28 Απριλίου 2017

Η Μοίρα των Ζωγράφων






Υπάρχει μια μοίρα όταν γράφεις
να στρέφεσαι προς τα μέσα
είναι η μοίρα της απομόνωσης
αν αντιστέκεσαι σ’ αυτή δεν επιτελείς το σκοπό της γραφής
βασανίζεσαι, ταλαιπωρείσαι άδικα
βαδίζεις αντίθετα, πηγαίνεις κόντρα στην κατεύθυνση της γραφής. 
Να κατεβαίνεις, να πέφτεις, ν’ αφήνεις τα χέρια που σε κρατούν
χωρίς παράπονα, δίχως γρίνιες
να μένεις μόνος στη γωνιά που σου όρισε ο θεός
χωρίς μάταιες προσπάθειες αντίστασης
να ξεβγάζεις απ’ τις κηλίδες του το πνεύμα
την καρδιά απ’ τις σκιές της να καθαρίζεις.
Υπάρχει μια μοίρα γι’ αυτόν που γράφει
να οδηγείται, να κατευθύνεται
προς την υπέροχη άβυσσο
προς το απέραντο γαλάζιο
να διασχίζει το θρήνο
να βιώνει την εγκατάλειψη
να ξεχνά
και να βγαίνει μέσα απ’ τα όστρακα

Υπάρχει μια μοίρα που φαντάζει σκληρή
γι’ αυτόν που γράφει
και τον παρακολουθούν οι άνθρωποι μυστικά
κι εναγωνίως, γιατί τον άρπαξε εκείνο
που συνήθως οι άνθρωποι αποφεύγουν
και μερικοί στοιχηματίζουν στο κεφάλι του

Υπάρχει μια μοίρα σκληρή γι’ αυτόν που γράφει
αν θα μπορέσει ποτέ να επιστρέψει απ’ το ταξίδι του·
θα πρέπει, αφού το ξεκίνησε να φτάσει
στη λεπτομέρεια της ύπαρξης
να γίνει χρώμα

Όμως η μοίρα είναι σκληρότερη
για τα εκατομμύρια των ανθρώπων
που δεν μπόρεσαν ποτέ να ζωγραφίσουν τον πόνο τους
που δεν έκαναν τέχνη τον διάβολό τους
που δεν παζάρεψαν ποτέ με το θάνατο
που δεν κατάφεραν ποτέ να περιγράψουν μια ερωμένη
και στοίχειωσαν μέσα τους έρωτες κι έρωτες·
γιατί η μοίρα πηγαίνει με τις πιθανότητες να την πεις
γιατί αν την εκφράσεις σε χάνει

Υπάρχει μια μοίρα σκληρή γι’ αυτόν που γράφει
και μια ακόμα σκληρότερη γι’ αυτόν που δεν γράφει
κι ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο περιπτώσεις
κυμαίνονται όλοι

Ακόμα κι αν μοίρα δεν υπάρχει
ακόμα κι αν πεπρωμένο δεν υπάρχει
αυτά που γράφω υπάρχουν
για τον καθένα χωριστά
στου καθενός το προσκεφάλι
για να τα ξέρει ο ίδιος

Κι είναι πολύς κι αβάσταχτος ο εαυτός
που δεν μοιράζεται
γιατί αν τον εαυτό δεν καταφέρεις να τον ζωγραφίσεις
μαζί του δεν ξοφλάς

Είναι σκληρή η μοίρα όσων τον εαυτό τους
ποτέ δεν ζωγράφισαν
γιατί τον κράτησαν, τον απέκρυψαν
και η σκληρή μοίρα των ζωγράφων
πολλές φορές γεννά στα στήθια τους
μια πεταλούδα

Η  διαφορά μεταξύ αυτών που γράφουν
κι αυτών που δεν γράφουν
είναι μόνο οι πιθανότητες
στην ύπαρξη αυτής της πεταλούδας.

Υπάρχει μια μοίρα σκληρή γι’ αυτούς που γράφουν
όμως αληθινά σκληρή μοίρα σημαίνει
αποκλεισμός απ’ τον παράδεισο
αυτοί που γράφουν ετούτο τον αποκλεισμό
ποτέ δεν τον καταφέρνουν,
αυτή είναι η σκληρή τους μοίρα:
το να υπάρχει για αυτούς το ενδεχόμενο του παραδείσου
πάντα ανοιχτό

Οι άλλοι δεν το μαθαίνουν ποτέ
κι αυτό μόνο τους σώζει και από τη ζωή
και από τον παράδεισο.

 

27 Απριλίου 2017

Επαναστατημένος Άνθρωπος





 Τι συμβαίνει; έχουν δίκιο οι σοφοί; όταν λένε να σπας την ασφάλεια, να παίρνεις το ρίσκο, να ξανοίγεσαι, να προχωράς στο άγνωστο, να φτάνεις στη μοναξιά. Να νικάς το φόβο, να νικάς ακόμα και το θάρρος. Να σπας το αυγό, ν' ανοίγεις το κλουβί, να πετάς. Έχουν δίκιο σε όλα αυτά; αν τ’ αντιπαραθέσουμε με μια υγιή κατά τ’  άλλα ασφάλεια, με μια, γιατί όχι, ωραία ρουτίνα, με μια σιγουριά.

  Την απάντηση τη βρίσκεις στο τί λέει η ψυχή σου, πως νιώθει, αν την εμποδίζεις, αν την κατακρεουργείς, αν τη θάβεις, αν την κρατάς όμηρο των υποσχέσεών σου, αν ασελγείς στον ίδιο σου το λόγο, αν επιστρέφεις διαρκώς πίσω τη φωνή σου μέχρι να φτάσει η αληθινή φωνή σου στα χείλη σου. Αν στην προσπάθεια να ζήσεις κατέληξες να μην είσαι εσύ. Μήπως μέσα σου κρύβεις άνθρωπε μια επανάσταση;

 Αλλιώς δεν μπορώ να καταλάβω το θυμό σου. Δεν μπορώ να καταλάβω με άλλο τρόπο την αντίρρησή σου, σε νιώθω διαρκώς απέναντι και σε σχέση με όλα κάτι να υψώνεις, γιατί δεν είσαι ψηλά άνθρωπε, έπεσες, είσαι άνθρωπος έκπτωτος.
 Αλλιώς δεν μπορώ να καταλάβω την υπόγεια κραυγή σου και τα αόρατα στήθη που προτάσεις στις απόψεις. Σε κάτι αντιστέκεσαι, κάτι αισθάνεσαι να σε πολεμά, κάτι προσπαθείς να νικήσεις, το βλέπεις έξω από σένα, αν σε γυρίσω ανάποδα το βρίσκω μέσα σου.

  Τι συμβαίνει μεγάλε άνθρωπε και θεϊκέ, ποιο έντομο σε κύκλωσε πάλι και χτυπάς σαν γρύπας τα φτερά σου; έχεις επινοήσει χίλιους τρόπους να φωνάζεις, μα κανένας δεν το κάνει τόσο φανερά όσο το σώμα σου. Τι συμβαίνει άνθρωπε κι έχεις βάλει στη θέση του θεού ένα ψυγείο και θεοποιείς το γιατρό σου. Τι συμβαίνει και σ’ ακούω να μιλάς διαρκώς για κάποια αγάπη που δεν μπορείς να τη φτάσεις, ούτε να τη γευθείς, ούτε σ’ αυτή να καταλήξεις, μα μόνο μιλάς σαν παπαγάλος κι ονειρεύεσαι τη γαλήνη σου από μίλια μακριά.

  Ποιος καιρός σε κύκλωσε πάλι και που χάνεται τις νύχτες η αναπνοή σου; γέμισες τον κόσμο σου ψυχολόγους, ποιος θα σε σώσει τώρα απ’ τους ψυχολόγους κι εντέλει, πως οι ψυχολόγοι θα σωθούν απ’ τον εαυτό τους και την ψυχολογία τους; τα κίτρινα, τα κόκκινα, τα μπλε σου χάπια, έγιναν η μαργαρίτα που μαδάς.

 Ο κόσμος σου άνθρωπε κι ο κόσμος, κι ανάμεσά τους μια σάπια σανίδα για γέφυρα που την προχωράς στο σκοτάδι. Η διάθεσή σου ν’ απομακρυνθείς, η διάθεσή σου να σμίξεις, κι ανάμεσα στις διαθέσεις σου εσύ, ταλαιπωρημένε άνθρωπε, πότε να χτυπάς μια καμπάνα και πότε να βρίσκεις μια αφίσα να χειροκροτείς. Ποιος θα σε σώσει απ’ τους σωτήρες σου τώρα; και ποιος θα σε κατεβάσει απ’ όσα ψηλά ανέβασες και τανύζεσαι να φτάσεις;

 Όλα όσα τα βάπτισες αξίες για να έχεις ν’ αγωνίζεσαι. Μα έμεινες μόνος, πότε ν’ αγκαλιάζεις το ψυγείο σου και πότε μια γάτα. Προδομένε άνθρωπε, που πασχίζεις να γυρίσεις πίσω, να επιστρέψεις, κι όλο το σώμα σου γυρίζει εκτός απ’ το κεφάλι σου, που έχει στηθεί να βλέπει μια σημαία από λαίμαργα κόκαλα.

 Και μόνο σαν πετύχεις όλα όσα προσπαθείς μένεις απορημένος και λες: τώρα τι κατάφερα; και μόνο τότε το παίρνεις ξανά απ’ την αρχή, μα ποτέ πρωτύτερα. Πλανεμένε άνθρωπε, που οι οδηγοί σου σε βγάζουν πάντα στο νεκροταφείο, να πεθαίνεις μ’ ένα παράπονο για τη ζωή σου. Είσαι εσύ ο ίδιος που φωνάζεις πως δεν υπάρχει μοίρα κι είσαι πλάσμα ελευθέρας βούλησης. Εσύ που λες πως κατευθύνεις τη ζωή σου, μα δεν καταλαβαίνεις γιατί δεν μπορείς να τη χαρείς. Εσύ ο αφχαρίστητος άνθρωπος που γεμίζεις το κενό σου με σοκολάτες. Ο δυτικός παχύς άνθρωπος, που χαμογελάς και δείχνεις μια οδοντοστοιχία από ξυράφι.  

 Τι συμβαίνει πάλι άνθρωπε, ποιος θα σου δώσει την απάντηση που ζητάς; προσπαθείς να σκύψεις μέσα σου, να βρεις την απάντηση που ζητάς. Κι όλα το σώμα σου καμπουριάζει για να μπορέσεις να σκύψεις μέσα σου.

 Να μπορέσεις να κοιταχτείς στον καθρέφτη σου, γιατί το ξέρεις, γεννήθηκες να το ξέρεις, πως τη χαρά σου, την ευχαρίστησή σου, την αγάπη σου και την ευτυχία σου, δεν τα παίρνεις αλλά τα βρίσκεις. Κι υπάρχουν πάντα εκεί που τ’  άφησες να σε περιμένουν. Κατά τ’  άλλα πόνος. 

 Η ψυχή σου άνθρωπε επαναστατεί, μα κάθεσαι σαν απαθής θεατής να τη βλέπεις και προσπαθείς να την ταιριάξεις με τα λάθος λόγια σου, και να λες αυτό μου συμβαίνει για τον τάδε λόγο. Μα μην ψάχνεις να βρεις το λόγο που η ψυχή σου επαναστατεί άνθρωπε. Η ψυχή σου επαναστατεί για να περάσει και να βγει πάνω απ΄το λόγο που της δίνεις να επαναστατεί, είναι αυτόνομη κι αυτεξούσια. Οι λόγοι που έχεις για να λες αυτό μου συμβαίνει για τον τάδε λόγο, είναι η πλάνη σου. Κι ο ψυχολόγος σου θα σε πάει μέχρι εκεί που φτάνει ο λόγος να κάνεις όσα κάνεις, μα από εκεί και πέρα πρέπει να προχωρήσεις μόνος και να περάσεις πίσω απ΄το λόγο σου, για να περάσεις πίσω απ΄τον πόνο σου και να μην πονάς. Γιατί πρώτα θα πεις: δεν είμαι εκείνο που αντιστέκεται στον πόνο του αλλά εκείνο που πονάει, αν θέλεις να περάσεις πίσω απ΄το βλέμμα σου και να χαθεί ο πόνος.

 Το λόγο που έχει η ψυχή σου να επαναστατεί δεν θα τον διακρίνεις ποτέ, η ίδια η ψυχή σου είναι ο λόγος που το κάνει, το μέγεθός της κι η ουσία της, που στο σώμα σου δεν χωρά, πόσο μάλλον στη μικρή σου κοινωνία να χωρέσει και στη στενή σου ανθρωπότητα. Μίκρυνες τον κόσμο μα δεν θα μπορέσεις ποτέ να μικρύνεις την ψυχή σου να χωρέσει σ΄αυτόν. 



 



26 Απριλίου 2017

Έρωτας & Εγωισμός







Την καταλάβαινες απ' τον εαυτό σου πως δεν είχε περάσει λίγα
ήταν νευρική, αβόλευτη, στριφογύριζε στο κάθισμά της
σαν να είχε η ψυχή της μια ενόχληση, ένα εμπόδιο
που δεν άφηνε χώρο στη γαλήνη.
Βιαστική, να κοιτάζει συνεχώς το ρολόι της
να μην παραδέχεται τ' αισθήματά της
να λέει, για λίγο πέρασα να σε δω, να δω τι κάνεις
και να εννοεί πεθαίνω, σώσε με, σε θέλω τρελά, χωρίς εσένα δεν ζω
ζήτημα είναι αν αντέξω, ζήτημα είναι αν βγάλω τη νύχτα·
κι όλο αυτό το επείγον ζήτημα της ζωής της να τη διώχνει μακριά μου
και να με θέλει ωστόσο με αγωνία, με πάλη, με υπερηφάνεια, μ' εγωισμό
αλλά να μην μπορεί να παραδεχθεί, ν' αποδεχθεί, ν’ αφεθεί να βουλιάξει,
στην τρικυμισμένη της θάλασσα που τη σήκωνε
απ’ το κάθισμα που δεν είχε νησί για κείνη





25 Απριλίου 2017

Κατοικίδιος Άνθρωπος





υπάρχουν κι αδέσποτοι άνθρωποι
δώστε και σ΄αυτούς λίγη σημασία
υπάρχουν άνθρωποι που βγάζουν ανθρώπους έξω
για βόλτα μ' ένα λουρί
- μπορείτε να το δείτε σε γάμο -

επειδή δεν το βλέπετε και δεν κατουράνε στο πάρκο
δεν σημαίνει πως ένα ζώο δεν κρατάει την άκρη του λουριού
και σέρνει πίσω του άνθρωπο
κι ίσως αν προσέχατε περισσότερο ν’ ακούγατε
ανθρώπους να γαβγίζουν τις νύχτες

και πως άνθρωποι προσπαθούν να εκπαιδεύσουν ανθρώπους
να μην δαγκώνουν οι ιδέες τους
με την αρχαία μέθοδο του πόνου και του φόβου 
και του ξύλου, και της πείνας, της ανάγκης
κι ίσως εσείς, συχνά να μην βλέπετε ανθρώπους
ευχαριστημένους μ' ένα ξερό κόκαλο να κουνούν την ουρά τους
εν όψη χιλίων δυο μυρίων κακών 

πάντως σίγουρα έχετε δει άνθρωπο στην κοινωνία μας
να γλύφει το χέρι του αφεντικού του
και να δαγκώνει το χέρι που τον ταΐζει. 

Ίσως να μην κατέχετε τόσο τη ζωολογία
κι όμως είστε γεμάτοι τρίχες
κι όλοι σας παραπονιέστε πως κάποτε
ένας άνθρωπος σας δάγκωσε και σας μάτωσε! 

Τι στ' αλήθεια βλέπετε! 

Πάντως δύσκολα θα διακρίνετε την πίστη
σκύλου σε άνθρωπο
παράξενο βέβαια για ένα άθεο πλάσμα.

Τι σου είναι κι η αθωότητα!




23 Απριλίου 2017

Γραφή & Ελπίδα







- Γιατί γράφεις;
- Για να ξεσκάω.
- Θα μπορούσες να πας μια βόλτα.
- Δεν είναι το ίδιο. Θα μπορούσα να πάω μια βόλτα για να σκεφτώ, ή για να εκτονωθώ, ή για να δω.
- Και με τη γραφή βλέπεις.
- Ακριβώς, γράφουμε για να δούμε το περιεχόμενό μας, εμείς οι άνθρωποι, πάσχουμε από το σύνδρομο της ελευθερίας. Αυτό σου παρουσιάζεται με τον εξής τρόπο: να βάζεις στην αισθαντικότητα λέξεις, να την κάνεις γνωστή αισθαντικότητα. Ζητά το ίδιο το μυαλό σου να την καταλάβει, θέλεις να ξέρεις, με απελπισία κι απόγνωση πολλές φορές τί νιώθεις, κι αυτό, φτάνει ως τη λεπτομέρεια και την ξεπερνά, με τον καιρό γίνεται χρώμα. 
 Αν δεν γράφεις ο ίδιος ταυτίζεσαι μ' έναν που γράφει και λες: νά, αυτό που γράφει αυτός μού ταιριάζει, αυτό νοιώθω, κι έτσι καταλαβαίνεις και βρίσκεις τον εαυτό σου μέσα σ' ένα αισθαντικό χάος που μας ζώνει και μας περιλούζει. Γιατί οι άνθρωποι ταυτιζόμαστε πάντα στο σημείο της αλήθειας κι η αλήθεια μας αφορά όλους. Κι η γραφή φτάνει ως την αλήθεια, κι ο λόγος φτάνει, αλλά αν χρειάζεται να σκάψεις λιγάκι να βρεις την αλήθεια... τότε γράφεις. Η γραφή σε ξεθάβει.

- Που τελειώνει αυτό;
- Πουθενά, ξεκινάς να γράφεις και συνεχίζεις να γράφεις. Το κάνεις πάντα για σένα ή για ένα άλλο άτομο. Όταν γράφεις για ένα άτομο γράφεις για όλους. Αντίθετα, όταν γράφεις για πολλούς... μπορεί να μην περιλαμβάνεις κανέναν, γιατί στο βάθος, στον πυρήνα τους, όλοι οι άνθρωποι είναι ένα, ένας άνθρωπος.
  
 Στη γραφή όμως συμβαίνουν περίεργα πράγματα που χαλούν τη μαγιά. Αρχίζεις να σκέφτεσαι αυτά που γράφεις και εκεί το έχασες. Γιατί με τη γραφή αποσκοπείς σε μια σχέση με τους ανθρώπους, και κάθε είδους σχέση, αν αρχίσεις να τη σκέφτεσαι, τη χάνεις. Πάρε παράδειγμα την πρώτη σχέση με το θεό, αν αρχίσεις κι αυτή να τη σκέφτεσαι τη χάνεις. Αν θέλεις να γίνεις άθεος άρχισε να σκέφτεσαι λογικά κι η σχέση σου με το θεό θα εξατμιστεί. Μπορείς να το πετύχεις και γυρεύοντας αποδείξεις, δεν θα τις βρεις ποτέ.
  
 Οι άνθρωποι λοιπόν, καθώς γράφουν προχωρούν κοντά στον εαυτό τους, κατά βάθος γι’ αυτό το κάνουν επειδή αυτή είναι η εξέλιξή τους. Όμως καθώς προχωρούν κοντά στον εαυτό τους...μοιραία πάνε κοντά σε όλους κι απ’ αυτό το πλησίασμα προκύπτουν πολλά προβλήματα. Γιατί οι άνθρωποι, στο βάθος θέλουν να πλησιαστούν, τόσο το θέλουν, που αν μπορούσαν θα εξατμίζονταν, επειδή πονούν για μια διαφάνεια. Θέλουν να φτάσουν πίσω απ’ τη σάρκα του άλλου, θέλουν να κοιτάξουν μέσα του και δεν έχουν άλλο τρόπο να δουν μέσα τους. Και τη γραφή τους τη χαλάει, το ίδιο εκείνο στοιχείο που χαλάει και τις σχέσεις τους. 

 Δηλαδή έχουν προκαθορισμένα μοτίβα για το πως ΠΡΈΠΕΙ να είναι οι σχέσεις. ΠΡΈΠΕΙ να είναι έτσι, ΠΡΈΠΕΙ να είναι αλλιώς. ΠΡΈΠΕΙ ν’ αρέσουμε. Όμως με το ΠΡΈΠΕΙ και το ζόρι δεν γίνεται ν’ αρέσουμε. Μπορούμε ν’ αρέσουμε ΜΌΝΟ άθελά μας. Αν το θελήσουμε το χάσαμε. 
 Από τη στιγμή που θα θελήσεις ν’ αρέσεις πέρασε η κατάσταση στη σκέψη. Αν περάσει στη σκέψη τελείωσε, χάθηκε το παιγνίδι. Η γραφή είναι καρδιά με καρδιά, κάτι τέτοιο συγκλονίζει το μυαλό. Αν θέλεις να γράψεις από σκέψη σε σκέψη, καλύτερα να σκεφτείς να πας να δουλέψεις σε τράπεζα.

- Θέλεις να πεις, πως δεν πρέπει να σκεφτόμαστε τί θα πουν οι άλλοι; αυτό είναι ντεμοντέ να το λες.

- Όχι, δεν λέω κάτι τέτοιο, τους άλλους φυσικά και πρέπει να τους σκεφτόμαστε, όμως στα πλαίσια μιας καλαισθησίας και μιας ευγένειας, να μην είμαστε μοσχάρια και ταύροι με κέρατα, όχι όμως η σκέψη των άλλων να μας αλλοιώνει. Οι άλλοι θέλουν κι αυτοί να βρουν τον εαυτό τους, αν τον χάνεις εσύ πρώτος μέσα στη γραφή σου για χάρη των άλλων... δεν πρόκειται να τον βρουν ποτέ. Αν δεν βρουν εσένα μέσα στη γραφή σου ούτε τον εαυτό τους βρίσκουν.

- Η θλιμμένη γραφή είναι πιο αληθινή.
- Όχι, δεν είναι, απλώς υπάρχει πολύς κόσμος θλιμμένος.

- Πότε μπορείς ν' ασχοληθείς πλατύτερα κι ευρύτερα με τη γραφή;
- Μπορείς να το κάνεις αν το νιώθεις, δεν θα στο πούνε οι άλλοι. Αν στο πούνε οι άλλοι σε ξεγέλασαν. Στη γραφή είσαι ο διοικητής, ο αυτοκράτορας. Πού ακούστηκε ο αυτοκράτορας να περιμένει να του πούνε οι άλλοι τι θα κάνει; Αυτά είναι αστεία πράγματα, θα γράψεις και θα τελειοποιήσεις τη γραφή σου απολύτως μόνος. Μη ξεχνάς, πως ο  Χριστός, και πριν γίνει Χριστός για τους άλλους,  Χριστός ήταν. Και ξέρεις τι είπε; Είπε: Εγώ τον κόσμο τον νίκησα. Παραδειγματίσου λοιπόν, αν δεν νικήσεις τον κόσμο, δεν μπορείς να του κάνεις καλό!

 Για ν’ ασχοληθείς πλατύτερα κι ευρύτερα με τη γραφή, θα πρέπει να φτάσεις να έχεις μια σύλληψη, μια πρωτογενή ιδέα. Αυτή την ιδέα αν την ανοίξεις, εσωκλείνει ένα τεράστιο περιεχόμενο να ξεδιπλώσεις, αν σε απορροφήσει μια τέτοια μόνο ιδέα κι έχεις μια τέτοια σύλληψη… τότε κάντο. Μα όσο έχεις αμφιβολίες σχετικά με τον εαυτό σου κι όσα γράφεις…προτιμότερο είναι να το αποφύγεις. Όμως αν μπορέσεις να δοθείς απόλυτα κι αποφασιστικά σε μια ιδέα και να την κοσμήσεις με το καλύτερο που μπορείς… ε τότε αυτή είναι όλη η ουσία. Κέρδισες πρωτίστως το δικό σου παιγνίδι, έφτασες το σκοπό σου, ολοκληρώθηκες σε σχέση με τη γραφή. Αυτό θα περάσει και στους άλλους· ψυχή με ψυχή πάει και τα βιβλία χέρι με χέρι. Κι οι αμφιβολίες σου είναι αμφιβολίες τους, κι ο δισταγμός σου είναι δισταγμός τους, κι όλα τα δικά σου είναι δικά τους. Μα αν πιστέψεις στο χέρι σου πιστεύουν στο χέρι σου.
  
 Συνέχισε να γράφεις μέχρι να μην σκέφτεσαι αυτά που γράφεις, τότε η σκέψη σου περνά απόλυτα στη γραφή σου. Φτάσε στο υποσυνείδητο. Ξεκίνησες να γράφεις για να φέρεις το υποσυνείδητό σου στην επιφάνεια. Ξεκίνησες να γράψεις για να φτάσεις στην αλήθεια. Φτάσε στην αλήθεια, δεν έχεις άλλο τρόπο να σωθείς. Μη δώσεις σε τίποτα άλλο περισσότερη σημασία απ’ όση του αρμόζει.  Γιατί όσο σκέφτεσαι όσα γράφεις... το υποσυνείδητό σου το σκεπάζεις. Μ' εσένα σκεπασμένο δεν θα σε βρουν ποτέ, μ' εσένα σκεπασμένο ούτε εσύ βλέπεις το περιεχόμενό σου.
  
 Και το παιγνίδι χάθηκε, και η ζωή σου χάθηκε. Και το μπράβο τους, η κολακεία τους, ακόμα κι η επιτυχία, είναι λιγοστά πράγματα να τα σκεφτείς μπροστά στη ζωή σου. Γιατί ό,τι έχεις είσαι εσύ. Ξεκίνα από σένα. Φτιάξε βάση στέρεα.    
 Μπορείς να φτάσεις σε σένα ξεκινώντας απ’ τους άλλους, όμως μπορείς να φτάσεις στους άλλους ξεκινώντας μόνο από σένα.
 Και να σου πω κάτι τελευταίο: ξεκίνησες να γράφεις γιατί ασυνείδητα ποθείς να φτάσεις στην ευτυχία σου. Αυτή μπορεί να είναι εσύ κι ένα κλαδί ελιάς, μη τη φορτώνεις με βάσανα.

Αν θέλεις να γράψεις, κάντο με τη σκέψη πως παράγεις έργο, με αυτή τη σκέψη θα είναι μοναδικό και πρωτότυπο. Αν δεν είναι μοναδικό και πρωτότυπο εσύ απέτυχες ως άνθρωπος. Κι αν αποτύχεις ως άνθρωπος αγαπητέ μου, τα βραβεία δεν σε σώζουν.  

 Γράφε και συνέχιζες να γράφεις μέχρι να φτάσεις στο θησαυρό. Φτάσε στη λάμψη σου, ακόμα κι αν ποτέ δεν σε αναγνωρίσουν... θα ζήσεις στη λάμψη σου. Αυτό είναι που πρέπει να κάνεις και μόνο εσύ για τον εαυτό σου μπορείς να το κάνεις. Κέρδος ανώτερο δεν έχει η γραφή να σου δώσει. 



22 Απριλίου 2017

Μισοτελειωμένος Πίνακας






 Στη γωνιά του δρόμου ένας βιολιστής παίζει το βιολί του
κάτι θέλει να πει
παρακάτω ένας μάγος βγάζει κουνέλια απ’ το καπέλο του
κάτι λέει
διαβάτες βλοσυροί ανάμεσά τους κυκλοφορούν, κάτι λένε
μια γυναίκα ερωτευμένη εδώ και ώρα
έχει σταθεί στις μύτες των ποδιών της απέναντί του
και καθώς το κάνει κυκλοφορεί ορμητική μες στην καρδιά της·
κάτι θέλει να βρει να του πει, πιάνει κι αφήνει διαρκώς λέξεις
στο τέλος υποχωρεί και τον φιλάει·
παίρνει τη δροσιά του φιλιού και ξεχνάει όλα τ’ άλλα
για να μπορέσει να συνεχίσει. Είναι η δέκατη φορά που τον συγχωρεί
κι όλες το έκανε για τον εαυτό της

Ένα παιδί, μέσα στο πλήθος έχασε τη μητέρα του
αισθάνεται το χέρι του μισό
αισθάνεται μόνο κι ο κόσμος γύρω του θολώνει
κλαίει επειδή του λείπει ο οδηγός στη ζωή
το κάνει από όσφρηση, θέλει να τη μυρίσει
παίρνει μια γεύση εγκατάλειψης
του λείπει τρομαχτικά, τόσο που έχει αρχίσει να χάνει τον εαυτό του
χωρίς αυτή δεν ξέρει ποιο είναι - δεν έχει εαυτό·
από τότε οι άνθρωποι θα κλαίνε
κάθε που δεν έχουν εαυτό.
Το καταλαβαίνει μια άλλη μητέρα και τρέχει κοντά του
τη μυρίζει και την αισθάνεται για μητέρα μισή
θέλει να ησυχάσει και μαζί να κλάψει
ο κόσμος γύρω του στριφογυρίζει
μαθαίνει από τώρα πως είναι να χάνεται·
η μητέρα του επιστρέφει - για λίγο του είχε γυρίσει πλάτη
να κοιτάξει στην παραλία ένα δεμένο καράβι που φεύγει·
το παιδί επιστρέφει στον κόσμο του
μετά από μια βόλτα στο άγνωστο
έχοντας αρχίσει να σχηματίζει γι' αυτό γνώμη

Παρακάτω μια έφηβη κοπέλα, μόνη σ’ ένα παγκάκι
κάνει πρόβα ζωής
προσπαθώντας να συλλαβίσει μερικές λέξεις
την ακούω να λέει: μου λείπει, μου λείπεις
και μαντεύω το κενό
που σε όλη τη ζωή της θα προσπαθήσει να καλύψει
θα προσπαθήσει να ταιριάξει τον κόσμο στον κόσμο της
και πάντα κάτι θα της λείπει, μικρό ή μεγάλο
από έναν πίνακα
που οι περισσότεροι άνθρωποι
με το θάνατό τους αφήνουν μισό.

Όλο το άλλο το λένε προσπάθεια. 
Όμως δεν γίνεται να τελειώσει ο πίνακας
αν η προσπάθεια δεν χαθεί. 



 

20 Απριλίου 2017

Η Ανάσα της Θέας









 Του άρεσε μερικές φορές ν' ανεβαίνει μόνος σ' ένα λόφο
από κει κοίταζε τη μεγάλη πόλη
θα μπορούσε σ’ εκείνο το μέρος να είχαν φτιάξει
και το νεκροταφείο της, γιατί ήταν ψηλά και το συνηθίζουν οι άνθρωποι
στα ψηλά να χτίζουν της αναστάσεως την ελπίδα
το βρίσκουν πιο γόνιμο εκεί το έδαφος του θανάτου

  Αυτού, του άρεσε μερικές φορές να παίρνει αυτή την απόσταση
απ’ τα γήινα
χάριζε μαζί και μια αποστασιοποίηση απ’ τα ίδια του τα βάσανα
που πολύ την είχε ανάγκη·
μια ανάγκη να μην είναι μερικές ώρες ο ίδιος
αλλά απλώς να είναι, χωρίς σκοπό, χωρίς μέλημα,
έτσι, όπως τα πουλιά είναι

  Χρωστούσε αρκετά, τα πράγματα δεν πήγαιναν και τόσο καλά και γενικά είχε μπερδέψει τη ζωή του,
όμως εκεί ψηλά, που μερικές ώρες έβρισκε καταφύγιο - στα ψηλά και τα φανερά καταφύγιο - τον καθησύχαζε, γιατί, χωρίς να είναι ο ίδιος έπαιρνε μια εμπειρία θανάτου, αφού τα δικά του πράγματα εκεί δεν τον αφορούσαν

… και ξεκουράζονταν έτσι η καρδιά του απ’ την ίδια του τη ζωή.
Που σκέφτονταν ώρες ώρες - αν ήταν δυνατόν - να τη μεταφέρει όλη σ’ εκείνο το λόφο.

 Αφού παρέμεινε για αρκετή ώρα εκεί και γέμιζε δύναμη... μετά ένιωθε πάλι κάτι να το καλεί ανάμεσα στους ανθρώπους και τη γκρίζα πόλη· έπαιρνε το στρατί και με μουδιασμένη κι αθέλητη καρδιά, κατέβαινε χαμηλά να συνεχίσει τη μάχη, κι εκεί στο λόφο, άφηνε μόνο την ελπίδα του να τον περιμένει

 Οι υποθέσεις του ένα κουβάρι, τον απορροφούσαν πάλι και ξεχνούσε το λόφο. Πίστευε ξανά πως αυτή η μαραζωμένη ήταν η ζωή του που τον είχε πιάσει αιχμάλωτο. Μα όταν άρχιζε να δυσφορεί, ξεγλιστρούσε ξανά απ’ τον εαυτό του κι ανέβαινε σ’ εκείνο το λόφο, κοιτάζοντας κάτω τον εαυτό του, ν' αγωνίζεται να ξεφύγει, απ’ τον ίδιο τον εαυτό του.
 Κι όταν ήταν κάτω, ένιωθε το λόφο να θρηνεί και να κλαίει στην απουσία του και να τον καλεί· χωρίς εκείνο το λόφο κι εκείνη τη θέα να τον περιμένει… δεν θα τα κατάφερνε, μα έσφιγγε τα δόντια του για χάρη ενός λόφου και μιας θέας.

… Και το παράδοξο ήταν, πως στη ζωή της πόλης είχε όλες τις ανέσεις, ενώ εκείνος ο λόφος, όποτε τον καλούσε, τον γύρευε ξυπόλητο.




Η Μοίρα των Ζωγράφων

Υπάρχει μια μοίρα όταν γράφεις να στρέφεσαι προς τα μέσα είναι η μοίρα της απομόνωσης αν αντιστέκεσαι σ’ αυτή...