06 Δεκεμβρίου 2016

Η Απόσταση που μας Ενώνει







Όλα τώρα είναι εσωτερικά
το περίγραμμα του προσώπου σου
τα μάτια, το δέρμα σου·
Όλα προέρχονται από μέσα
τα δέντρα, ο κισσός που σκαρφαλώνει στην πολυκατοικία
κι η πολυκατοικία.
Εσύ αναβλύζεις από μένα και κρατάς
στο χέρι σου τη χαρά μου·
είναι απόλαυση να σε βλέπω
με πλησιάζεις και με περιεργάζεσαι
με μια περιέργεια να δεις πως μοιάζεις·
σε ξέρω απ' τ' αρχαία χρόνια ακόμα
είσαι θηλυκός άνθρωπος φυτεμένος σε μια γλάστρα
σε ποτίζω με τα λόγια μου
μεγαλώνεις στα χέρια μου
δεν μπορώ να σε κόψω γιατί είσαι χωρίς ρίζες·
όμως από κάπου κρατάς
με συνάντησες για να το μάθεις
θα στ' ομολογήσω μια νύχτα πως έπεσες
και με παρέσυρες μαζί σου·
εδώ που στέκεσαι τώρα είναι ο βυθός
δίπλα σου τρέχει ένα ποτάμι
το άλλο όλο είναι ανοιχτή θάλασσα·
είσαι εδώ κι όμως έρχεσαι προς το μέρος μου
φεύγεις και παραμένεις πάλι εδώ
για εμάς το εδώ παντού είναι
επειδή μοιραζόμαστε τα σώματά μας.

Όμως εσύ κρατάς απ' το θηλυκό γένος του κόσμου
κι εγώ απ’ το αρσενικό
όμως αυτά είναι μόνο διαφορετικά πουκάμισα που φορούμε
ταυτότητες, μαλλιά, μουστάκια κι άλλες τρίχες·
όμως καθώς ανταμώνουμε το κάνουμε
σ’ ένα φως, σ’ έναν ήλιο
αλλιώς ποτέ δεν ανταμώνουμε.

Σ’ αυτό συμφωνούμε. Εμείς - ο ένας απ’ τον άλλον
διαχωριζόμαστε από σάρκινες ίνες
και λόγια. Ό,τι μας χωρίζει είναι μια
χρωμάτων διαφορά.
Γι' αυτό κρατούμε στα χέρια μας πινέλα.
Βάφουμε έναν τοίχο διάφανο
να περάσουμε από μέσα του
να 'ρθουμε κοντά
να μειώσουμε την απόσταση από χέρι σε χέρι
να σε κρατώ με το βλέμμα μου
να με κρατάς με το δικό σου
μα ν' αφεθούμε πρώτα.


04 Δεκεμβρίου 2016

Στου Κόσμου τα Μισά






- Σου ζητώ να φανταστείς τον εαυτό σου ανεβασμένο σ΄ένα καρυδότσουφλο
μέσα σ΄ένα πέλαγος.
- Δεν μου είναι δύσκολο, έτσι ακριβώς ζω τώρα.
- Όχι, δεν ζεις έτσι τώρα, τώρα είσαι ναυαγός ανεβασμένος σε μια σχεδία. Ζεις διαρκώς μέσα στους άγριους ανέμους και ψάχνεις να δεις το φάρο. Έχεις απομακρυνθεί από μια ακτή κι αναζητάς την άλλη ακτή, τώρα διασχίζεις τη γέφυρα. Ή έχεις απομακρυνθεί από ένα λιμάνι κι αναζητάς ένα άλλο λιμάνι, πράγμα που σημαίνει βρίσκεσαι στη θάλασσα και τη διασχίζεις. Μα αν σου έλεγα εγώ, πως όλα αυτά είναι μόνο παιγνίδια του μυαλού σου? Δεν θα πατήσεις ποτέ ξανά το πόδι σου σε ακτή, τώρα που άφησες τη μια, που δεν ήταν ούτε αυτή ακτή μα σαν ακτή την έκανε να μοιάζει η όποια σιγουριά σου. 
 Όμως η σιγουριά σου έγινε με τον καιρό εχθρός και σε μάγκωσε, σε γράπωσε, σε κράτησε γερά και της αντιστάθηκες. Γιατί η σιγουριά σ' έδεσε απ΄το πόδι με μια αλυσίδα και σου τσάκισε τα φτερά. Έτσι, χωρίς να το υποψιάζεσαι, άρχισες να υπονομεύεις την ίδια τη σιγουριά σου κι έστω λιγάκι στην αρχή θέλησες να ξανοιχθείς, διαφορετικά ούτε ζωή ούτε ελπίδα είχε.
Κι αφού έκανες κάποια βήματα – που θαρρείς μόνα τους έγιναν – έριξες μια το βλέμμα στην άγνωστη θάλασσα που ανοίγονταν μπροστά σου και μια στην γνωστή ακτή που εγκατέλειπες. Ένιωσες για τα πίσω νοσταλγία, για τα μπροστά κίνδυνο. Μα μετά από εκείνο το πρώτο βήμα - που άθελά σου μονάχα η ψυχή σου έριξε γιατί δεν βάσταζε άλλο - τώρα δεν μπορείς και κανείς δεν μπορεί να γυρίσει πια πίσω.

  Τώρα είσαι στου κόσμου τα μισά. Πίσω να γυρίσεις αποκλείεται και ξέχασέ το μια για πάντα. Μόνο μπροστά μπορείς να προχωρήσεις, να φτάσεις στην απέναντι όχθη, να πατήσεις σε μια δεύτερη σιγουριά που σαν χώμα μοιάζει. Εγκατέλειψες ένα ψέμα που σαν αλήθεια στέρεο έμοιαζε. Μα τώρα, μόνο η πραγματική αλήθεια μπορεί να σου φτιάξει κάτι τόσο στέρεο κάτω απ΄τα πόδια να πατήσεις ξανά σε μια βεβαιότητα. Ως τότε θα ταλαντεύεσαι και θα αιωρείσαι, ανάμεσα στο τί είναι και το τί δεν είναι. Και πάντα θα μοιάζει ως κάτι, που θα λύνεται και θα δένεται σ' ένα άλλο κάτι, εσύ θα το δένεις και μετά θα το λύνεις αν θέλεις να προχωράς.

 Στου κόσμου τα μισά θα βρίσκεις μεγάλη παρηγοριά. Υπάρχει το ίδιο μεγάλη επινόηση απ΄τον κόσμο και σένα τον ίδιο, για να περνά ο καιρός και να μην φτάσεις ποτέ στην απέναντι όχθη. Υπάρχουν ακόμα κι απολαύσεις, μετριότητες κι άλλα πράγματα γλυκά και ξινά που θα συναντήσεις και θα γευθείς, για λίγο ή περισσότερο θα θελήσουν να σε κρατήσουν. Μα όπως λέει ο ποιητής: εσύ στο νου σου νά 'χεις την Ιθάκη.

 Στου κόσμου τα μισά, δεν υπάρχει τίποτα ολόκληρο να ζήσεις να χαρείς χωρίς εσένα ολοκληρωμένο. Τ' αισθήματα είναι μισά κι έχουν πάντα δύο όψεις: τη θετική και την αρνητική. Θα ζεις τη μία θα φοβάσαι την άλλη. Θα ζεις αυτή που φοβάσαι θα περιμένεις εκείνη που ελπίζεις. Θα ζεις την ευτυχία θα την υπονομεύει ο φόβος. Θα ζεις το φόβο σου θα τον υπονομεύει η ευτυχία σου. Έτσι στου κόσμου τα μισά περνά ο καιρός και φεύγει, του μισού και πλέον κόσμου. Γιατί στου κόσμου τα μισά μισή ζωή υπάρχει.

 Στου κόσμου τα μισά, πάντα υπάρχει κάτι που ζεις και κάτι άλλο βαθύτερο που εξαιτίας αυτού θα ζήσεις. Στου κόσμου τα μισά, ζεις το επιδερμικό ως αφορμή, μόνο για να το ζήσεις, μόνο για να δεις τί κρύβεται κάτω απ΄αυτό, που φωνάζει, ωρύεται και πληγώνει να φτάσει στην επιφάνεια, να βγει έξω, να λυτρωθεί.

 Στου κόσμου τα μισά, όλα τα πράγματα σου φανερώνονται είτε με τη μία είτε με την άλλη υπερβολή τους. Είτε με τον ενθουσιασμό τους είτε με την απογοήτευσή τους.
Είτε πάνω απ΄το μέτρο τους είτε κάτω απ΄το μέτρο τους. Είτε πανάσχημα είτε πανέμορφα. Είτε απελπιστικά είτε ελπιδοφόρα, είτε τραγικά είτε κωμικά. Είτε τα γελάς είτε τα κλαις.

 Όμως τώρα έφυγες απ΄την παλιά ακτή, κι εγώ σου λέω πίσω ποτέ δεν θα γυρίσεις.
Και μπροστά, είναι το πέλαγος άγνωστο, γεμάτο κινδύνους και θεριά ανήμερα. Κι έχεις τώρα μια ευκαιρία, μια πρόκληση: να νικήσεις το φόβο σου, να ρίξεις τον εαυτό του μέσα σε όλη αυτή την περιπέτεια που σου ανοίγεται, να τον δοκιμάσεις και να τον γνωρίσεις, να φτάσεις στην απέναντι όχθη, με μια ελιά κι ένα κοφτερό μαχαίρι στο βλέμμα σου, νικητής.  

  Και σ' έχει προικίσει η φύση με όλα όσα χρειάζεσαι, πλην ενός: της απόφασής σου. Γιατί αυτή δικιά σου είναι, κι όλη η δύναμή σου περιμένει να την ανακαλύψεις. Γιατί τώρα, ποτέ ξανά δεν θα μπορέσεις να πεις: για μένα άλλος ευθύνεται. Κι είναι αυτή μια καταδίκη μα κι η ελευθερία σου.

 Όμως στου κόσμου τα μισά να μείνεις τι να κάνεις? Το ίδιο έργο παίζει πάντα και σε τσακίζει η επανάληψη. Τα κορμιά αργά ζαρώνουν, οι ψυχές το ίδιο και σβήνουν.  Το καντηλάκι τους ούτε που τρεμοσβήνει πια κι αυτά σε νεαρές ηλικίες. Γιατί στου κόσμου τα μισά, μήτε αρχή υπάρχει μήτε τέλος, παρά μόνο η αβάσταχτη κούραση της ζωής κι η μετάθεση. Τα ίδια αισθήματα μεταβιβάζονται από τη μια στην άλλη κατάσταση και μόνο πρόσωπα αλλάζουν.

 Όμως απ΄την παλιά ακτή απομακρύνθηκες και τώρα, το πράγμα όλο έχει γίνει μια πρόκληση. Θα τη δεχθείς? Και σου λέει κάποιος πως πράγματι, αν όλο το πέλαγος το κολυμπήσεις - που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το ίδιο σου το συναίσθημα που κολυμπάς - υπάρχει κάτι στην απέναντι ακτή των πόθων σου - όπως κι αν το ντύνεις - που γι' αυτό πράγματι αξίζει κανείς όλα να τα δώσει και τον εαυτό του πολλές φορές να υπερβεί και να κατανικήσει. Κι υπάρχει κάτι ακόμα μακρύτερα, στου ελαχίστου τα μέρη, που άλλοι το είπαν παράδεισο και το φτάνεις διασχίζοντας μια κόλαση. Μα όλα αυτά μέσα μας είναι. Και την κόλαση, είτε το παίρνεις νωρίς μυρουδιά πως είναι κάτι που το διασχίζεις… είτε κάθεσαι μέσα της και σαν ζωή ανυποψίαστος τη ζεις.

Μέσα στο πέλαγος η ζωή έχει μεγάλη αγωνία. 
Πως ξέρεις πως είσαι στου κόσμου τα μισά? Δεν το ξέρεις κι ίσως ποτέ να μην το μάθεις. Όμως αν προχωράς πίσω σου συχνά θα κοιτάζεις και θα ξέρεις από κει που είσαι τώρα, που ήσουν πριν. Μα να προχωράς, με τα γόνατα, με τα νύχια, χορεύοντας και τραγουδώντας, η κλαίγοντας και γλιστρώντας πάνω στα δάκρυά σου. Γιατί σημασία έχει να προχωράς, αργά αλλά να το κάνεις και πρώτος να το ξέρεις. Γιατί ο καθένας από εμάς, έχει πολλά ν' αφήσει πίσω του, που σαν δικά  του τα ένιωσε και δέθηκε μαζί τους.  Και πρέπει να αρχίσεις από τώρα να πετάς τ' άχρηστα αντικείμενα στη θάλασσα και ν' αλαφρώνεις, γιατί στην απέναντι όχθη κανείς ποτέ δεν έφτασε φορτωμένος με δύο τόνους παράσιτα κι εαυτό. Γιατί, το φόρτωμα αυτό τον τράβηξε κάτω στους βυθούς και τα μαύρα τα νερά. Έχασε τη ζωή του γιατί δεν μπόρεσε ν' απαρνηθεί ένα σαπιοκάραβο. Γιατί, αν κάτι φτάνει ποτέ από εμάς στην απέναντι όχθη, είναι ένα κελάηδισμα φωνής κι ένα πούπουλο διαθέσεως. Τίποτα άλλο.  Γιατί εμείς που κάποτε ξεκινήσαμε για την απέναντι όχθη... ποτέ δεν φτάνουμε εμείς, μόνο η παρουσία μας τα καταφέρνει.


02 Δεκεμβρίου 2016

Για Εκείνον που Ανοίγει




  
Άνοιξα για να σας περιλαμβάνω όλους
τώρα τί εσείς τί εγώ ελάχιστες διαφορές μας δένουν
τώρα μπορώ να χαμογελώ για εσάς κι εσείς για μένα να λυπάστε·
χωρίς φασαρία γέρνω στον ώμο σου και ξεκουράζομαι
μπορώ να επιτρέψω το άρωμά σου να με πάρει μαζί του
μπορώ με το βλέμμα μου να κρυφτώ στην τσέπη σου
μπορώ να μην είμαι εγώ

Άνοιξα κι έχω γίνει μικρός - χωρώ σε μια παλάμη
χαμηλώνω και χαίρομαι - αντί θυμού
είμαι πιο κοντά στους εφήβους και τα παιδιά
συνεννοούμαι με τα βρέφη και τις γάτες καλύτερα
δεν μπορείς να μου κρυφτείς - βλέπω την έκφραση

Άνοιξα κι ανοίγω περισσότερο
μυστικές αλλαγές στον κόσμο συμβαίνουν
πιάνω συνήθως στον αέρα ένα χαμόγελο
το βλέμμα έχει πάρει μια έκταση
δεν έχει κεντρί
περιφέρομαι στο πρόσωπό σου απαλά
ανάμεσα στις κρυφές σου ρυτίδες
το κρυμμένο σου δάκρυ διαβάζω
ο κόσμος είναι μπλε
δεν σε βλέπω στα μάτια απλώς
σε περιλαμβάνω 
δεν σε νιώθω απλώς
σε αισθάνομαι 

Άνοιξα και φτάνουν σε μένα μυρουδιές
ενός χαμένου κόσμου
θλίψεις αρχαίες παλιές
σφιγμένα πρόσωπα και κορμιά τσακισμένα
γυμνώνομαι κι ο κόσμος μού γίνεται γυμνός
όχι όμως αποτρόπαιος 

Ωστόσο, θα μου επιτρέψετε ένα τελευταίο πέπλο να κρατήσω
όχι για να κρύψω κάποια ντροπή μου
αλλά για να μην, όλως διόλου με αναγνωρίσετε

Θα μείνω κρυμμένος πίσω απ’ το τελευταίο μου άχυρο
ό,τι απόμεινε από ένα δάσος
κι αυτό, για πόσο ακόμα δεν ξέρω.



01 Δεκεμβρίου 2016

Η Ιστορία του κυρίου Μ.






  Ο κύριος Μ. δεν είχε πιστέψει ποτέ στο Θεό· άλλωστε δεν είχε χρειαστεί κάτι τέτοιο. Δεν είχε ποτέ ιδιαίτερες πνευματικές ανησυχίες κι η ζωή του είχε στραφεί, μόνη της θα το έλεγες, προς τις ανέσεις και τις απολαύσεις. Γόνος κάποιας ξεφτισμένης αριστοκρατικής οικογένειας, δεν είχε χρειαστεί να σκληραγωγηθεί στη ζωή του. Τα είχε βρει, εν ολίγοις, όλα έτοιμα.
 Όμως τώρα τελευταία τα πράγματα είχαν αλλάξει, είχαν αντιστραφεί κι ο κύριος Μ. γνώριζε για πρώτη φορά στη ζωή του την απόγνωση και την απελπισία· ως τώρα μόνο κρυφές ματιές σε λογοτεχνικά κείμενα έριχνε σ’ αυτά τ’ αισθήματα, μα μέσα του δεν τα είχε βιώσει. Τώρα, στου κυρίου Μ. την ψυχή, μια μαύρη άβυσσος ανοίγονταν που γύρευε να τον καταπιεί, δεν του είχε απομείνει πια ούτε δεκάρα κι από φίλος ούτε μισός. 

 Μια μέρα, εκεί που περπατούσε με σκυμμένο το κεφάλι μέσα στον κόσμο, έπεσε πάνω σ' έναν παπά. Ο παπάς, θα έλεγες, πως οσμίστηκε την κατάστασή του κι η μυρουδιά της τον γέμισε σχετικές πληροφορίες. Ο κύριος Μ. δεν μπορούσε παρά να θέλει να σωθεί. Κι ο παπάς, ήταν εδώ, στον κόσμο ετούτο, γι’ αυτή ακριβώς τη δουλειά. Πλησίασε προσεχτικά, απαλά και μ’ ευλάβεια τον κύριο Μ. και του ζήτησε να του ανοίξει την καρδιά του. Ο κύριος Μ. με χαμένο βλέμμα, στην αρχή δεν τον κατάλαβε. Μετά όμως θυμήθηκε, κάτι για σωτηρία, κάτι για έλεος, κάτι για συμπόνια και γι’ ανθρωπιά. Μα ήταν μόνο κάτι, ένα αμυδρό σκίρτημα και τίποτα περισσότερο δεν ήταν.

  Ο παπάς, ο καλός παπάς, δεν τον είδε ως ένα υποψήφιο θύμα του, ή κάτι άλλο σαν απολωλός πρόβατο, ούτε σκέφτηκε τον προσηλυτισμό ούτε δεν τον σκέφτηκε κι ούτε τον άσκησε, ήταν ένας καλός παπάς που δεν γύρευε αυτόεπιβεβαίωση κι επιπλέον, άθελά του, δεν πατούσε σε αδυναμίες και μετρούσε το κήρυγμά του. Θέλησε μόνο να καταλάβει κι αν μπορούσε να βοηθήσει. Όμως η πρώτη ενστικτώδη κίνηση του κυρίου Μ. ήταν αποτρεπτική κι ήταν έντονη αντίδραση. Είδε τον παπά εχθρικά, σαν να γύρευε κάτι από εκείνον, σαν να γύρευε την ίδια την ψυχή του· του γύρισε την πλάτη και τράπηκε σε φυγή· έφτασε σπίτι του λαχανιασμένος.

  Στου κυρίου Μ. τα χείλη, τελευταία, έφτανε καμιά φορά η φράση Θεέ μου. Χωρίς να τη σκεφτεί ή να τής αποδώσει κάποιο νόημα. Κι όχι μόνο έφτανε στα χείλη του μα την εκστόμιζε κιόλας, πολλές φορές συνοδευόμενη μ’ έναν αναστεναγμό. Με δεν την άκουγε όσο κι αν ο ίδιος την πρόφερε κι επιπλέον, δεν σταματούσε η σκέψη του εκεί να εξηγήσει. Έλεγε Θεέ μου και το προσπερνούσε. 
 Όμως τώρα χρειάζονταν εβδομήντα ευρώ κι ένιωθε γι’ αυτό το ποσό το αίσθημα της ζωής ή του θανάτου. Έψαξε στο μυαλό του για πιθανή λύση στο πρόβλημά του και δεν βρήκε ούτε μία. Πήρε ξανά τους δρόμους κρατώντας πεισματικά ετούτη τη σκέψη στο μυαλό του, έπρεπε να γυρίσει πίσω στο σπίτι του με εβδομήντα ευρώ ειδάλλως δεν θα γύριζε, κι ήταν τόσο αποφασισμένος που σε όλη τη διαδρομή  έκλαιγε και χωρίς να το καταλαβαίνει, κρατούσε σφιχτά μέσα στο χέρι του μια μικρή πέτρα. 
 Δεν καταλάβαινε γιατί την κρατά σφιχτά, όμως ένιωθε την ανάγκη να κρατά αυτή τη μικρή πέτρα με όλη τη δύναμή του σφιχτά, κι ήταν το ίδιο σφιχτά και τα σαγόνια του. Στην ουσία, αυτό που έκανε, ήταν να κρατά σφιχτά αυτή τη μία του σκέψη. Πίσω απ’ αυτή τη σκέψη ήταν η προσωρινή του σωτηρία.  Στην ουσία, αυτό που έκανε, ήταν να έχει φτιάξει έναν φίλο και να δυναμώνει την πίστη του, κρατώντας σφιχτά μόνο μια μικρή πέτρα.

 Ο κύριος Μ. περιπλανιόταν στους δρόμους μέχρι που κάποια στιγμή ένιωσε πως ο χρόνος σταμάτησε. Μέσα στην άσφαλτο, μπροστά του, υπήρχε ένα μικρό πορτοφόλι και πιο πέρα, απομακρύνονταν δύο ποδηλάτες. Έσκυψε, πήρε το πορτοφόλι κάπως αδιάφορα κι απομακρύνθηκε με άνετο σταθερό βήμα. Παρακάτω το άνοιξε, είχε μέσα εβδομήντα ευρώ. Η λογική του γύρεψε εξήγηση και κάπου να το αποδώσει. Σίγουρα είχε πέσει από έναν εκ των δύο ανθρώπων που είχαν απομακρυνθεί με τα ποδήλατα. Να τρέξει να τους βρει θα ήταν μάταιο. Μέσα στο πορτοφόλι δεν υπήρχε κανένα στοιχείο. Μόνο εβδομήντα ευρώ. Τότε, είπε, είναι δώρο, ευχαρίστησε και το κράτησε.

 Ο κύριος Μ. υιοθέτησε αυτή τη στάση στη ζωή του. Σιγά σιγά δυνάμωσε την πίστη του, και παρόλο που δεν πλούτισε, διαπίστωνε πως είχε πάντα όσα κι ό,τι χρειάζονταν στη ζωή του.  Το μυαλό του ζητούσε πάντα εξηγήσεις για όσα παράξενα του συνέβαιναν κι είχε βρει έναν τρόπο να το ικανοποιεί και να εξηγεί τα διάφορα περιστατικά που του έφερναν τα απαραίτητα να ζει. Μα έφτασε μια στιγμή, που δεν γνώριζε πια αν κορόιδευε το μυαλό του ή αν κορόιδευε την πίστη του. Επειδή, το ένα μετά το άλλο, παράξενα κι απόκοσμα πάντα περιστατικά, κάλυπταν διαρκώς τις τρέχουσες ανάγκες του. Θα έλεγες πως γύρευαν να τον πείσουν για την πίστη του, θα έλεγες πως γύρευαν να τον πείσουν για την λογική του. Κάπου ανάμεσα στη λογική και την πίστη έζησε καιρό κι η καρδιά του στο μεταξύ δυνάμωσε. Η απόγνωσή του χαμήλωσε κι έσβησε, η απελπισία του τον ξέχασε.  

 Κάποια στιγμή κατάλαβε, πως αυτή η ιστορία, τον έφτιαξε έναν άλλο άνθρωπο. Κι ίσως είχε στόχο απ’ την αρχή εκείνον. Δεν πίστεψε ποτέ σ’ έναν θεό με την θρησκευτική σημασία. Όμως εκεί έξω, τις νύχτες τώρα πια, αφουγκράζονταν, κι ήταν βέβαιος, πως κάποιος και τον άκουγε και τον καταλάβαινε. Από τότε, ο κύριος Μ. δεν ένιωσε ποτέ ξανά μόνος. Κι ήταν παράξενο σαν μερικές νύχτες το συλλογίζονταν, να μην υπάρχει πράγματι θεός, αλλά αυτός να μην αισθάνεται ποτέ μόνος.



30 Νοεμβρίου 2016

Η Καταγωγή





- Μπαίνει μες στο αίμα σου, είναι το αίμα σου, είναι η σάρκα σου και το κύτταρό σου, είναι η καταγωγή.
- Τι είναι η καταγωγή?
- Η καταγωγή σου είσαι εσύ.
- Κάνε το λιγάκι λιανά, γιατί εγώ εμένα πάντα δεν με καταλαβαίνω. Όλα τ' άλλα καταλαβαίνω εμένα όχι. Καταλαβαίνω από μένα και μετά. Αν πούμε το καταλαβαίνω ως ένα σταθερό σημείο που καταλαβαίνει, ως ένα εργαλείο. Είμαι ένα εργαλείο που καταλαβαίνει γύρω του μα δεν έχει ιδέα για το ίδιο.
- Υπάρχουν πολλοί τρόποι να καταλάβει κανείς την καταγωγή μα κυρίως δύο: η αγάπη και το μίσος. Κι άλλος ένας: το βάσανο. Αν θέλεις να φτάσεις κάπου που δεν πήγε ο πατέρας σου την καταγωγή σου εχθρεύεσαι, την καταγωγή σου πολεμάς. Σπάνια κάποιος ξεπερνά τους γονείς του, σπάνια ξεφεύγει απ’ την καταγωγή του, σπάνια ρίχνει το βήμα του παραπέρα. Η καταγωγή είναι τόσο φυσική όσο και το χέρι σου. Είναι περιβάλλον μέσα στο οποίο ζεις, η καταγωγή είναι αλήθεια.

 Ένας άλλος τρόπος για να καταλάβει κανείς, κοινωνικά αυτή τη φορά την καταγωγή, είναι η κοινωνική σκάλα. Ας πούμε πως όλοι προσπαθούν να φτάσουν στο τελευταίο σκαλοπάτι και τα σκαλοπάτια είναι εκατό. Υπάρχουν καταγωγές όπου το παιδί γεννιέται στο πενήντα, ή το εβδομήντα σκαλοπάτι κι ανεβαίνοντας άλλα τριάντα φτάνει στο εκατό. Υπάρχουν όμως και καταγωγές, που το παιδί γεννιέται στο μείον δέκα σκαλοπάτι, πράγμα που σημαίνει πως γεννιέται στο υπόγειο ενός ουρανοξύστη κι έχει όλον τον ουρανοξύστη στο στήθος του να το πιέζει. Χρειάζεται λοιπόν τιτάνια προσπάθεια για να φτάσει μόλις στους πρώτους ορόφους, χρειάζεται τη μέγιστη προσπάθεια για να φτάσει απλώς κάτω από μερικούς ορόφους μιας άλλης γέννησης.

- Είναι αδύνατον να ξεφύγεις απ’ την καταγωγή σου, είναι αλυσίδα, σε δένει, η καταγωγή είναι το πεπρωμένο.  Είναι ο κόσμος σου, σε κρατά. Είναι το αίμα σου, το ματωμένο σου αίμα. Είναι η σάρκα σου, δεν αλλάζεις ποτέ σάρκα. Με την ίδια σάρκα που γεννιέσαι γερνάς και πεθαίνεις. Είναι το ίδιο σου το υποσυνείδητο, κανείς δεν αλλάζει υποσυνείδητο. Μπορείς να μορφωθείς όσο θέλεις, να μάθεις πολλά κι ακόμα περισσότερα, πάντα θα τα τοποθετείς πάνω απ’ την καταγωγή σου, πάντα θα είναι σαν ένας Μίκυ Μάους πάνω απ’ το μαύρο σου πέλαγος. Κάθε που θα βήχεις θα βήχεις καταγωγή. Θα φτύνεις και καταγωγή θα βγαίνει στον νιπτήρα. Έχεις καταπιεί μια γιαγιά που δεν την ξερνάς απ’ τα σπλάχνα σου όσο κι αν κάνεις εμετό. Όλοι οι άλλοι αναγνωρίζουν εύκολα την καταγωγή σου εκτός από σένα - ιδιαίτερα όταν καμαρώνεις γι’ αυτήν, μαρτυράς ίσως πως γερά σε τσάκωσε.

 - Κοίτα, καταρχήν μη γίνεσαι προσβλητικός κι υποτιμάς τον Μίκυ Μάους με τέτοιες παρομοιώσεις. Μετά δεν είναι ακριβώς έτσι. Ο άνθρωπος είναι περίεργο ον. Είχες σίγουρα έναν πατέρα και μία μητέρα. Αυτοί είχαν έναν χαρακτήρα, έναν τρόπο σκέψης και μια ψυχολογία. Αυτοί σίγουρα ήταν κάποιοι, που σαν και σένα, θα μπορούσαν να είναι και καλύτεροι, ίσως κι άριστοι. Δεν ήταν - δεν πειράζει. Όμως το παιδί - που συνήθως μοιάζει στον πατέρα του ή τη μητέρα του σαν δίδυμο - μπορεί να μοιάσει πάλι τον πατέρα του και τη μητέρα του αλλά στην καλύτερη ή άριστη εκδοχή τους, κάτι που αυτοί ποτέ δεν υπήρξαν. Το παιδί μπορεί να ξεθάψει την μέγιστη δυνατότητα, ακόμα και το κρυφό ανεκδήλωτο ταλέντο του γονιού. Όμως το παιδί, πρέπει να φαντασθεί τον γονιό του, όπως θα ήταν αν εκείνος είχε τη μέγιστη αυτογνωσία κι είχε αξιοποιήσει στο έπακρο τον εαυτό του. Τότε το παιδί θα εκπλαγεί, θα διαπιστώσει πως ο πατέρας του ήταν ένας βασιλιάς κι η μητέρα του μια αληθινή πριγκίπισσα. Μα πρέπει το παιδί να μπορεί να κοιτάξει πέρα απ’ τις αδυναμίες και τα προβλήματα των γονιών του αν θέλει το ίδιο να προχωρήσει παραπέρα απ’ αυτούς και να λύσει τα δικά του προβλήματα. Αν δεν λύσει τα προβλήματα των γονιών του – ακόμα και πεθαμένοι να είναι – τα δικά του θα παραμείνουν άλυτα.  Αν δεν το κάνει κάπου εκεί γύρω στα προβλήματα των δικών του θα περάσει τη ζωή του.

  Η καταγωγή είναι ένα φρένο στην ανάπτυξη κι εξέλιξη του παιδιού, που μπορεί λανθασμένα να του βγει σε περηφάνια ενώ στο βάθος θα είναι μειονεξία. Όμως ο άνθρωπος είναι ψυχή και πνεύμα, η καταγωγή έπεται. Δεν είναι πρωταρχική υπόθεση του υποσυνειδήτου, το παιδί δεν γεννήθηκε Με καταγωγή. Έπεσε αυτή μέσα στο υποσυνείδητο, έτυχε, άρα στάθηκε στο μυαλό κι από κει μπορείς να τη δουλέψεις.
 Συνήθως κάποιος την αποδέχεται κι ησυχάζει. Όμως μαζί με αυτή αποδέχεται κι ένα κάρο πράγματα που την αφορούν και τοποθετεί τον εαυτό του, βάσει αυτής, στην κοινωνική κλίμακα. Όμως είτε τοποθετείς τον εαυτό σου χαμηλά βάσει της καταγωγής, είτε ψηλά, είσαι το ίδιο ένα κοινωνικό θύμα. Είσαι το ίδιο κάτι στα μάτια των άλλων. Η καταγωγή, όπου προβάλει περιορισμό στην ανάπτυξη, μπορεί αυτός να καταρριφθεί μέσω της επίγνωσης. Δεν μπορείς ν' αλλάξεις πατέρα και μάνα, όμως η καταγωγή σε καμία περίπτωση – πλην της ασυνείδητης ζωής – δεν είναι δεσμευτική. Η επίγνωση σε απελευθερώνει από όλα τα δεσμά του παρελθόντος, είναι απλώς ένα ζήτημα τρόπου να το κάνεις.

- Κληρονόμησα. Είμαι ένας κληρονόμος. Πόσα πράγματα κληρονόμησα, ένα ολόκληρο βουνό άλυτων υποθέσεων και φοβάμαι – υποψιάζομαι μάλλον – πως τα κληροδοτώ στο παιδί μου. Κι έχω ακόμα την υποψία, πως αυτή είναι μια αλυσίδα που ποτέ δεν σπάζει, εκτός κι αν ένας κρίκος της σηκώσει μπαϊράκι κι επανάσταση. Μα και πάλι μια οικογένεια σώζεται. Μα τι να σου κάνει ένας κρίκος μπροστά σε μια ολόκληρη ανθρώπινη αλυσίδα? Και μετά, η καταγωγή των γονέων είναι μόνο μέρος του προβλήματος. Κληρονόμησα μια κοινωνία, μια ιστορία και μια ολόκληρη ανθρωπότητα. Και τώρα, για να ξεπλύνω όλη αυτή την Αμαρτία, θα πρέπει να κατέβω στη Θάλασσα και να νιώσω ξανά σαν άσπρη μέδουσα. Πέρασαν τόσα απ’ την αφύλαχτή μου συνείδηση  που το κύτταρό μου στενάζει πια. Βρήκαν, με τη γέννησή μου, μια πύλη ορθάνοιχτη και τη γέμισαν σαβούρα. Αυτό, ίσως, αισθάνομαι κάποιες νύχτες στο στομάχι μου ως σκόνη. Είμαι ένας ήλιος που ζει στην ομίχλη.

- Αγαπητέ μου, κόψε τη φλυαρία και δώσε έμφαση και δύναμη στην επίγνωσή σου. Μη σπαταλήσεις τη δεύτερή  σου ευκαιρία κλαίγοντας την πρώτη που ποτέ δεν υπήρξε ευκαιρία σου μα τύχη εν ατυχία. Κι υπάρχει τύχη μέσα στην ατυχία σου. Κάρφωσε το βλέμμα σου στην όμορφη σου στιγμή του παρελθόντος σου, όποια κι όση κι αν είναι. Δεν γίνεται, μια όμορφη στιγμή στη ζωή σου θα υπάρχει οπωσδήποτε. Αυτή η μία όμορφη στιγμή του παρελθόντος σου είναι γεννοβόλα, είναι θηλυκιά, όσο τη βλέπεις γεννά κι αυξάνεται. Κι αν έχεις στραμμένο το βλέμμα σου σε αυτή τη μία όμορφη στιγμή θα πάρει με τον καιρό όλο το χρόνο σου, και τότε χρόνο για κλάψες δεν θα έχεις. 

 Η καταγωγή σου, η πραγματική αληθινή καταγωγή σου, είναι απ΄τ'  άστρα. Είσαι αστερόσκονη. Και που ακούστηκε η αστερόσκονη, για την καταγωγή της Αχ και Βαχ να κάνει?



29 Νοεμβρίου 2016

Πέτρα & Πούπουλο






- Ο χειμώνας έπεσε.
- Γιατί το λες 'έπεσε'? γιατί το λέμε 'πέφτει'? Θα μπορούσες να το πεις ο χειμώνας ανέβηκε, αναρριχήθηκε.
- Ο χειμώνας είναι χαμηλά.
- Ο χειμώνας είναι ψηλά.
- Εγώ προσπαθώ να είμαι ευχαριστημένος και μέσα στο χειμώνα.
- Γιατί το λες 'μέσα' στο χειμώνα? Θα μπορούσες να το πεις έξω στο χειμώνα. Κι επιπλέον γιατί λες πως προσπαθείς? Υπάρχει κάτι που σε τραβάει κάτω, μια μυστική ίσως έλξη, μια βαρύτητα μαύρου? Μήπως αυτό που σε τραβάει κάτω καταφέρνει και σε κρατάει κάτω? Μα γιατί το λες κάτω? Θα μπορούσες να το πεις με τραβάει πάνω.
- Το πάνω είναι ελαφρύ. Το πάνω με σηκώνει. Είναι όπως πιέζω ένα μπαλόνι με ατμόσφαιρα μέσα στο νερό.
- Τι είναι αυτό που σε τραβάει κάτω, το ξέρεις?
- Είναι η ίδια μου η σκέψη.
- Και τι είναι αυτό που σε σηκώνει πάνω, το ξέρεις?
- Πάνω με σηκώνει ένα τίποτα. Πάνω σηκώνομαι μόνος μου. Συμβαίνει απλώς όταν η σκέψη μου με αφήσει. Κάτι άλλο με κρατά κάτω.
- Όχι, μόνο η σκέψη σου σε κρατά.
- Μα πως, αφού το ξέρω.
- Δεν το ξέρεις, το έχεις βαπτίσει με διάφορα ονόματα. Μα όλα τα πράγματα που σε κρατούν κάτω έχουν πάρει τη σκέψη σου.
- Φόρτωσα με πολλά πράγματα τη σκέψη μου. Με πολλά βάρη.
- Πρέπει να λύσεις το γρίφο. Πρέπει ν' απαντήσεις στην ερώτηση. Για να σ΄αφήσει η σκέψη σου να σηκωθείς πρέπει να την ικανοποιήσεις. Να τη χορτάσεις. Πρέπει να της ξεφύγεις, να σταθείς πιο έξυπνος απ΄την ίδια σου τη σκέψη.
- Η σκέψη μου είναι αληθινή.
- Πως το ξέρεις?
- Απ΄το αισθάνομαι.
- Δοκίμασες ποτέ ν' αμφισβητήσεις τη σκέψη σου? Ξέρεις, αμφισβητείς έτσι μαζί και το αισθάνομαι. Πες σε μια θλιμμένη σκέψη δεν είσαι πραγματική και θα δεις, πως σε πρώτη φάση θα δημιουργήσεις αμφισβήτηση στο ίδιο σου το αισθάνομαι. Στην ίδια σου την πραγματικότητα.
- Δεν γίνεται ν' αισθάνομαι λάθος, άρα δεν σκέφτωμαι λάθος.
Είναι μια εξίσωση αυτή χωρίς ενδιάμεσο.
- Ο χειμώνας όμως δεν πέφτει, εσύ πέφτεις το χειμώνα και τον παρασέρνεις μαζί σου.
- Γιατί η σκέψη με τραβάει κάτω?
- Γιατί η δουλειά της σκέψης είναι να σε τραβάει κάτω. Η σκέψη σε πιάνει, σε γαντζώνει.
- Αν αυτή είναι η δουλειά της σκέψης εγώ τι είμαι?
- Εσύ, τον περισσότερο καιρό της ζωής σου, είσαι η αντίσταση στην ίδια σου τη σκέψη. Για αυτό λες 'προσπαθώ' και για κανέναν άλλο λόγο. Όσο προσπαθείς ενάντια στη σκέψη σου προσπαθείς.
- Αν το αφήσω αυτό το πράγμα ελεύθερο πέφτει.
- Ναι, αλλά αν δεν το αφήσεις ελεύθερο σε κρατά.
- Έζησα καιρό με τη σκέψη μου, τώρα ποια είναι αυτή ποιος είμαι εγώ δεν ξέρω. Μη μου μιλάς για "άλλα πράγματα". Εγώ είμαι αυτό το κυκλικό πράγμα που αισθάνομαι. Αυτό το πάνω κάτω. Που είναι τόσο αληθινό κάτω όσο και πάνω. Κάτι πάντα με περιμένει κάτω, δεν θέλω το κάτω, δεν μ΄αρέσει το κάτω. Κάτι άλλο με περιμένει πάνω. Ά εκείνο μ΄αρέσει, είναι ωραία εκεί. Γιατί δεν μένω πάντα πάνω? Γιατί χρειάζεται να κατέβω κάτω?
- Γιατί είσαι αυτό, δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Κατεβαίνεις κάτω για να δεις τί υπάρχει κάτω. Ανεβαίνεις πάνω, κάθε φορά που λίγο απ΄αυτό που σε κρατά κάτω χάνετε, διαλύεται.
- Τι το διαλύει?
- Κυρίως η συγχώρεση. Αυτό που υπάρχει κάτω, ό,τι κι αν είναι, ψέμα είναι.
- Είναι το πιο αληθινό μου ψέμα. Είναι η πιο αληθινή μου πλάνη. Είναι η μισή μου διάθεση.
- Μπορεί να είναι και περισσότερη απ΄τη μισή. Τα τρία τέταρτα ας πούμε. Και με το ένα τρίτο της διαθέσεως σου ελεύθερο πάλι ζεις. Και λιγάκι αν κοροϊδεύεις τον εαυτό σου το φτάνεις στη μέση, κι όσο νά 'ναι, μισή ζωή τη ζεις. Όμως αυτό, το άλλο μισό, η σκιά, δεν είναι τίποτα άλλο παρά λογαριασμός ανεξόφλητος.
- Ζω παρέα με έναν ανεξόφλητο λογαριασμό. Δεν κάνει καλή παρέα.
- Έτσι γίνεται. Δεν το ήξερες? Δεν το ήξερες αγαπητέ μου πως χρωστάς? Σού το λέω πως οφείλεις.
- Σε ποιον οφείλω?
- Σε σένα φυσικά και στην ενοχή σου.
- Μα εγώ στο κράτος και τους δανειστές μου χρωστώ.
- Αυτό που χρωστάς στο κράτος και τους δανειστές σου σε σένα το οφείλεις.
- Όλη η Ελλάδα χρωστά.
- Όλη η Ελλάδα οφείλει. Στον Εαυτό της οφείλει. Δεν έχεις μόνο εσύ το "προνόμιο" της οφειλής.  Όλη η Ελλάδα δεν κοιτάζει στα μάτια της τον εαυτό της, όλη η Ελλάδα από παρελθόν ανεξιχνίαστο αποτελείται. Γι' αυτό η Ελλάδα έπεσε και πέφτει. Γιατί όπως λειτουργεί ένας άνθρωπος λειτουργεί κι ένα έθνος και μια ανθρωπότητα. Συλλογικά οι άνθρωποι πέφτουν και παρασύρουν μαζί τους τα κράτη.
- Μα δεν πέφτουν τα κράτη πρώτα και παρασύρουν κάτω τους ανθρώπους τους?
- Τα κράτη από ανθρώπους αποτελούνται. Χωρίς τους ανθρώπους τους τι μένει σε ένα κράτος?
- Έλα, ανέβασέ με λιγάκι τώρα, πες μου κάτι όμορφο κι ευχάριστο.
- Να το ακούσει η σκέψη σου να σε πάρει για μια στιγμή μαζί της. Μα πόσο θα διαρκέσει αυτό? Για πόσο μπορείς να κρατήσεις μια σκέψη μου. Μισό λεπτό ή ένα λεπτό? Κι αν χαθεί αυτή η σκέψη μου μετά τι θ' απογίνεις?
- Θα προσπαθήσω να διαβάσω και ν' ακούσω μια άλλη σκέψη που θα με κρατήσει ψηλά.
- Όμως η δικιά σου σκέψη, αν την αφήσεις να σου μιλήσει τί σου λέει? Η καρδιά σου, που παράγει τη σκέψη σου, αν την αφήσεις ελεύθερη στο σκοτάδι και στη σιγαλιά τί σου λέει? Τι σου ανεβάζει ψηλά? Τι σου μαρτυρά? Μήπως έρχεται λιγάκι μαύρο στην οθόνη σου. Ζήσε λοιπόν αυτό το μαύρο όσο βαθύτερα μπορείς. Μόνο έτσι περνάει κι οριστικά φεύγει. Το ζεις και τελειώνει. Αλλιώς το κουβαλάς πάντα μέσα σου και καθορίζει τη ζωή σου απ΄το μέγιστο βάθος.
- Δεν μπορώ να φτάσω στην πηγή του κακού. Στην πηγή του κακού μου.
- Ο εαυτός σου ξέρει. Από σένα χρειάζεται μόνο να τον ζεις όπως έρχεται και να μην τον σκεπάζεις. Θα περάσει ο ένας εαυτός σου θα διαφανεί ο άλλος.
- Είμαι σκεπασμένος από εβδομήντα εαυτούς.
- Μπορεί και περισσότερους, ζήσε τους όλους μέχρι να φανείς εσύ. Ζήσε αυτό που δεν είσαι και θα φτάσεις να ζεις αυτό που είσαι. Γιατί κι αυτό που δεν είσαι δικό σου είναι και σαν δικό σου το ζεις και περνάει. Ζήσε τις φλούδες σου και φτάσε στο ζουμί σου, είσαι ένα πορτοκάλι. Ένα γλυκό πορτοκάλι μα κι η ξινάδα δικιά σου είναι. Σπάσε το τραχύ σου περίβλημα, το τσόφλι σου, είσαι αυγό, μόνο η αγάπη σου μπορεί να σε γιατρέψει. Ζήσε συντροφιά με την καλύτερη παρέα που μπορείς να έχεις. Γίνε φίλος σου, φίλα το χέρι σου αλλιώς θα σε χαστουκίζει. Βίωσε τον εαυτό σου και θα περάσεις εσύ. Και θα φανείς εσύ απ΄τα βάθη της καρδιάς σου αστραποβόλος και μοσχομυρισμένος σαν άγγελος, γενναίος κι υπέροχος στρατιώτης μέσα απ΄την κοιλάδα των δακρύων σου θα αναδυθείς γι' έναν τελευταίο χορό στη ζωή σου. Και δεν θα πεθάνεις ποτέ ξανά.

- Να βιώσω τον εαυτό μου, να περάσω εγώ. Να διαφανώ πάλι εγώ, χωρίς θλίψη, χωρίς πόνο, αβαρής κι ελαφρύς σαν πούπουλο, ελεύθερος απ΄την ίδια μου τη σκέψη και τη δυναστεία της. Τι παράξενα λόγια που είναι τούτα? Να βιώσω εμένα, να ζήσω εμένα, για να φτάσω σε μένα, μα ποιος είμαι εγώ?
- Είσαι ο άνθρωπος φλούδες. Θα το βρεις, θα το δεις, θα είναι εκεί, σε περιμένει.
- Θαρρώ χάθηκε.
- Δεν γίνεται να χαθεί. Σε περιμένει.
- Ο κόσμος που γνώρισα με σκέπασε πια.
- Είσαι κάτω απ΄τον κόσμο που γνώρισες. Σκάψε λιγάκι με τα νύχια σου. Μη φοβηθείς μη σπάσεις κάποιο νύχι. Μη φοβηθείς, σχίσε το καλτσόν να φανεί η σάρκα. Σε πίεσε τόσο πολύ ο κόσμος που εσύ έχεις φτάσει στις φτέρνες σου.
- Αξίζει άραγε αυτό να το προσπαθήσω? Θαρρώ είναι προτιμότερο να ζήσω συντροφιά με τον εφιάλτη μου. Μού είναι τόσο γνωστός, συνήθισα τώρα. Χωρίς τον εφιάλτη μου νιώθω μισός. Η μοναξιά με περιμένει σε μια γωνιά άγρια να μου χιμήξει. Κι εγώ έχω μάθει να φεύγω και ν' αποφεύγω. Ετούτη η ανατροπή που μου μιλάς θα μου κόστιζε σε αίμα. Δεν ξέρω πια τι είναι σταθερό.
- Ο Θεός είναι σταθερός.
- Ο Θεός για λίγο μου φανερώνεται πολύ τον χάνω.
- Όταν φύγεις απ΄το μυαλό σου, απ΄τη ζωή της σκέψης σου και φτάσεις στην καρδιά σου... θα δεις πως ο Θεός χαμογελάει.
- Ο Θεός είναι θυμωμένος.
- Ο Θεός χαμογελάει. Μόνο εσύ έχεις θυμό, γιατί μόνο εσύ κρατάς τον εαυτό σου και σου είναι θυμωμένος.
- Ο Θεός αλλάζει συχνά πρόσωπα.
- Ο Θεός δεν έχει πρόσωπο. Μόνο εσύ μπορείς ν' αλλάζεις αισθήματα κι εικόνες. Κι ο Θεός είναι κατ εικόνα κι ομοίωσή σου.
- Εμείς είμαστε κατ εικόνα κι ομοίωση του Θεού.
- Ποια η διαφορά?

 - Θέλω τώρα να κλάψω, να μετανιώσω για τη μισή ζωή μου. Είναι σκληρό να μετανιώσω για τη μισή ζωή μου. Γι' αυτό δεν το κάνω.
- Διόλου μην ανησυχείς, σε όλους συμβαίνει, όλοι αυτό κάνουν αν αυτό σε παρηγορεί. Για αυτό υπάρχει η μετάνοια, γι' αυτό υπάρχει η συγχώρεση. Ούτε ένας άνθρωπος υπάρχει στη γη που δεν χρειάζεται, να χρειάζεται να συγχωρέσει τον εαυτό του - αν αυτό σε παρηγορεί.
Συγχώρεσε τον εαυτό σου για να μην σου φταίει. Δεν είναι μυστικά αυτά, δεν είναι κρυφά, δεν είναι κρυφά ευαγγέλια, δεν είναι για τις κάμαρες μέσα να σέρνονται ύπουλα σαν φίδια οι κατάρες. Είναι για τις πλατείες, για τους ανοιχτούς αγέρηδες. Δεν είναι η έκφραση για να τη μασάς αλλά για να τη φωνάζεις.
 Δεν είσαι μόνος σου. Είναι μια ολόκληρη στρατιά ανθρώπων, που σε καταλαβαίνει, σε νιώθει, σε υποστηρίζει και σε υπερασπίζεται στον αγώνα σου. Κι ένας ολόκληρος ουρανός είναι μαζί σου. Κι η ίδια σου η θάλασσα, απ΄τα ατελεύτητα βάθη της, μαζί σου είναι όταν γυρίζει. Το κύμα της μόνο είναι ψηλό και σε φοβίζει. Μα όταν ανοίγει ο καιρός και γαλήνη επικρατεί, το διαπιστώνεις καθαρά πως είναι μαζί σου. Εκείνο που επιδιώκεις, που προσπαθείς να πετύχεις, που προσδοκάς κι ονειρεύεσαι. Γιατί όσο το θέλεις να το συναντήσεις, αλλά τόσο κι Εκείνο το θέλει. Είναι δικό σου, μακριά σου δεν μπορεί. Στον νοητό σου κόσμο με το σώμα σου θα βρεθείς. Έτσι συνέβαινε πάντα κι έτσι θα συμβαίνει ως το τέλος του κόσμου. Για όλους τους ανθρώπους χωρίς καμία εξαίρεση. Ο νόμος είναι η ευκαιρία σου. Κι ο νόμος λέει εσύ είσαι η ζωή σου. Μ' εσένα καλύτερο τα χειρότερα μην περιμένεις. 
 Μα αν υπάρχουν χειρότερα να τα ζήσεις, μην τα φοβηθείς, μην τ' αρνηθείς, γιατί μένουν σαν πέτρα στη θάλασσα. Ζήσε τα χειρότερά σου, επίτρεψέ τα να περάσουν από πάνω σου, να σε διασχίσουν με το βίωμα. Επίτρεψέ τα να σου μάθουν τη ζωή. Κι αυτά θα χαθούν και θα εξαφανιστούν σαν ένας μόνο πυκνός άνεμος που τον κράτησε η ψυχή σου. Κι αφού περάσει αυτή η περίοδος, η ευτυχία σου αργά θα σε σηκώσει. Γιατί η ευτυχία είναι βαθιά, είναι κάτω από όλα. Κι όλα είναι για να περνούν, η ευτυχία μένει. 
 Και μην ακούς στιγμές πως είναι. Η σκέψη έτσι μιλά. Η ευτυχία είναι εσωτερική κατάσταση. Μην την ψάχνεις έξω από σένα. Και τώρα, αυτή τη στιγμή, ευτυχισμένος είσαι, αλλιώς δεν θα ζούσες. Μια μυρουδιά μόνο ευτυχίας αρκεί για δέκα χρόνια βασάνων. Το κουράγιο της βαστάζει βουνά με δάκρυα.
 Ζήσε εσένα, όπως κι αν είσαι. Κι εσύ από κάτω πάνω θα βρεθείς, αφού περάσεις απ’ το πρόσωπό σου κι αγαπήσεις τη ρυτίδα σου.

 - Θέλω. Όμως μπορώ? Κι επιπλέον μ’ αφήνουν?
- Δεν είναι αυτά τα διλήμματα μόνο δικά σου αγαπητέ μου, μην τα οικειοποιείσαι. Όλοι τ’ αντιμετώπισαν. Φυσικά θέλεις. Φυσικά μπορείς. Φυσικά σού το επιτρέπουν. Λες να θέλουν στον κοινό κόσμο το βάρος σου που προσθέτεις? Το βάρος σου, να ξέρεις, πως όλοι από ένα γραμμάριο επωμίζονται. Σε θέλουν καλύτερο, σε θέλουν χαρούμενο κι ευτυχισμένο, γιατί αυτά είναι μεταδοτικά. Όλα σου τα στοιχεία είναι μεταδοτικά. Λες να θέλουν τη γρίπη σου?
 Σε θέλουν το καλύτερο που μπορείς να είσαι για τον εαυτό σου και τη ζωή σου, και σ’ αυτή την προσπάθειά σου όλοι σε βοηθούν, αρκεί να έχεις τα κατάλληλα μάτια να το βλέπεις. Το κάνουν συνήθως με λάθος τρόπο, μα δεν είναι λάθος, είναι ο σωστός για σένα όπως κι αν φαίνεται. Είναι ο τρόπος που χρειάζεσαι, είναι τέλειος κάθε στιγμή ο κόσμος μας κι όλες οι περιστάσεις σωστές. Είναι για να τις διαχειρίζεσαι.

- Αυτά για μένα είναι πάντα πολλά. Τώρα θα πάω για έναν καφέ να ξεσκάσω λιγάκι γιατί με βαλάντωσες. Θα καπνίσω και μερικά τσιγάρα. Μετά, εκεί στο καφενείο, θα ορμίσω λιγάκι στον Τσίπρα και τον Μητσοτάκη, (εγώ είμαι απ’ τους άλλους). Και μη θαρρείς δεν ακούω τα λόγια σου. Όπως βλέπεις συνεχίζω να είμαι και να ζω τον εαυτό μου. Κι αν μου περάσει αυτός – που καθώς τον λες εσύ γρίπη είναι – θα ζήσω τον άλλον, τον ευτυχέστερο. Μα τώρα αυτόν έχω να ζω αυτόν ξέρω. Σωστός ή λάθος μην το ψάχνεις. Σημασία έχει να πέσει ο Τσίπρας, αυτός φταίει για όλα. Θα κοιτάξω μέσα μου μια άλλη μέρα, κι αν δεν μου φτάσει αυτή η ζωή τότε στην επόμενη.

- Εγώ πάω από κει.
- Εγώ από δω.
- Δεν ανταμώνουμε.
- Μισό λεπτό. Ποιος θα πληρώσει τους καφέδες?
- Εσύ. Εσύ πάντα πληρώνεις γιατί εσύ χρωστάς κορόιδο.
- Την τύχη μου μέσα…
- Είναι η μοίρα σου φίλε μου να πληρώνεις. Η κακιά σου η μοίρα. Πάω από κει. Απ΄το άλλο πεπρωμένο.
- Μισό λεπτό, περίμενε ρε φίλε να το σκεφτώ λιγάκι, ίσως έρθω κι εγώ από κει. 
- Έλα, μα θα έρθεις με όλα αυτά που κουβαλάς και μαζί σου θα τα σέρνεις, στο δρόμο τα ξεφορτώνεσαι. 
- Και πως ξέρω πως απο κει είναι σωστά?
- Δεν το ξέρεις, το υποψιάζεσαι από κάτι αβάσταχτο που κρύβεις μέσα σου. Αρχικά μόνο το πιστεύεις, μετά η πίστη σου δεν θα σου χρειαστεί. 
- Από κει ρε φίλε... αχ! δηλαδή τώρα χρειάζεται να επιλέξω?
- Το ξέχασες κι αυτό. Ναι, χρειάζεται να επιλέξεις και ν' αναλάβεις μαζί και την ευθύνη της επιλογής σου.
- Δεν το μπορώ αυτό ρε φίλε. Δεν γίνεται να ζήσω χωρίς να επιλέγω και χωρίς την ευθήνη μου?
- Πως δεν γίνεται. Άνετα ζεις χωρίς ζωή.
- Δύσκολα μου βάζεις μωρέ φίλε.
- Τα δύσκολα είναι μέσα σου. Τα ζεις μα δεν τα ξέρεις. Τα ζεις Σαν να πρόκειται για τη ζωή σου. Τόσο αλήθεια είναι.
- Θα μείνω με τα δικά μου.
- Μην αυταπατάσαι. Με ξένα μένεις.
- Με καταρράκωσες τώρα.
- Πως αλλιώς θ' αναγεννηθείς?

- Δεν γίνεται να πάω λίγο από δω και λίγο από κει?
- Πως δεν γίνεται. Όλος ο κόσμος αυτό κάνει. 
Είναι η απόφασή του.