Γιάννη ή βοήθεια Νίκο, φωνάζεις απλά βοήθεια άνθρωπε! Γιατί εκείνη τη στιγμή αναφέρεσαι στο ανθρώπινο είδος, δεν είσαι ούτε εσύ ο Θανάσης ή η Μαρία, κατεβαίνεις κάτω απ’ την προσωπικότητα, κάτω από τη γνώμη σου και την άποψή σου κι αποχτάς καθαρότητα. Γιατί η κραυγή σου, κάτω απ’ όλα όσα είσαι σε φτάνει.

 Κι αν σε σώσει ο Μανόλης ή ο Χαράλαμπος, εσύ χέρια και πόδια κοιτάς, και πράξη κοιτάς, και δεν σε νοιάζει αν αυτός που σε έσωσε ήταν λευκός ή μαύρος, χριστιανός ή μουσουλμάνος, καπιταλιστής ή κομουνιστής. Γιατί, όταν είσαι μέσα στο λάκκο και σε τρώει το λιοντάρι, χέρι τείνεις προς προτεινόμενο χέρι, δεν κάθεσαι να εξετάσεις να είναι μαύρο ή κίτρινο, κι όποιος σε τραβήξει έξω, σε όποια θρησκεία κι αν ανήκει, χριστιανός είναι. Γιατί οι διαφορές, είναι ρηχές στον άνθρωπο, και μπροστά στον κίνδυνο τις διαγράφει μονοκονδυλιά η σκέψη σου. Ιδιαίτερα όταν οι διαφορές αυτές είναι εγωιστικές, γιατί ο κίνδυνος σε κατεβάζει κάτω απ’ τον εαυτό σου και το χρώμα σου. Σε κατεβάζει κάτω απ΄το δέρμα σου.

 Την ανημποριά, την έχουμε ταυτίσει με τα γεράματα και τη φροντίδα, με το χρέος των παιδιών προς του γονείς τους. Χρέος. Αυτή η λέξη τρομάζει. Είναι τόσο λάθος, είναι μηχανική! Το αίσθημα του χρέους κάνει τη φροντίδα καταναγκαστική, εφιαλτική, την κάνει σκέτο βάρος! Ασκημένοι οι γονείς, αλλά και οι μεγάλοι άνθρωποι, καθώς και φορτωμένοι με τύψεις κι ενοχές, πως δεν μεγάλωσαν τέλεια τα παιδιά τους κι έκαναν λάθη στην ανατροφή τους... αισθάνονται στην καρδιά τους, το αίσθημα πως δεν αξίζουν μιας φροντίδας χωρίς υστεροβουλία, μιας φροντίδας απαλλαγμένης απ’ το φορτίο του παρελθόντος κι ελάχιστοι άνθρωποι πιστεύουν πια στον αλτρουισμό. Έτσι, οι γέροι φροντίζονται για την σύνταξή τους και φροντίζουν οι ίδιοι, μέσα απ’ όλα όσα νιώθουν, να κρατήσουν για τα γεράματά τους, ένα σπιτάκι, ένα χωραφάκι, ή ολάκερη την περιουσία τους στα χέρια τους, με σκοπό να υποκινήσουν τη συνείδηση των παιδιών τους.Όλες τις πληγωμένες αυτές συνειδήσεις, για να πάρουν πίσω τη φροντίδα που έδωσαν σε βρέφη.
 Όμως τα βρέφη, πέρασαν από τότε από χίλια κύματα, και τα βρέφη, δεν έχουν συνείδηση ως βρέφη, για να εκτιμήσουν τη φροντίδα που έλαβαν. Και φωνάζουν, και κραυγάζουν στ' αυτιά των παιδιών, μόνο τα λάθη των γονέων.  Αυτό το κάνουν τα παιδιά τ' "αλάθητα", που με τη σειρά τους, κάνουν λάθη στην ανατροφή των δικών τους παιδιών, κι έτσι η ανθρώπινη αλυσίδα συνεχίζει και σπάνια σπάζει ένας κρίκος.

 Σημασία έχει, πως πάντα έξω απ’ το χορό πολλά τραγούδια λέμε. Μα αν σε βρει το βόλι, βρήκε εσένα κι όχι τον διπλανό σου. Κι ο πόνος σου είναι ο δάσκαλός σου. Ευχή, να μην μάθει κανείς την ανημποριά πριν της ανημποριάς την ώρα. Γιατί είναι άλλο να την ξέρεις κι άλλο να είσαι ανήμπορος. Κι όλοι αυτοί οι "σκληροτράχηλοι", που πρεσβεύουν άλλου είδους θεωρίες, πλην της ανθρωπιάς, της συμπόνιας, της αλληλοβοήθειας, ακόμα και του ελέους... έχω δει πολλούς να μαλακώνουν και να γίνονται νερό, όταν τους πατάει ο θεός με την μπότα του στον σβέρκο τους.

Γιατί όπως λέει κι ο σοφός λαός μας: μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλα λόγια μη λες.

21 Μαρτίου 2017

Η Λάμψη




 Τώρα που φτάνει η άνοιξη η ψυχή μας σκέφτεται απ’ το φως της. Παροδικά όλους τους σηκώνει σαν ένα χέρι βαθύ. Το χειμώνα υποχωρήσαμε στα άδυτα του σκοταδιού· το φως υπήρξαν στιγμές που μας εγκατέλειψε, κρύφτηκε πίσω απ’ τις μαδημένες κουρτίνες.
 Βαριοί συλογισμοί μας κυρίεψαν τότε, για το ένα και το άλλο. Όμως μια σπίθα ελπίδας ποτέ δεν μας εγκατέλειψε. Και τώρα, που το φως της ανοίξεως μας φτάνει άπλετο, οι σκιές υποχωρούν, το φως βομβαρδίζει τη σπηλιά, θέλει να την ανοίξει πέρα ως πέρα, διάπλατα, να φωτίσει όλα τα ιερογλυφικά στους τοίχους, να ξυπνήσει την κοιμισμένη αρκούδα και να βγάλει απ’ το ροχαλητό της την επίγνωση.
 Προσπαθεί, πασχίζει να ξυπνήσει μέσα μας τη χαμένη διάθεση για ζωή, να αναπτερώσει κάθε ενδιαφέρον, να ζωηρέψει κάθε χαμόγελο, να πλημμυρίσει με χαρά την κάθε δυσοίωνη υπόθεση.
 Ένα φως που περνά και μας φτάνει μέσα από δικά μας εμπόδια, μα που δεν το σταματούν ούτε οι βράχοι ούτε οι φρουροί μας - πλην εκείνης της αμφίβολης σκέψης μας που σκιάζει την οικουμένη. Η αμφιβολία είναι μετέωρη· σταματά για λίγο τους χτύπους της καρδιάς. Το φως είναι αποφασιστικό, δεν κάνει δεύτερη σκέψη.
 Τώρα που έρχεται η άνοιξη δανείζομαι ένα χέρι απ’ τον ήλιο· του ανοίγω το στήθος μου να περάσει. Τον φετινό χειμώνα βρήκα περισσότερο φως από κάθε άλλη χρονιά, λόγο μιας ιδιοτροπίας του να καταφεύγει στο βάθος μας. Όμως τον
φετινό χειμώνα χρησιμοποίησα περισσότερο την απομόνωση, κατέβηκα πιο ατρόμητα στο κελάρι, άνοιξα ένα σκονισμένο συρτάρι που χρόνια το έτρεμα, ακόνισα περισσότερο την ερμηνεία να βλέπει καθαρά, έδωσα στις αρχαίες σκόνες και τα υπολείμματα του χρόνου λιγότερο χώρο κατάληψης, έψαξα στο κελάρι, ανάμεσα στα κρασιά, τη φιάλη με το γλυκόπιοτο κρασί και κρυφοκοίταξα με την οπτική τον παράδεισο, τον ενταφιασμένο παράδεισο.
 Μάντεψα στις αποβάθρες πλοία, μπάλωσα πανιά, κι ήμουν εγώ, που καθώς σεργιανούσα τις παγωμένες νύχτες στο λιμάνι, ανάμεσα σε κάθε λογής πόρνες και μάντευα αναπήρους και ζητιάνους στις σκιερές γωνιές του, με τεντωμένα προς εμένα χέρια και πόδια. Ήμουν εγώ που διέταζα να πάρουν όλοι οι ανάπηροί μου το κρεβάτι τους στην πλάτη και να περπατήσουν. Ήμουν εγώ που έσταζα αίμα στην ξηρασία και πνοή στα κουφάρια και τ’ αγάλματα. Εγώ που ευδοκίμησα να δω αγάλματα να περπατούν.
 Ήμουν εγώ που έσκαψα έναν λάκκο στο κέντρο του χειμώνα να ξεθάψω το καλοκαίρι, κι εμένα ήταν που ζήτησε ο λάκκος αυτός να πέσω μέσα. Εγώ τον σκέπασα με φύλλα και χαμόκλαδα και εγώ έπεσα μέσα. Από κει έμαθα τη γλώσσα των φιδιών, τώρα, μπορώ να συνεννοούμαι με τα ερπετά περίφημα, επειδή είμαι εγώ που χάρισα στον εαυτό μου τον τίτλο: ο κυνηγός της πεταλούδας.

 Έμαθα πολλές γλώσσες, συνεννοούμαι από τότε με τα ορυκτά, μιλώ στα δέντρα κι υπολογίζω τον καφέ που πίνω για ζωντανό. Με άλλαξε η ίδια η ατμόσφαιρα που δημιούργησα, ενώ, δεν στάθηκα τίποτα άλλο παρά ένα παιδί της ομίχλης. Διερεύνησα τ’ ανθρώπινα σύνορα, σε μια προσπάθεια όχι να μακρύνω το νου, αλλά να τον χάσω.

 Παράξενα πράγματα και γεγονότα με κατέβασαν στις αποθήκες, με ένα ραβδί στο χέρι να τρομάζω τα σκυλιά. Που είναι η κόλαση, εκεί πάνω απ’ αυτήν υπήρχε ένα καπάκι, άνοιξα το καπάκι κι έπεσα μέσα. Όλοι οι άγιοι ήταν εκεί. Μερικοί χαρούμενοι. Πρώτη φορά έβλεπα χαρούμενους αγίους και να γελούν. Δίπλα κυλούσε ένα ποτάμι θλίψης, όμως εγώ σημάδευα να πέσω στη θάλασσα, ήθελα, βλέπεις, να γλιτώσω απ’ τον πνιγμό. Από έναν πνιγμό που μαζί του γεννιέσαι και τόσο τον συνηθίζεις… που αισθάνεσαι όλα να σε πνίγουν εκτός του ίδιου του πνιγμού σου.

 Όμως εκεί που βρέθηκα, πέταξα το θώρακα, άρπαξα το σπαθί κι άρχισα να κόβω δρόμο μέσα απ’ το δάσος. Περπάτησα πάνω σε πτώματα, περπατούσα χωρίς δρόμο, με μια υποψία ήλιου μονάχα σαν σκυλί που τον μύριζε.
 Ξεχνούσα σαν φρενιασμένος. Ύστερα άρχισα να ερωτεύομαι την αλήθεια.  Πήρα υλικά από γκρεμισμένους πύργους κι άρχισα να χτίσω μια στέρεα παράγκα. Με τον καιρό πάτησα πάνω στη θάλασσα, ό,τι πιο στέρεο βρήκα στους βυθούς κι άρχισα να βαδίζω στην επιφάνεια των νερών, όσο έχανα σε βάρος το κέρδιζα σ’ ένα καινούργιο τίποτα. Όμως στο μηδέν δεν είναι άσχημα κι είναι πάντα τώρα.
 Πίστεψα στη δημιουργία, μικρός να δημιουργήσω τον κόσμο ξεκίνησα απ’ τη δημιουργία του κόσμου μου, τώρα χτίζω λιθαράκι πάνω στη θάλασσα κι όσο κύμα με ταράζει το κλαίω.

 Δεν ξέρω αν έγινα κατανοητός, άλλωστε το όπως αισθάνομαι για να το καταλάβεις… πρέπει να γνωρίζεις τον κώδικα, να έχεις στα στήθια σου το κλειδί που ξεκλειδώνει τις φράσεις. Θα πρέπει τουλάχιστον να είσαι απ’ το ίδιο μαρτύριο, ή απ’ το ίδιο όνειρο και να ταιριάζει το αίμα σου με το δικό μου - έστω και μόνο στις φυσαλίδες του.
 Θα πρέπει να είσαι απ’ τον ίδιο πόθο, να μην έχεις χαρακτήρα που στον σκεπάζει· να δραπετεύεις τις νύχτες απ’ τις ρωγμές της ίδιας σου της προσωπικότητας. Για να με καταλάβεις, θα πρέπει κι εσύ να χάνεις σε εγώ και να κερδίζεις σε βρέφος. Ν' αφαιρείς σε κτήνος και να προσθέτεις σ' ευγένεια. Θα πρέπει κι εσύ να λεπταίνεις. Για να με νιώσεις, θα πρέπει κι εσύ στη θέση του εφιάλτη σου, να βάζεις λάμψη!

Δεν μπορώ να σου πω εκείνο που δεν ακούς.

 

19 Μαρτίου 2017

Η Αίσθηση του Εφήμερου







 Μετά, πρέπει να έχεις διαρκώς μια αίσθηση του εφήμερου και του περάσματός σου. Σ’ αυτή την υπόθεση στηρίζεται το ανθρώπινο μεγαλείο. Οι αποφάσεις παίρνουν άλλο ειδικό βάρος, γέρνεις περισσότερο προς το συμφέρον της αισθαντικότητας και λιγότερο προς το κοντόθωρο. Αλλιώς, μπορεί και στα ογδόντα σου χρόνια να παλεύεις για πράγματα ευτελή, αν δεν έχεις καταλάβει τί θέλει να πει το ποιητή.
 Η αίσθηση του εφήμερου σε απαλλάσσει από πολλές σκοτούρες, μπορείς να συμπεριφέρεσαι και να δρας πιο ελεύθερα αν είναι να φύγεις, αν το έχεις εμπεδώσει πως είσαι περαστικός. Γίνεσαι πιο μεγαλόψυχος, γελάς με τα μαράζια, δεν επιτρέπεις να σε στεναχωρούν μικρές συμπεριφορές, μπορείς να χαρίσεις πολλά πράγματα και να αισθάνεσαι κερδισμένος. Μπορείς να τα αφήσεις όλα να φύγουν αν μένεις εσύ καλά, σε σχέση όμορφη με τον εαυτό σου.
 Δεν χρειάζεται να ακολουθείς τους ανθρώπους στα πενιχρά τους διλήμματα που τους ταλανίζουν. Αυτοί, νιώθουν τεράστια ικανοποίηση όταν κερδίζουν, όμως αν είσαι ήδη κερδισμένος τους το επιτρέπεις. 
 Δεν θα σε καταλαβαίνουν πάντα όταν ζεις με μια αίσθηση του εφήμερου, είναι ένας τρόπος σκέψης, ένας τρόπος συμπεριφοράς και ζωής, βλέπεις τα σημαντικά, τα ουσιώδη, και προσπερνάς μήκη μικρών βασανιστικών συμπεριφορών, μήκη στερημένα από πλάτος. Καταστάσεις που αιχμαλωτίζουν και πιάνουν ομήρους τις διαθέσεις, σ' έναν συφοριασμένο αγώνα για κάτι που εσύ δεν το καταλαβαίνεις.  Μπορεί βέβαια, να υιοθετήσεις μια νέα φράση στο λεξιλόγιό σου, αν ζεις με την αίσθηση του εφήμερου. Θα φτάνει συχνά ως τα χείλη σου η φράση: μα είναι δυνατόν! Κι όμως είναι δυνατόν, να περάσει μια ζωή με ασχολίες δευτερεύουσας σημασίας. Για σένα δευτερεύουσας, γι' αυτούς που ασχολούνται να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα… είναι μεγάλος πόνος να μην ψοφά!

 Μα αν έχεις την αίσθηση του εφήμερου έχεις ήδη στα χέρια σου την κατανόηση κι υιοθετείς άλλη μια φράση. Την: άφησέ το να περάσει κι αυτό. Είναι που δεν βάζεις φρένο, δεν τραβάς χειρόφρενο στις μαγκωμένες συμπεριφορές. Δεν ασχολείσαι για περισσότερο από ένα λεπτό με το ανούσιο, δεν χαραμίζεις το χρόνο σου προσπαθώντας να βρεις απαντήσεις εκεί που δεν υπάρχει ξεκάθαρη ερώτηση. Δεν επιμένεις να αλλάξεις κανέναν και κανέναν δεν θέλεις να φτιάξεις σωστό. Το μόνο που κάνεις είναι να αποχτάς κοντή μνήμη και να ξεχνάς στο λεπτό. Δεν κρατάς τίποτα που επί της ουσίας είναι τίποτα κι είναι μόνο κάτι για να φέρνει ένταση, ένσταση, αντίδραση, καυγά, φασαρία κι υποτυπώδη κοχλάζουσα επανάσταση χωρίς αντικείμενο. Άλλωστε, αν εδραιώσεις μέσα σου την αίσθηση του εφήμερου δεν έχεις θυμό, δεν έχεις οργή κι αντιπαλότητα και κανείς δεν μπορεί να μαλώνει μόνος του.

Η αίσθηση του εφήμερου είναι δώρο. Το ενενήντα τοις εκατό των ανθρώπινων συμπεριφορών δεν αξίζουν την προσοχή σου. Αν μπορείς να κυβερνάς την προσοχή σου δεν την αφιερώνεις σ’ αυτό το ενενήντα τοις εκατό. Αυτό το ενενήντα τοις εκατό είναι ο χαμένος ανθρώπινος χρόνος. Χωρίς την αίσθηση του εφήμερου ο ανθρώπινος χρόνος πηγαίνει χαμένος.

 Με την αίσθηση του εφήμερου ανοίγεις πανιά για άλλες συγκινήσεις. Αν απεγκλωβιστείς απ’ τα μικρά μαραζωμένα πράγματα… ανοίγει ένας πελώριος δρόμος να βαδίσεις. Αν σε πιάσουν αιχμάλωτο τα μαράζια του κόσμου σου τρώνε ακόμα και το σώμα.
  Όπου συναντάς μικρή συμπεριφορά, δείξε κατανόηση, χαμογέλα και πήγαινε παρακάτω. Δεν θα καταλάβει εκείνος τι κατάλαβες, όμως εσύ πέρασες απ’ τη θέση του.  Άλλωστε, αυτός που ασχολείται με όλα αυτά τα μικρά μαραζωμένα πράγματα, αν και τα φίδια τον τρώνε, είναι αθάνατος. Τι δουλειά έχεις εσύ με τους αθανάτους;  Εσύ θα πεθάνεις, είσαι περαστικός, είσαι εφήμερος. Κι έχεις γι’ αυτό, έναν καλό λόγο, όσο ζεις να ζήσεις.

 Ζήσε σαν να πρόκειται να πεθάνεις. Είναι ο μόνος τρόπος να νικήσεις το θάνατο. 


18 Μαρτίου 2017

Τα Καμώματα της Ύπαρξης







 Ο Χριστός δίδαξε την ευτυχία. Βέβαια, έμεινε ως ο ταυτισμένος με τα βάσανα και κάθε βασανισμένος άνθρωπος ταυτίζεται μαζί Του. Όμως αν  προσέξεις, βλέπεις πως τα βάσανα, ήταν μόνο ένα μικρό μέρος της ζωής του Χριστού. Η διδασκαλία του είναι φωτεινή, γεμάτη ελπίδα, κουράγιο και φως, πράγματα δηλαδή, που πηγάζουν μεν απ’  τη δυστυχία, όμως δεν ζουν σε αυτήν και καταστρέφονται στην ευτυχία. 
 Ο δυστυχισμένος άνθρωπος βλέπει ένα μέρος του Χριστού και ταυτίζεται με αυτό, έτσι νιώθει, τον βολεύει. Ο ευτυχισμένος ανακαλύπτει μια άλλη πλευρά του και φτάνει πιο βαθιά στο λόγο του, έτσι νιώθει, τον βολεύει. Η διαφορά είναι πως στο βάθος υπάρχει το δίκιο. 
  
 Ο Χριστός έδειξε το δρόμο να φτάσεις σ’ Αυτόν, δηλαδή την κατάστασή του. Όμως ο άνθρωπος έδειξε τον Χριστό ως έξωθεν σωτήρα του. Η θρησκεία έγινε κατά τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είπε, είναι δύσκολος και σκληρός ο δρόμος της σωτηρίας, σώσε με Εσύ Χριστέ μου. Ο άνθρωπος το είπε η θρησκεία το εφάρμοσε κι απόχτησε εξουσία. Σε συνδυασμό με την πολιτική έδωσε στον άνθρωπο ό,τι γύρεψε. Δηλαδή να μην έχει ευθύνη για τον εαυτό του. Η ζωή είναι σκληρή. Ο άνθρωπος είπε, την παραδίδω σ’ εσάς, τις δύο κυβερνήσεις, κάντε ό,τι θέλετε με αυτήν, εγώ θα ζήσω στον κόσμο μου, το μυαλό μου, τη σκέψη μου, ας μείνει μακριά μου η αλήθεια μου, δεν επέλεξα τη ζωή μου, ας περάσει γρήγορα να ξεμπερδέψω μαζί της. 
 Κανένας σωτήρας δεν μπορεί να σε σώσει, πρέπει να σωθείς μόνος σου. Για να πας στον παράδεισο πρέπει να τον βρεις εδώ, σ’ αυτή τη ζωή. Το να ζήσεις αυτή τη ζωή δυστυχισμένη πιστεύοντας πως έτσι εξαγοράζεις παράδεισο… κάνει τον θεό φτηνό στις αντιλήψεις του.

 Η ευτυχία είναι το πιο ενοχικό πράγμα στη γη. Κανείς δεν τη θέλει, κανείς δεν την διεκδικεί, είναι η φυσική υπόσταση, όμως η κόλαση είναι πιο γνωστή. Ο Χριστός δίδαξε την ευτυχία που είναι, ανεξάρτητη απ’ τις καταστάσεις και τα πράγματα. Δίδαξε την ευτυχία όχι του έχω και του κατέχω, αλλά την ευτυχία του υπάρχω.
 Η θλίψη της ύπαρξης είναι μεταγενέστερη της ευτυχίας της. Ο πόνος είναι απόκτημα. Η χαρά, η ευτυχία του υπάρχω, ξεκινά απ’ την κατάσταση του τίποτα κι εμπλουτίζεται με πράγματα.

  Γιατί, για να είσαι ευτυχισμένος Με αυτό, θα πρέπει να μπορείς να είσαι ευτυχισμένος και χωρίς αυτό. Αν είσαι ευτυχισμένος με αυτό, αν εκείνο σου λείψει σου παίρνει την ευτυχία.
 Αν είσαι καλά με αυτό, χωρίς αυτό θα πρέπει πάλι καλά να είσαι. Γιατί όταν είσαι ευτυχισμένος Με αυτό, κρατιέσαι απ’ αυτό κι αν εκείνο σ’ αφήσει πέφτεις.

 Γράμματα ψιλά, θα μου πεις. Τα χοντρά είναι βάρος. Πηγαίνει κανείς πολύ κοντά στα πράγματα και τα πράγματα αποχτούν εξουσία στην ύπαρξή του. Αρχίζουν και τον ανεβοκατεβάζουν σαν ασανσέρ. Το να είναι κάποιος καλά γίνεται καλά δια το λόγο. Κι υπάρχουν πάντα λόγοι να μην είναι κάποιος καλά. Μα αν αφαιρέσεις όλους τους λόγους να είσαι ή να μην είσαι καλά… τότε πως είσαι; αυτό είναι αυτό που αληθινά είσαι. Τραβήξου σε μια άκρη απ’ την ίδια σου τη ζωή και σκέψου πως αισθάνεσαι μακριά της. Αυτό είναι το πιο δικό σου αισθάνομαι.

 Από τα πράγματα κι εμάς χρειάζεται να υπάρχει μια νοητή απόσταση, τα πράγματά σου τ’  αγγίζεις, δεν τα κρατάς. Αν προσκολληθείς στα πράγματά σου γεμίζεις πόνο, αν σπάσει αυτός ο δεσμός γεύεσαι τον πόνο, γι’  αυτό πασχίζει ο καθένας σκληρά να μην σπάσει η προσκόλληση με τα πράγματά του, γι’  αυτό ο δρόμος, γίνεται τελικά δρόμος της απωλείας.

 Αν μπορείς να σταθείς μόνος με τίποτα αυτό είναι το περισσότερο. Όλα τ’ άλλα είναι δώρα. Όμως υπάρχει κάτι ακόμα πιο δύσκολο στον ανθρώπινο αγώνα που ανεβάζει ακόμα ψηλότερα τον πήχη των δυνατοτήτων του ανθρώπου. Είναι το να είσαι μόνος με τίποτα κι ευτυχισμένος γι’ αυτό.  Αυτή είναι η καθαρή ύπαρξη, το τέλος κι η  αρχή του ανθρώπου. Όμως μη το δοκιμάσετε μόνοι σας απ’ το σπίτι σας. 


Του Αγγίγματος η Απόσταση

Λόγια - φωτιά χωρίς θερμοκρασία λόγια - ζωή χωρίς αντίκρισμα λόγια - η ευκολία προσωποποιημένη μα εγώ θέλω τα μάτι...