21 Ιουνίου 2017

Θερινό Ηλιοστάσιο






Μεγάλη μέρα και στο βίωμά της ακόμα, ατέλειωτη
μήτε θυμάμαι το πρωί
φαντάσου, λέει, μια τόσο μεγάλη μέρα σαν τη σημερινή...
να μην είχα λίγες τουλάχιστον μικρές χαρές
σαν δώρα μέσα σε δωμάτιο σκοτεινό·
μεγάλη μέρα, όμως θυμάμαι και μεγαλύτερες
μέρες αβάσταχτες που ήλπιζες να περάσουν με μιας
και να πέσει η όμορφη νύχτα που σε σκεπάζει
σε περιθάλπει, σε προστατεύει και σε γιατρεύει,
η νύχτα που παίρνει μακριά τον κίνδυνο·
υπέροχος ο ήλιος
όμως επικίνδυνος για τις σκιές μας
μεγάλη μέρα
μα να ήταν όλη απ’ άκρη σ’ άκρη της ευτυχισμένη
μηδέ θα την καταλάβαινες - σαν αέρας θα περνούσε
που τον ανασαίνεις λαίμαργα·
μεγάλη μέρα, μια τέτοια μεγάλη μέρα, φτάνει και περισσεύει
για μια ζωή·
μεγάλη μέρα μα στην αίσθησή της ανεπαρκείς
η σκέψη τη γρατζουνά - δεν την αφήνει να ησυχάσει
το βλέμμα, για λίγο στράφηκε στα ένδοξα πουλιά
στα σπουργίτια, τις δεκοχτούρες και τα αμέριμνά των
κι επέστρεψε ξανά στην κοιλάδα των βασιλέων
να ξεθάψει τον νεκρό βασιλιά·
οι ήχοι της περίεργα έφταναν
θαμποί σαν όραση·
η παρατήρηση διακεκομμένη - χάνονταν έβγαινε η ήλιος
κι απ’ τα δέντρα λίγο πράσινο έλειπε
μεγάλη μέρα - να σε καταπιεί ως το μεδούλι
να της αφεθείς, να της χαριστείς
χαμένο πάλι πήγε εν μέρη, τόσο κελάηδημα πουλιών.
Χαμένος κι εγώ, στης σκέψης τους διαδρόμους
να πιάνομαι από ένα μυρμήγκι
που κόπιαζε να κερδίσει τη ζωή του
στο πάτωμα της αυλής.
Σε κείνο το μυρμήγκι, λέω, θεέ ολόκληρος να δοθώ
χωρίς σκέψη καμιά, θ’ αγγίξω σίγουρα το μεγαλείο σου
και την απόλαυση του κόσμου που μου ετοίμασες

Όμως μεγάλη μέρα
και δεν νυχτώνει ούτε ξημερώνει πάντα
σε σωστή ώρα
θα ‘χω χάσει κάμποσα ηλιοβασιλέματα
χωρίς εμένα
τόσα πράγματα περιμένουν να τα δω για να υπάρξουν·
μεγάλη μέρα - ηλιοστάσιο θερινό
κάποια αντιστροφή και σε μένα γυρίζει
ένα πάνω κάτω έρχεται
κι ένα κάτω ανεβαίνει πάνω
κι εγώ, με όλες τις δυνάμεις μου
το ανάμεσά μου πολεμώ

Μα δεν ταιριάζει εδώ να πω, δουλειά δεν είχε ο διάβολος



19 Ιουνίου 2017

Η Αγάπη στις Δημόσιες Σχέσεις








Στις δημόσιες σχέσεις συχνά χρησιμοποιούσε τη λέξη φίλος, τη λέξη αγάπη
μια βαθιά ανάγκη την διακατείχε
είχε χάσει την επαφή με τον εαυτό της
κι η ευκολία ξεμύτισε·
μα η αγάπη χάθηκε, και η φιλία χάθηκε
έγιναν τα ακριβά φτηνά

Την αγάπη δεν τη γνώριζε, τη φιλία δεν την γνώριζε
δεν γνώριζε πόσο αμετάκλητα αισθήματα είναι αυτά
παρά γνώριζε μόνο την προφορά τους·
κάτι κρεμασμένες λέξεις στα χείλη της
δεν κατανοούσε το βάθος της θυσίας

Αγάπη; φιλία; μα αυτά σε σκοτώνουν
και δεν σκορπάς δεξιά κι αριστερά το θάνατό σου
τον διαφυλάττεις για το κατάλληλο πρόσωπο
τα διαφυλάττεις για τον προδότη σου
δεν αγαπάς τον αέρα, δεν πιάνεις φιλία με τον αέρα
τον πόνο σου αγαπάς, τον πόνο σου αγαπάς και στον φίλο σου
αλλιώς σε ρημάζει η ευκολία

Στις δημόσιες σχέσεις υπήρξε καλή
συχνά στις συγκεντρώσεις φιλοφρονήσεις άλλαζαν
καλή μου, χρυσή μου, αγαπημένη μου και τα τοιαύτα
μα η καρδιά ορφανή
τις νύχτες γύριζε σπίτι της κι αγκάλιαζε έναν σκύλο
το μόνο πλάσμα που αγάπησε και την αγάπησε

Ποτέ δεν του είπε σ’ αγαπώ
όλη την προφορά στους ανθρώπους την ξόδεψε
στερημένη από αληθινή αγάπη
με την ανάγκη της να χτυπά
τον στόχο της να φωνάζει
να τη διώχνει η μοναξιά
δεν καταλάβαινε πως ελάχιστοι
αγάπησαν τους ανθρώπους
κι όσοι το έκαναν οι άνθρωποι τους σκότωσαν

Τους ανθρώπους τους χρειάζεσαι
όμως με τα αισθήματά σου μην παίζεις
γιατί θα χαθείς
και δεν θα βρεθεί ποτέ η ακρίβεια
γιατί αν αγαπάς μπορείς
μόνο ακριβώς να αγαπάς
γιατί ακριβή είναι η αγάπη
και μονάκριβη.

Σε ρημάζει η ευκολία.  


18 Ιουνίου 2017

Το Μη Εγκώμιο του Πατέρα







 Δεν είμαστε παιδιά μιας τυχερής γέννησης, μα ποιος ξέρει τί είναι μια τυχερή γέννηση? Δεν είμαστε  παιδιά μιας εύκρατης οικογενείας με όλες τις προϋποθέσεις μιας αξιόλογης ανάπτυξης. Όμως ποιος τα ξέρει όλα αυτά που η ζωή συχνά τα αναποδογυρίζει.
 Ωστόσο στα σπίτια μας είχαμε λουλούδια που καμιά φορά δάκρυζαν. Και μια σκάλα ορφανή που κανένας δεν την ανέβαινε κι όλοι την κατέβαιναν. Κι έναν εξωτερικό φούρνο - εκεί ψηθήκαμε όλοι λίγο πολύ. Η φωτιά, συχνά μας έφτανε κι απ’ τη γειτονιά, το περιβάλλον, χοντρά τα ντουβάρια στα σπίτια μας μα δεν κρατούσαν έξω τον αλαφιασμένο κόσμο. Είχαμε νύχτα κοινή και χωρισμένη μέρα.
 Την ψυχολογία τη σπουδάσαμε νωρίς, και πριν ακόμα τη μάθουμε, σπεύσαμε να την ασκήσουμε. Κάναμε την πρακτική μας στο σώμα μας.
 Ο πατέρας συχνά έρχονταν σπίτι φορτωμένος, ζήτημα είναι να άφηνε κάπου για λίγο τα βάσανά του, αν τα ακουμπούσε τα ακουμπούσε για λίγο στη μητέρα και σ’ εμάς.
 Κάποια κληρονομήσαμε άλλα μας ξέφυγαν, όμως σίγουρα με τον καιρό αποκτήσαμε δικά μας. Αργότερα μάθαμε τη χρήση του μη μέτρου, ζυγίσαμε τον εαυτό μας, ζυγίσαμε και τους άλλους και καταλήξαμε πως η σωτηρία μας ήταν το κενό.

 Μνήμες, αναμνήσεις σκυλιά λυσσασμένα. Στα σπίτι μας θα πρέπει να πέθαναν πέντε άνθρωποι κι όλοι από πέντε φορές. Πέθαιναν μια απ’ την καλή τους και μια απ’ την ανάποδή τους, το μόνο που δεν πέθανε σ’ αυτούς είναι η αγάπης τους, συχνά η ανομολόγητη, καταφέρνουν να μας αγαπούν είκοσι χρόνια πεθαμένοι.

 Ξεκινήσαμε από νωρίς τη συγχώρεση στα μέρη μας - πλην κάποιων που την παίρνουν μαζί τους στο θάνατο. Συχνά φτάνει στο στόμα των παιδιών: καλός πατέρας ήταν μα...
 Σ’ αυτό το μα τρεις άνθρωποι χώρεσαν ανεξερεύνητοι. Τρεις άγνωστοι, τρεις που ούτε γεννήθηκαν ποτέ ούτε πέθαναν. Καλός ήταν μα...
στο μα πέφτει το ερωτηματικό.
Καλός ήταν μα...
στο μα πέφτει η έλλειψη.
Καλός ήταν με τελεία σπάνια το ακούς στους τόπους μας.

 Καλοί υπήρξαν οι πατεράδες μας - κάποια καταφέραμε από μόνοι μας να μην έχουμε παράπονο. Δεν ξέρουμε τί λέει βέβαια η ψυχή μας. Δεν μας άφησαν πολλά τραύματα, ούτε λιγότερα ούτε περισσότερα απ' τα δικά τους. Άλλωστε υπήρξαν άνθρωποι της γενεάς του πολέμου κι εμείς τα τραύματά μας τα καλλωπίζουμε.

 Καλοί ήταν, κομματάκι σκληροί κι απότομοι. Άγαρμποι και διαρκώς είχαν εκείνο το αίσθημα του κινδύνου, πέθαναν κι ακόμα ο κίνδυνός τους παραμένει. Πάντα κινδύνευαν μα σπάνια πέθαιναν απ’ τον κίνδυνό τους, ποτέ δεν καταλάβαμε τι τους απειλούσε, μάλλον η ίδια η ζωή.

 Για να γιατρευτούμε, χρειάστηκε να κατέβουμε πιο κάτω απ’ αυτούς, στη θάλασσα και τη ζητήσαμε να μας υιοθετήσει. Τώρα τους αποκαλούμε γονείς των σωμάτων μας και βρίσκουμε την προέλευση του πνεύματός μας στην άμμο, ή στ’ αστέρια.
( Άλλοι το κάνουν με νεράιδες ή αγγέλους )

 Καλοί άνθρωποι, βράχοι στάθηκαν δίπλα μας, αυτό ήταν και το κουσούρι τους, εμείς τους θέλαμε μαλακούς. Όμως ήταν άνθρωποι σκυθρωποί, αγέλαστοι, κατηφείς, σαν κάτι από μέσα τους να τους έδερνε και να τους τιμωρούσε.

 Δεν θα πρέπει βέβαια τέτοια λόγια να λέμε, ημέρα σήμερα του πατέρα που είναι, γιατί τί θα σκεφτούν οι πατεράδες που μας διαβάζουν, ίσως τους δημιουργήσουμε κάποια ενοχή. Όμως αυτό είναι το λιγότερο, οι νεκροί ακόμα δέρνουν.
 Βαριά χέρια, τραχιά, δεν τα ξόδεψαν στο χάϊδεμα και τα χάρισαν στο χαστούκι.
 Βαριά χέρια, ανεπούλωτα, χέρια βαριάς καρδιάς και το άρωμά τους μαρμάρινο.

 Ας είναι καλά εκεί στα ψηλά τώρα που μας γελούν. Κι ευτυχώς, εκείνη η πλευρά τους η αδέξια, ποτέ δεν κατάφερε να τους κερδίσει ολόκληρους. Άθελά τους υπήρξαν, και στη ζωή και στη συμπεριφορά τους.

Αιωνία τους η μνήμη, η μισή. 

16 Ιουνίου 2017

Της Αδυναμίας το Ανάγνωσμα








 

 Συνταγές πολλές για το τί να κάνεις με τη ζωή σου, όμως όσα ξέρει η καρδιά σου δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος.
 Φτάνουν απ’ έξω όλα τα υπέροχα πράγματα τα φανταστικά, γραμμένα έτσι με μια ευκολία ν’ αρπαχτείς, σαν μυστικά που κυκλοφορούν στον αέρα.
 Ίσως να ζούμε σε έναν τραγικό καιρό εμπορίου ελπίδας στυγνής, ποιος άνοιξε τον άνθρωπο να δει;
 Τόσο γλυκά τα πιο σκληρά λόγια ειπωμένα, τόσο όλα που χάνεσαι τελικά, κυνηγημένος μέσα στα υπέροχα λόγια. Μα κάτι πάντα λείπει, δεν λείπει;
 Κοίτα με στα μάτια καλά, ξέρω τί θέλω και τί με ανοίγει, ξέρω τι με κλείνει και τί με πονά, θέλω αυτό που σου λέω, το άμεσο, θέλω το δικό μου πίσω, δεν με νοιάζουν τού κόσμου όλου οι φλυαρίες, κρατάς εσύ στα χέρια σου την παντοδυναμία μου.
 Θέλω να πάρεις αυτόν το βραχάκι απ’ το δρόμο μου με τη μαγική σου κίνηση, μη μου μιλάς για τ’  άλλα τα μακρινά, δεν γεμίζει η ψυχή μου με υποθέσεις, αυτό που με βασανίζει είναι του σήμερα. Μη με στέλνεις να το διαβάσω, χέρια ανθρώπινα το κρατούν.
 Για να περάσω και να φτάσω εκεί που μου δείχνεις... θα πρέπει στο τώρα ν’ ανταποκριθώ. Γι’ αυτό άκουσε με καλά, αν υπάρχει κάτι να φροντίσω είναι το τώρα μου, αλλιώς τα μακρινά σου θα μείνουν κρεμαστές φωτογραφίες. Μη μου μιλάς για όσα πρέπει, εγώ ένα σήμερα επιδιώκω, δώσε μου λοιπόν τον άρτων ημών τον επιούσιον σήμερα!

 Άκου: αν θέλεις να με κερδίσεις κάλυψε την ανάγκη μου, αν θέλεις να κερδίσεις την καρδιά μου κάλυψε την ανάγκη μου, αν θέλεις να κερδίσεις την καρδιά όλου του κόσμου, κάλυψε την ανάγκη τους. Μη μου μιλάς λοιπόν με σοφιστείες, ξέρω καλά πως φτιάχνω αισθήματα, στο τώρα βρίσκεται η παραγωγή.  

 Έχω μια αδυναμία, δύσκολα θα στην πω, μα αν στην πω θα σε έχω εμπιστευτεί, κι απ’ αυτό ακριβώς θα κριθείς. Κι αν θέλεις για κάτι να μιλήσουμε, φέρε στην επιφάνεια την αδυναμία σου να αναμετρηθούμε, γιατί πολύ μιλήσαμε για όλα τ’ άλλα. Ομως εμάς δεν μας ξέρουμε, αν είναι καιρός να γνωριστούμε, ξεκίνα απ’ αυτό που χρειάζεσαι, η γνώση μας δεν θα μας γνωρίσει ποτέ, έχουμε σκεπαστεί οι άνθρωποι.

 Βλέπω το πρόσωπό σου να κλαίει, έχουμε χάσει κάθε ευκαιρία για ανθρωπότητα. Μεταξύ μας μιλούμε αλλά όχι για εμάς, δεν τους βλέπεις που εκλιπαρούν για ένα άγγιγμα, φτιάξε αυτόν τον κόσμο ξανά ζωντανών κι άγγιξέ με. Σ’ ένα σημείο πονώ, εκεί βρίσκεται η αδυναμία μου, για να την γιατρέψεις θα πρέπει να μου χαρίσεις συγκίνηση, κι η συγκίνησή μου στα μάτια μου θα φανερωθεί και θα εξαπλωθεί, μα εσύ στοχεύεις πάντα στο μυαλό μου κι η καρδιά μου ζει μαζί σου νεκρή.

  Πως θα βρεθούμε; ρωτώ. Που λείπει απ’ την ομιλία σου η χροιά που με συγκινεί, και μας έχει κλείσει μέσα του ένα σύννεφο αδιαφορίας, κι εμείς, που είμαστε τόσο μικροί στο βάθος κι απροστάτευτοι, σκεπασμένοι κάτω απ’ όλα αυτά τα αδιάφορα λόγια, χάνουμε όλη τη μουσική, σε πλησιάζω πλάγια.

 Εκεί που ο καθένας πονεί, το έχει κρύψει στο μέγιστο βάθος, η αδυναμία του θα ‘χει φτάσει τώρα πια χιλιόμετρα μακριά σου, και μην περιμένεις να τη δεις στα μάτια, ούτε στα λόγια και την προφορά, αν κάτι τη φέρει στην επιφάνεια θα είναι τα γνήσια δάκρυα.

 Σου λέω, δεν ωφελεί, να μιλούμε με όλο το μερίδιό μας που δεν μας αντιπροσωπεύει, γινόμαστε πιο άγνωστοι μεταξύ μας. Υπάρχουν δυό τρία πραγματάκια στο βάθος μας το πολύ, που σ’ αυτά μπορούμε να ανταμώσουμε. Γιατί αν δεν μου φανερώσεις την ανάγκη σου, που είναι η αδυναμία σου, το καλύτερό σου κρυμμένο, στα μάτια μου δεν εκτέθηκες ποτέ, μα πρέπει ο φόβος σου να στο επιτρέψει.

 Μη μου μιλάς λοιπόν για σχέσεις αλλά μίλα μου για σένα. Και μη μου μιλάς για όλα του κόσμου αλλά για τα λίγα δικά σου, γιατί εγώ τον κόσμο από σένα τον ξέρω, κι αν εσύ δεν μου μιλάς, άγνωστός ο κόσμος μου είναι.

Μα εσύ να μου μιλάς, απ’ την πηγή των δακρύων σου και τη συγκίνηση. Δεν θέλω άλλα βιβλία να διαβάσω, η καρδιά σου όλα τα γράφει.

... Και πες μου, τί θα την κάνεις τώρα την αδυναμία σου, τώρα που ξέρεις πως η δύναμή σου όλη, έγκειται στο να την εκθέσεις. 






15 Ιουνίου 2017

Απλός Άνθρωπος









- Δεν είναι εύκολο.
- Για κανέναν δεν είναι εύκολο.
- Κι όμως το κάνουν. Και πάνε για κει
για κει για κει
που ακουστά το έχουν πως έχει μέλι.
Και πάνε για κει σαν μέλισσες.
- Ξεχνούν να ζήσουν όμως στη διαδρομή.
- Ζουν όσο το μπορούν, θα τους κατηγορήσουμε γι’ αυτό;
είπαμε δεν είναι εύκολο κι έχουν φορτίο,
έχουν σταυρό να κουβαλήσουν
φορτίο φορτίο φορτίο

- Προχωρούν κι αδειάζουν το φορτίο, κι αλαφραίνουν
όσο μπορούν το τραγουδούν
μέσα σε όλα δεν ξεχνούν να χαίρονται.
- Ενίοτε γονατίζουν.
- Ναι, γονατίζουν, όμως ξανά σηκώνονται και προχωρούν
πάνε για κει, για κει για κει
που έχουν θέσει ένα στόχο να φτάσουν
στο βάθος της θάλασσας
η καρδιά τους πονεί, την παίρνουν μαζί τους με όλα της τα βάσανα
και τους ακολουθεί συχνά ο περασμένος χρόνος
κι απειλές πάμπολλες

Κουράζονται, κι η ψυχή τους κουράζεται τελικά
όμως κοίτα που δεν εγκαταλείπουν
για λίγο σταματούν, ξεκουράζονται
παίρνουν μια βαθιά ανάσα και συνεχίζουν·
πολλά σ’ αυτή την πορεία τους πολεμούν
πολλά τους πάνε αντίθετα
πολλά τους καταβάλουν
όμως αυτοί, μέσα απ’ όλα τα συντρίμμια και τις μάχες περνούν
όλα τα διασχίζουν
λεβέντες τάδε ετών
χτυπημένοι ως τα κόκαλα απ’ το χαλάζι
από θύελλες και κατακλυσμούς
βλέπουν ένα παιδί κι αρπάζονται απ’ αυτό
βλέπουν ένα χαμόγελο κι αρπάζονται απ’ αυτό
βρίσκουν λίγη ειρήνη και σ’ αυτή κουρνιάζουν κι ησυχάζουν
κι αρκούν αυτά τα λίγα δεξιά
για όλα τα πολλά αριστερά

… και χωρίς χειροκρότημα, χωρίς παρρησία
χωρίς καν να το ομολογούν συνεχίζουν
αφήνοντας πίσω τους δάκρυα

κι ανεβαίνουν, ανεβαίνουν και συχνά γλιστρούν
και κάθε που κερδίζουν λίγο χάνουν
το όνειρό τους τούς προκαλεί
με ματωμένα γόνατα αργά χάνουν
ακόμα και την ίδια τους την απελπισία
και μένουν μόνοι, κατάμονοι, πολλές φορές
μ’ ένα δώρο κρυμμένο στα στήθια

Αμοίραστοι και παρεξηγημένοι
κι αφού έχουν υποστεί διωγμούς σαν χριστιανοί
χωρίς ακόμα και θεό
βλέπουν τους ουρανούς ν’ ανοίγουν
ν’ ανοίγουν, ν’ ανοίγουν

Κι αφού όλα τα υποστούν
κι όλα τα περάσουν...
κι αφού όλα χάσουν τη σημασία τους
κι απ’ την αρχή τη βρουν…
άντεξαν
λιγοστοί άνθρωποι, χωρίς καν θλίψεις
φτάνουν καμιά φορά στην αγάπη τους κι αναπαύονται
στη μέση του πελάγους

Εκπληρώνουν απλώς ένα υπόκωφο θαύμα
που είναι μέσα απ’ όλα όσα πέρασαν
να μην τους έχει μείνει καμία κακία
καμία πίκρα, καμία απογοήτευση
κανένα παράπονο, κανένας αναστεναγμός·
όλα τ' άντεξαν, όλα τα συγχώρεσαν
κατάφεραν να ταπεινωθούν ως εσχάτων
χωρίς καμία περηφάνια για τ' ανδραγαθήματά τους
έφτασαν στο λόφο της ειρήνης
κι είναι το κέρδος τους τώρα πια
τα ίδια τους τα μάτια

Κι είναι το κέρδος τους αυτό
κέρδος του κόσμου όλου.

Και τους ρωτάς ποιος είσαι εσύ;
Μην είσαι κάποιος θεός;
Κι έχουν το θράσος να σ’ απαντούν
ένας απλός άνθρωπος. 



14 Ιουνίου 2017

Η Κάμπια και η Πεταλούδα







- Υπάρχει μια γυναίκα, πηγαίνει στη δουλειά της κι είναι καμιά φορά αφηρημένη. Γυρίζει σπίτι της, κάνει τις δουλειές της και πολλές φορές ξαπλώνει σ’ ένα ντιβάνι. Ξαπλωμένη στο πλάι κοιτάζει το κενό, είναι φορές που καμιά σκέψη δεν τη φτάνει, μέσα στην ψυχή της θα έλεγες πως δίνεται ένας αγώνας, η ψυχή της κάτι προσπαθεί.
- Την ξέρεις εσύ αυτή τη γυναίκα?
- Όλοι την ξέρουν, λίγοι όμως τη γνωρίζουν.
- Γιατί είναι γυναίκα?
- Γιατί λίγοι άντρες ασχολούνται με το φαινόμενο της πεταλούδας, για τους περισσότερους αυτά είναι σαχλά πράγματα.
- Πως αισθάνεται όμως αυτή η γυναίκα?
- Κάτι συμβαίνει μέσα της, είναι πολύ κοντά στην μεταμόρφωσή της.
- Αυτή τι κάνει γι’ αυτό? ποιος ο ρόλος της?
- Στο σημείο που είναι δεν κάνει τίποτα, έχει ελαχιστοποιηθεί η παρέμβασή της, αυτό που γίνεται μέσα της δεν το κάνει, συμβαίνει. Το κάνει η ίδια της η φύση, αυτή μόνο το παρακολουθεί.
- Δεν μπορεί να το απαγορέψει?
- Φυσικά και μπορεί. Αν το κάνει όμως θα πεθάνει η πεταλούδα. Έκλεισε ο κύκλος της ζωής της ως κάμπια, τώρα ή θα μεταμορφωθεί σε πεταλούδα, είτε η πεταλούδα μέσα στην κάμπια θα πεθάνει για πάντα. Κι είναι φριχτό μια νεκρή πεταλούδα. Είναι απ’ όλους τους γνωστούς θανάτους ο πιο νεκρός. Σαν το νεκρό αίσθημα θάνατο δεν έχει.
Κοίτα να δεις, η κάμπια δεν έζησε μάταια, θα πρέπει να δεις της ζωή της ενιαία αλλά και διαχωρισμένη. Η κάμπια συνέβαλε για να φτάσει η ζωή της στα πρόθυρα της πεταλούδας, χωρίς την κάμπια η πεταλούδα δεν θα είχε ωριμάσει ποτέ, να είναι ώριμη για πέταγμα.
- Να αφήνεις τη φωλιά σου, το κουκούλι σου, την ασφάλειά σου, θα είναι τρομαχτικό.
- Φύση είναι, όσο τρόμο εμπεριέχει τον αντέχεις. Τη φύση ή την υπακούς ή τη σκοτώνεις, ενδιάμεσο δεν έχει. Νομίζεις εσύ, πως έχει επιλογή η πεταλούδα? Κάνεις λάθος, δεν είναι επιλογή της να μεταμορφωθεί, σου είπα, απλώς συμβαίνει. Είναι τόσο επιλογή της, όσο είναι να μεγαλώνουν τα μαλλιά της και τα νύχια της, όσα είναι να γερνά το σώμα. Έχεις επιλογή σ’ αυτά? άλλα τόσο έχει στο να μεταμορφωθεί η κάμπια σε πεταλούδα.
- Οι περισσότεροι ποτέ δεν περνούν σ’ αυτή τη μεταμόρφωση.
- Οι περισσότεροι ζουν τη ζωή της πεταλουδοκάμπιας.
- Υπάρχει τέτοιο πλάσμα?
- Βέβαια, η γνωστή πεταλουδοκάμπια. Ερωτεύεται και γίνεται πεταλούδα, ξε ερωτεύεται και γίνεται κάμπια. Παίρνει χρήματα στα χέρια της πετά, τα χάνει πέφτει. Είναι η πεταλουδοκάμπια.
 Μα αν η κάμπια μεταμορφωθεί σε πεταλούδα... η ζωή της ως κάμπια τελείωσε γι’ αυτήν, δεν μπορεί ποτέ ξανά να επιστρέψει στην ζωή της κάμπιας, και σ’ αυτό το σημείο ακριβώς έγκειται ο τρόμος.
- Είναι όλο αυτό η ψυχή αυτής της γυναίκας?
- Ναι, ξαπλώνει σ’ ένα κρεβάτι και κοιτάζει ευθύς το κενό. Η θέλησή της την παροτρύνει να βιαστεί, όμως εκείνη ξέρει πως πρέπει να περιμένει. Βία σ’ αυτή την υπόθεση δεν χωρά, σου είπα, ό,τι συμβαίνει γίνεται μόνο του. Δεν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό, μόνο το παρακολουθεί.

-  Θα μεταμορφωθούν όλοι οι άνθρωποι από κάμπιες σε πεταλούδες?
- Όχι, αν κι αυτός είναι ο προορισμός τους ως κάμπιες. Όμως στην ανατολή λένε, πως θα δοθεί στη ψυχή τους η ευκαιρία κι άλλων ζωών για να το καταφέρει η ψυχή τους, γιατί αυτό δεν το κάνεις εσύ, η ψυχή το κάνει.



12 Ιουνίου 2017

Μεγάλη Ψυχή

 
 
Η σκέψη δεν αρκεί
αργά η ψυχή σου ξεγλιστρά απ΄τα χέρια
κοιτάζει μέσα απ΄το δικό της μάτι
τα ουράνια και τα επουράνια.
Για τα γήινα όμως η σκέψη αρκεί
ποιος θέλει περισσότερα όταν δεν έχει λίγα?
και θέλει η σκέψη τη ζωή να ταχτοποιήσει
απ΄τη μέριμνα την καθημερινή να μπορέσει να βγει
να μπορέσει να πάρει άλλα μονοπάτια
να μπορέσει να καταλάβει άλλα νοήματα
να αγναντέψει ψηλότερες υποθέσεις
την καθημερινή γάγγραινα που λέγεται επιβίωση
στέγη, τροφή και φροντίδα να εξασφαλίσει
η ψυχή έτσι απ΄τα μαράζια της να ελευθερωθεί
να στρέψει το βλέμμα σε άλλες ομορφιές που την περιμένουν
γιατί υπάρχουν κι η ψυχή τις αισθάνεται

Μα τα συφοριασμένα τα βάσανα - που σαν ζωή μοιάζουν
μέσα στην ανακύκλωσή τους σε παγιδεύουν
μέχρι που κάνουν την ψυχή να σκεφτεί μια ευχή
ποιος έζωσε τον κόσμο με αυτό το ακάνθινο σύρμα?
- ή ίδια η σκέψη το κάνει - και μοιάζει ο κόσμος φυλακή
με εκείνον τον όρο, που τον λένε: να εξαρτάσαι

Ξιπασμένος αγώνας - φτωχή μέριμνα της επιβίωσης
και να το νιώθεις πως γεννήθηκες για τα μεγάλα και τα σπουδαία
μα πιάστηκες σαν ψάρι στο αγκίστρι
και σαν ποντικός στη φάκα
και σαν να μην έφταναν αυτά
να πρέπει τώρα στον εαυτό σου να δικαιολογηθείς
το ένα ψέμα πίσω απ΄το άλλο να του πεις

Και πως εσύ, που μέσα στα πλούτη και τους θυσαυρούς γεννήθηκες,
με μάτια μεγάλα και λαμπερά γεμάτα δόξα
στη φτώχεια και την ένδυα και το μαράζι, στη δύσπνοια και τις θλίψεις
μαύρος, άδειος, στεγνός, με φόβους κατέληξες
να νικάς και να νικάς, φαντάσματα και ίσκιους
και νίκη να μην έχεις, νίκη να μην κρατάς
και να πληθαίνουν οι εχθροί σου
περιορισμένος απ΄τον ίδιο σου το χρόνο

Και να κατηφορίζεις για την πατρίδα
για τον ανοιχτό τόπο
έτσι που έκλεισε η ζωή
έτσι που το ίδιο σου το σύνορο
απ' τα μάτια σου σε απέκλεισε.

Φτωχή η σκέψη, δεν αρκεί
κι η ψυχή σου μεταναστεύει σε άγνωστες ηπείρους
φτωχή η σκέψη κι η φυλακή της πικρή
κι οι θησαυροί σου απ΄το ίδιο σου το βάθος λαμπεροί
αγωνία, αγωνία να κρατάς την καρδιά σου.
 
Ποιος έφτιαξε τη ζωή έτσι μικρή
και πως θα ζήσει μέσα της τώρα
η μεγάλη σου ψυχή? 


Θερινό Ηλιοστάσιο

Μεγάλη μέρα και στο βίωμά της ακόμα, ατέλειωτη μήτε θυμάμαι το πρωί φαντάσου, λέει, μια τόσο μεγάλη μέρα σαν τη σημερ...