23 Αυγούστου 2017

Εσωτερικός Δάσκαλος








  
 Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορεί ακόμα αυτή τη δύσκολη περίοδο της ζωής σου να τη νομίσεις για την ίδια την ζωή, όμως μη το κάνεις, έχε στο νου σου πως είναι μια περίοδος μόνο κι αν την εκμεταλλευτείς σωστά θα βγεις απ’ τις δυσκολίες σου άλλος άνθρωπος, καινούργιος.
 Μέσα σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο, φυσικό είναι να μοιάζουν όλα δύσκολα, όμως η δυσκολία είναι μόνο δική σου, μεθαύριο τα ίδια αυτά πράγματα θα είναι εύκολα με εσένα καλύτερο.
 Μέσα σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο θα έχεις προβλήματα αληθινά και ψεύτικα, επειδή τα χρειάζεσαι τα προβλήματα, μα έχε υπόψη σου πως το μυαλό πάντα τα μεγεθύνει, επειδή αυτό πρέπει να κάνει. Όσο εσύ θα είσαι αδύναμος τα προβλήματα θα είναι δυνατά, επειδή έχουν ως σκοπό να σε δυναμώσουν, μα αν εσύ αρχίζεις να δυναμώνεις τα προβλήματα θα χάνουν τη δύναμή τους κι η κατάσταση θα ανατραπεί.
 Για να αντεπεξέλθεις σ’ αυτή την κατάσταση θα αναζητήσεις την αλήθεια, θα επιχειρήσεις ένα ξεκαθάρισμα των σχέσεών σου και των φίλων σου, άνθρωποι πολλοί θα σε πικράνουν και θα απογοητευτείς απ' αυτούς, μα έχε στο νου σου πως οι άνθρωποι δεν είναι ποτέ ούτε τόσο καλοί ούτε τόσο κακοί, είναι πάντα όπως σου χρειάζονται για να σε βοηθούν να προχωράς, να καταλαβαίνεις, να εκτιμάς και να νιώθεις σωστότερα.
 Ίσως έχεις πέσει μέσα σε ένα χάος, είναι ο κόσμος μας ένα τέτοιο χάος, όταν πέφτεις, πέφτεις μέσα στην κοιλιά σου και ταυτόχρονα πέφτεις μέσα στην κοιλιά του κόσμου. Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να βγεις απ’ την κοιλιά σου κι απ’ την κοιλιά του κόσμου: να ξεκινήσεις τώρα να σκέφτεσαι σωστά. Πράγμα που σημαίνει να ξεκινήσεις να σκέφτεσαι αυτό που θέλεις να σκέφτεσαι, αν το κάνεις αυτό, ταυτόχρονα θα έχεις ξεκινήσει να αισθάνεσαι όπως θέλεις να αισθάνεσαι, άλλος τρόπος να βγάλεις άκρη με τις σκέψεις και τα αισθήματά σου δεν υπάρχει, ούτε υπήρξε και θα υπάρξει ποτέ.

 Σε όλη αυτή την κατάσταση θα έχεις έναν βοηθό, το σύμπαν και θα έχεις πάντα ό,τι χρειάζεσαι. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι χρειάζεσαι, ούτε εσύ. Μα είναι βέβαιο πως κι αυτό που ζεις και περνάς αυτή τη στιγμή το χρειάζεσαι, μείνε σ’ αυτό το περνάς, επειδή για να φτάσεις κάπου καλύτερα θα πρέπει να σκέφτεσαι πάντα, όλα τα προηγούμενα, με όρους περνάς. Να σου γίνει συνείδηση πως περνάς και προχωράς, να το ξέρεις μέσα σου και να το βλέπεις συχνά πίσω σου, να λες πριν, τώρα και μετά, γιατί ο σκοπός σου είναι όλοι οι χρόνοι που βιώνεις να συγκεντρωθούν σε χρόνο ένα άχρονο και παρόν.

Αγαπητέ φίλε, δεν είναι τόσο δύσκολα αλλά δεν είναι τόσο εύκολα, όμως αυτά δεν έχουν τόση σημασία, σημασία έχει ο τρόπος, πρόσεχε μην πλανηθείς, η έξοδος υπάρχει κι είναι μέσα σου, όσο κι αν έξω σου χτυπάς να ανοίξεις δρόμο μόνο από μέσα σου μπορείς να περάσεις για να βγεις έξω. Θα ζεις στον εξωτερικό κόσμο, αλλά θα διασχίζεις τον εσωτερικό, εσωτερική είναι η απόσταση που διανύεις, έχεις φύγει από σένα για να φτάσεις σε σένα, είσαι στην περιφέρειά σου και κατευθύνεσαι προς το κέντρο σου. Όλα αυτά πού μου λες τώρα, ξέρω πως σαν αληθινά τα ζεις, μα είναι απλώς πράγματα που έχουν πολλά να σου μάθουν. Μάθε, στράγγιξέ τα, όταν μια κατάσταση δεν έχει άλλα να σου δώσει διαλύεται κι εξαφανίζεται απ’ τη ζωή σου και περνάς σε μια άλλη κατάσταση. Μάθε τους φυσικούς νόμους να έχει μια βάση η σκέψη σου.

 Αγαπητέ φίλε, αυτό που περνάς το περνούν όλοι, όλοι είναι σε κάποιο στάδιο αυτής της πορείας, με την πορεία εσωτερική και τη ζωή εξωτερική. Άλλος είναι στο στάδιο σου άλλος σε ένα στάδιο ακόμα πίσω από σένα ακολουθεί, άλλος ένα στάδιο μετέπειπα από σένα. Ο εσωτερικός δρόμος έχει μια πορεία κι έναν σκοπό, σκοπός του εσωτερικού ανθρώπου είναι να φτάσει στο φως και να λυτρωθεί, ο εξωτερικός σκοπός ποικίλει και διαφέρει.

 Αγαπητέ φίλε, ίσως τώρα μοιάζουν όλα μαύρα, μπορεί να σε διακατέχει συχνά απόγνωση κι απελπισία, όμως δεν είσαι εσύ αυτός. Αυτό που εσύ αληθινά είσαι τώρα δεν το ξέρεις.  Αυτό που αληθινά είσαι ήσουν πάντα, αυτό που τώρα περνάς ως βάσανο και μαρτύριο είναι μόνο αυτό που χωρίς τη θέλησή σου έγινες, δεν είναι δικό σου γι’ αυτό πονά, αυτό που αληθινά είσαι δεν πονά και δεν δυστυχεί.
Αυτό που έγινες πρέπει όλο να χαθεί κι αυτό που είσαι θα βρεθεί.

 Μια μέρα, θα πάρεις τέτοια απόσταση απ’ το σήμερά σου, που θα γελάς με την καρδιά σου με αυτό. Αυτό το τόσο δυσβάσταχτο σήμερα το αποτρόπαιο, ολόψυχα θα το ευγνωμονείς. Το σήμερα που περνάς είναι ο δάσκαλός σου, άκου τον δάσκαλό σου, σου μιλά άμεσα στο νου και την καρδιά, είναι ο πιο δικός σου δάσκαλος, ήρθες στη ζωή με ενσωματωμένο δάσκαλο. Όπου κι αν απευθυνθείς για βοήθεια προς τον εσωτερικό σου δάσκαλο θα σε στρέψει, γιατί με τα δικά σου μάτια μόνο εσύ μπορείς να δεις. 



22 Αυγούστου 2017

Γιατί Αγάπη






Γιατί αγάπη;
γιατί υπάρχουν βαθιά κρυμμένα μυστικά στης καρδιάς την αισθαντικότητα
γιατί η αγάπη που αισθάνεσαι για τον εαυτό σου αρχίζει και σε περιβάλει
τη νιώθεις σαν ένα αόρατο τοίχος προστασίας γύρω σου και παντού
κι η έκτασή της φτάνει ως το απέραντο
γιατί η αγάπη είναι ένας ακοίμητος φρουρός

Γιατί αγάπη;
γιατί έχει τα πιο ισχυρά αντανακλαστικά
γιατί αν έχεις αγάπη παραμένεις ισχυρός
γιατί στην αγάπη που ακτινοβολεί υποχωρούν
των ανθρώπων τα πενιχρά σχέδια για σένα
οι σκέψεις τους μένουν διστακτικές κι αδύναμες
να εφαρμοστούν στην ύπαρξή σου
γιατί μπροστά στην αγάπη λυγίζουν οι προθέσεις
οι άνθρωποι σκέφτονται: μπορώ να είμαι μεγαλύτερος
ας μην είμαι τόσο μικρός

Γιατί αγάπη;
γιατί θα πάρουν από σένα
γιατί τη θέλουν, την αναζητούν και τη χρειάζονται
γιατί τους λείπει
γιατί τη θέλουν - πέρα απ’ όσα θέλουν
γιατί τη θέλουν χωρίς να το φαντάζονται
και χωρίς να το σκέφτονται
γιατί είναι της ύπαρξης της πρώτης
κι όλα τα άλλα έρχονται δεύτερα·
γιατί αν έχεις αγάπη απέναντι σε οποιαδήποτε συμπεριφορά
την έχεις και για εκείνον που η συμπεριφορά του σε φτάνει
κι η συμπεριφορά αυτή μηδενίζεται
ο άνθρωπος που την κρατά στην καρδιά του
αισθάνεται νικημένος
επειδή πιο πάνω είναι η αγάπη
και πιο κάτω όσα χρειάζονται για να βρεθεί

Γιατί αγάπη;
επειδή είναι ένας γυρισμός, μια επιστροφή
όλη η φυγή υπάρχει για να βρεθεί η αγάπη
γιατί στην αγάπη είναι τέλεια κι από κει μόνο
αρχίζει και τελειώνει ο κόσμος

Γιατί με συντροφιά την αγάπη μπορείς
διπλάσια και τριπλάσια απ’ ότι ποτέ θα μπορέσεις
επειδή υπάρχει περίπτωση να σωθείς
κρατάει μακριά σου το κακό
είναι ένας τόπος που μπορείς να αναπαύεσαι

Γιατί αγάπη;
γιατί μέσα της σβήνουν όλα
επειδή όλα είναι επίπλαστα
κι αφορμές να μην είναι αγάπη
γιατί αν τα κατευθύνεις όλα προς την αγάπη σου
όλα γίνονται αγάπη

Πρώτα για σένα και μετά για όλους
γιατί αν φέρεις τη ζωή σου στην αγάπη θα εθιστείς
είναι το πιο ισχυρό ναρκωτικό
κάθε στιγμή μακριά της θα είναι δυσβάσταχτη
θα τρέχεις πίσω στην αγάπη πάντα σαν ξυπόλητο παιδί
γυμνό θα σ’ αφήσει η αγάπη
θα σε ντύσει μόνο με τη λαμπρή περιβολή της
θα σε πλημμυρίσει φως
θα περάσεις σε άλλη ζωή εξαιτίας της
θα ξεχνάς απ’ τη μιά θα θυμάσαι απ’ την άλλη
επειδή στην αγάπη γεννήθηκες
κι από αγάπη γεννήθηκες
κοντινή ή μακρινή

Γιατί αγάπη;
γιατί θα σε κάνει να μην ρωτάς γιατί αγάπη
επειδή όταν όλα στην ύπαρξή σου αποσαφηνιστούν
μόνο η αγάπη θα βρεθεί να σε περιθάλψει.



21 Αυγούστου 2017

Παιδί της Ανθρωπότητας



  


 Κάποια στιγμή θα σου φανερωθεί ο σκοπός σου, θα οδηγηθείς σε μια αποκάλυψη. Έχεις καιρό ακόμα, να προχωρήσεις μέσα από τριβές, μέσα από κανάλια, να τακτοποιήσεις τις εκκρεμότητες, να λύσεις μέρος του γρίφου, να φτάσεις στο βάθος σου και στο βάθος όλων των πραγμάτων. Να διακρίνεις τί σε σένα είναι αρετή, τί ταλέντο, τί ικανότητα. Να μπορέσεις απερίσπαστος να αφοσιωθείς, να δοθείς, να καταλήξεις· ένα σχέδιο θα σου φανερωθεί.
 Υπάρχει το όχημα να φτάσεις εκεί υπάρχει κι ο τελικός σκοπός που θα σου φανερωθεί, αυτό που ως άνθρωπο θα σε ολοκληρώσει. Θα κάνεις κάτι μέσα από σένα για όλους, κάτι που θα είναι καλό, μα να έχεις προχωρήσει εσύ πέρα απ’ το καλό και το κακό.
 Υπάρχει κάτι να κάνεις πέρα απ’ αυτό που τώρα κάνεις, κάτι που παίρνει αργά σχήμα και μορφή μέσα στο κεφάλι σου, όπως καθορίζει κανείς ένα σύμπαν.
 Υπάρχει κάτι να κάνεις, τόσο δικό σου που αφορά όλους, τόσο για σένα να ζήσεις μέσα απ’ αυτό που θα έχεις ζήσει για όλους. Ίσως έχει προσφορά, εσύ θα το βρεις, μα συνήθως είναι εκτός τόπου και χρόνου.

 Μπορεί μια μέρα, αν προχωράς, να αρχίσεις να αισθάνεσαι περισσότερο ως παιδί της ανθρωπότητας και λιγότερο ως παιδί των γονιών σου - θυμήσου με αν φτάσει αυτή η μέρα.
 Δεν είναι μακριά η μέρα που θα αισθανθείς ως παιδί της ανθρωπότητας, και μάλιστα δεν είναι κάποια μεγαλεπήβολη αίσθηση αυτή, είναι αντίθετα η πιο φυσική κι η πιο ανοιχτή.
 Είναι ωραίο να είσαι παιδί της ανθρωπότητας, μάλιστα όλοι παιδιά της ανθρωπότητας είμαστε, η καρδιά να ανοίξει κι αυτό ήδη υπάρχει ως αίσθημα.

 Είναι ίσως το πιο απλό και δύσκολο να το σκεφτείς, μα αν ανήκεις στον εαυτό σου αρχίζεις να ανήκεις σε όλους, γιατί αυτά πάνε μαζί, και δεν μπορείς να γνωρίζεις τον εαυτό σου και να αυξάνεις την αυτογνωσία σου, χωρίς να εξασθενεί το εγώ σου και να αυξάνει το εμείς σου.
 Αν το συνεχίσεις θα πέσεις και θα βρεθείς μες στην αγάπη σου, στην ίδια σου την ευτυχία, και τότε τα σύνορα θα χαθούν σαν ατμός κι οι αποστάσεις θα εξανεμιστούν. Τότε θα διαπιστώσεις, πως εσύ και το δέντρο δεν έχετε δα και τόσες τεράστιες διαφορές, και πως το πνεύμα της γάτας κι η συνείδηση των πουλιών πολλά πράγματα σου θυμίζουν που απλώς τα ξέχασες.
 Θα αρχίσεις να διαπιστώνεις συγγένεια με τον άνεμο και παλιά πράγματα, παιδικά και βρεφικά σου θα ανεμίζουν ως σημαίες στο μυαλό σου. Και θα λες συχνά: Α, ναι, κοίτα, για δες, μα, πω πω, και τί.

 Κάπου υπάρχει ένας κρυμμένος σκοπός για κάθε άνθρωπο κι ένα όχημα να φτάσει εκεί. Ό,τι λέμε λύτρωση υπάρχει, ό,τι λέμε ευτυχία υπάρχει, ό,τι λέμε αγάπη χωρίς όρους υπάρχει. Όταν λέμε δεν μπορούμε, μπορούμε. Όταν λέμε δεν φτάνουμε περισσεύουμε. Όταν λέμε είμαστε λίγοι αυξανόμαστε.

 Α, ναι, η ζωή μπορεί να φτάσει σε μέγιστα ύψη και να βιώσει κανείς τέτοια λεπτότητα και τέτοιο κάλλος αισθημάτων... κι η ψυχή του καθενός μπορεί να του φέρει τέτοια έκσταση και δέος στα μάτια, που με μιας θα χάσει κάθε νόημα η οποιαδήποτε έχθρα, κακία κι αντιπαλότητα, εγωισμός, περηφάνια και σύγκριση. Μα αυτά συνήθως μοιάζουν παραμύθια λόγο της απόστασης που εμείς έχουμε πάρει από αυτές τις υψηλές συγκινήσεις. Κι υπάρχουν μέσα μας μόνο ως υποψία ή ως ένστικτο. Μα μπορείς να πάρεις απ’ την ψυχή σου τέτοια ουράνια ευχαρίστηση... που όσα είναι κάτω απ’ αυτήν με μιας θα τα πιστέψεις όλα για αληθινά.

 Υπάρχουν. Και το νησί υπάρχει και η αγάπη υπάρχει, και η πηγή υπάρχει πλούσια και άφθονη, είναι όλα εκεί, στο τελικό βάθος, μέσα σε κάθε άνθρωπο, μέσα σε κάθε ψυχή βαθιά, ποτέ δεν έφυγαν από κει, οι θησαυροί στο βάθος γυαλίζουν όσο την πρώτη μέρα της γέννησης. Ήρθαμε στη ζωή μαζί τους, είναι εκεί και μας περιμένουν, εμείς μόνο χαθήκαμε, μόνο εμείς μπορούμε να πάρουμε απόκλιση απ’ τον θησαυρό της ψυχής μας. Ποτέ ο θησαυρός, αυτός είναι πάντα στο κέντρο μας ακριβώς! Για όλους τους ανθρώπους και όλα τα ζώα. Όμως τα ζώα ποτέ δεν φεύγουν απ’ το κέντρο τους.
 Υπάρχουν όλα αυτά: πληρότητα, καλή υγεία, ομορφιά που σε συγκλονίζει. Να πλημμυρίζουν τα μάτια σου από φως, ύμνους και μουσική. Να χαίρεσαι τη σιωπή, να μην την πληγώνει τίποτα.

  Υπάρχουν όλα αυτά κι υπάρχουν γι’ εμάς τους ανθρώπους. Μηδέ για εκλεκτούς αλλά γι’ ανθρώπινους ανθρώπους για καθημερνούς.  
Κι ο σταυρός υπάρχει που ο καθένας στην πλάτη του κουβαλά. 
Μα υπάρχει και κάτι που κάνει όλη αυτή την περιπέτεια να αξίζει εκατό φορές τον κόπο της: Να ανακαλύπτεις πως δεν υπάρχει θάνατος.  



20 Αυγούστου 2017

Η Φάκα







 Θυμάμαι, παιδιά στην εφηβεία τους, γεμάτα ορμή, γεμάτα παλικαριά, ξεχειλισμένα από θάρρος, παιδιά - άντρες ορμητικά. Που πήγαν τώρα, που κρύφτηκαν; Συναντώ κάτι πρώιμους γέρους, κουρασμένους, συμβιβασμένους ως το κόκαλο, υποταγμένους, κάτι γατάκια.
 Λιοντάρια που κατέληξαν γατάκια. Ποιος μηχανισμός τα πήρε από κάτω, ποιο γρανάζι τα μάσησε; Και μασούν τα λόγια τους, κι αντί για βρυχηθμούς νιαουρίζουν.
 Αχ ζωή χρυσή γεμάτη δροσιά και νιάτα πως σκούριασες! Τι έφταιξε στην πορεία; πίσω από ποιον βράχο κρύφτηκαν;
 Ξεκίνησαν ουσιαστικά χωρίς παιδεία, και κει κάπου μετά την εφηβεία η καμπάνα χτύπησε. Κοινωνικές επιταγές. Να βρούμε μια γυναικούλα να παντρευτούμε, μη μείνουμε μόνοι, στο ράφι κι αλίμονο. Ο σκοπός της ζωής. Να κάνουμε παιδάκια, να πολλαπλασιαστούμε. Και μετά μια πρώτη δουλειά, ανάγκη πάνω στην ανάγκη, ζάρωμα πάνω στο ζάρωμα και που να στραφείς αν όχι εναντίον σου, και τί να φας αν όχι τις σάρκες σου. Και που να ξεσπάσεις αν όχι στην άμοιρη τη γυναικούλα σου, και ποιον να αγαπήσεις αν όχι την ίδια, και για ποιον να πεθάνεις αν όχι για τα παιδιά σου.

 Θυσία. Στο βάθος θυσία. Ίσως κακώς εννοούμενος χριστιανισμός, και πάει, χάθηκε ο παράδεισος της νεαρής ηλικίας, που κράτησε τόσο λίγο και ζαλισμένος. Και μόνο κάποια ανάμνηση, κάποια νοσταλγία, πετάγεται απ’ τον βυθό σαν βάτραχος και κράζει κουάξ κουάξ. Μα τώρα το κεφάλι κάτω, σκυμμένο, και το κουράγιο, η προσπάθεια και ο αγώνας, όχι να επιστρέψεις στον παράδεισο αλλά να φτάσεις στη σύνταξη.
 Γέρος πια και με μισθό σίγουρο. Καιρός να κάνεις τα δικά σου. Καιρός να χαρείς τη χαρά σου. Μα ποια δικά σου; Ποιος είσαι εντέλει εσύ για να έχεις δικιά σου χαρά;
 Καιρός να χαρείς την ελευθερία σου. Μα ποιος νομίζεις πως είσαι για να έχεις ελευθερία; Τσιμπολόγα λίγο από δω λίγο από κει καμιά χαρά ανούσια και πολύ σου είναι.
 Το βρήκες στρωμένο το τραπέζι - μόνο τα πιάτα κι αυτά άδεια - βρήκες και τις καρέκλες αλλά κάθονταν πάνω τους φαντάσματα, βρήκες και το σπίτι μα είχε κλειστά τα παντζούρια και σφραγισμένα τα παράθυρα, κι άκουγες το Χριστό να λέει: Χτύπα τη θύρα και θα σου ανοιχθεί!
 Ούτε που το κατάλαβες ποιος κατέληξες να είσαι, κι αυτό που κατέληξες ευχάριστο πάντα δεν σου είναι. Όμως αυτό είναι, η παρέα σου κι η συντροφιά σου, ποτέ δεν σ’ αφήνει μόνο. Το περιφέρεις, από δω από κει, το παίρνεις μαζί σου στη δουλειά, το ποτίζεις, το ταΐζεις, το συντηρείς στη ζωή, όμως αυτό που κατέληξες τι σου προσφέρει; Το βάζεις σε μια γωνιά να καθίσει και κείνο τινάζεται πάνω σαν ηλεκτρισμένο, το νανουρίζεις και δεν κοιμάται, το ταΐζεις ζάχαρη και δεν γλυκαίνεται, στο τέλος αρχίζεις και το δηλητηριάζεις, με λίγο καπνό, με μπόλικο αλκοόλ, θα το ξεκάνεις να ησυχάσεις. Το ντύνεις, το βγάζεις βόλτα, το κατέληξες έναν σκύλο που κάπου κάπου γαβγίζει σε λάθος άνθρωπο.
Αχα, σε βλέπω απ’ την κλειδαρότρυπα, δεν μπορείς να μου κρυφτείς.

 Τι πήγε λοιπόν στραβά; Μη ρωτάς τι πήγε στραβά, πες μου τώρα τι μπορεί να αλλάξει; Θα πρέπει να κατέβεις κάτω, τόσο κάτω που τα μάτια σου θα πνιγούν μέσα σε σιωπηλούς ωκεανούς, κι όλα αυτό το άκυρο οικοδόμημα της ζωής σου τώρα θα πρέπει ο ίδιος να το διαλύσεις, αυτό το ίδιο που τόσο πάλεψες και αγωνίστηκες έγινε η μοιραία φυλακή σου. Τώρα θα πρέπει κρυφά τις νύχτες να το υποσκάπτεις τα θεμέλια, γιατί όσο το συντηρείς και το ασφαλίζεις θα σε πνίγει, έγινε το μεγαλύτερο κτήνος κι ο πιο θεόρατος εχθρός σου, που τον χάιδευες ενώ θα έπρεπε να τον χτυπάς, στα πλευρά, παντού. Μα λίγο ακόμα αν το δέσεις, λίγο ακόμα αν καταφέρεις και το δέσεις και το εξασφαλίσεις, μόνο λίγο, έτσι σου παρουσιάζετε: πως αν το δέσεις και το ασφαλίσεις θα χαθεί ο κίνδυνος. Αχ! Μα δεν το καταλαβαίνεις μήτε το νιώθεις πως εξασφαλίζεις δια βίου τον κίνδυνό σου!

 Αχ! Όλο αυτό το σαθρό οικοδόμημα της ζωής σου, ο αγώνας σου που πάτησε πάνω σε ετοιματζίδικα θεμέλια, πάνω σε κούφιες αξίες, πάνω σε πεποιθήσεις που δεν τις στάλαξε η δικιά σου αλήθεια στην ψυχή σου. Και τώρα, θα πρέπει να σωριαστείς κάτω από έναν ουρανοξύστη, ή ένα διώροφο κτήριο και να τραβάς ο ίδιος τον εαυτό σου μέσα από πέτρες, να τον βγάζεις απ’ τα συντρίμμια, να τον σώζεις απ’ τον ίδιο σου το σεισμό που προκάλεσες. Κι αν αυτό δεν το κάνεις έστω και μια φορά στη ζωή σου, αν έστω και μια φορά δεν τα τινάξεις όλα στον αέρα, όλα τα παραγόμενα των ξένων πεποιθήσεων που κουβαλάς… θα ζήσεις μια ζωή που θα τη νιώθεις να σε πονά και να σε πληγώνει απ’ όλα εκείνα τα μέρη που θα έπρεπε να σε φτάνει η χαρά.

 Τι πήγε λάθος; Μη ρωτάς τι πήγε λάθος. Ρώτα μόνο τον εαυτό σου είσαι πρόθυμος να τινάξεις την παρούσα ζωή σου στον αέρα; Όμως ξέρω την απάντηση, δεν είσαι, είσαι γέρος πια γι’ αυτά, και κείνο το παλικάρι που υπήρξες, ούτε σαν ανάμνηση πια δεν φτάνει στο μυαλό σου. Κι αν σε παρηγορεί, έτσι συμβαίνει σχεδόν με όλους. Όμως θα ήθελα να είσαι ανάμεσα στους σχεδόν κι όχι ανάμεσα στους όλους. 

 Θυμάμαι τα μάτια σου να πετάνε κεραυνούς και σπίθες, τώρα έγιναν δυό καντηλάκια, δυό κεράκια που διστακτικά τρεμοσβήνουν, κάθε που λίγος άνεμος φυσά. Σε θυμάμαι να γυρεύεις να κυβερνήσεις τους ανέμους και δεν σε αναγνωρίζω πια. 



19 Αυγούστου 2017

Το Φως






Φως χειμαρρώδες, άπλετο ορμητικό
μέσα απ’ την ανοιχτή φλέβα προχώρα
το σώμα λούσε στον καταρράχτη σου
τα εσωτερικά όργανα πλημμύρισε με υγεία·
φως το σκοτάδι σκόρπισε
τον εξαγνισμό σου πρόσφερε
φέρε στην ψυχή ευλογία

Φως, μέγιστο φως, το μαύρο πουλί
της καρδιάς όλου του κόσμου ελευθέρωσε
παρέταξε ισχυρή σου την επιθυμία
κάθε σκιά της ψυχής εξαφάνισε
φέρε την ποθητή γαλήνη κι ηρεμία

Φως, την ειρήνη και τη δικαιοσύνη εγκαθίδρυσε
πάρε μακριά απ’ τους ανθρώπους κάθε τους δυστυχία
φως, τη μνησικακία, τη μεμψιμοιρία
ζήλιες και φθόνους απ’ τη ζωή απέβαλε
κάνε στα μάτια να φτάσει και να προβάλει
η καθαρή χαρά και η ευτυχία

Όπως μόνο εσύ ξέρεις
τη ζωή απλούστευσε
φέρε επί γης την πάσα προσδοκία
όπως μόνο εσύ ξέρεις τραγούδησε
κάνε τον έρωτα καθημερινή λατρεία

Φως χειμαρρώδες, άπλετο ορμητικό
στο πέρασμα σου μην αφήσεις τίποτα
καμιά σκιά, κανένα παρελθόν κρυμμένο·
φως, μέσα απ’ τις ανοιχτές φλέβες μας προχώρησε
στη ζωή μας φέρε την ομορφιά και τη σοφία

Και καθώς περνάς μέσα απ’ τις ανοιχτές φλέβες μας
κάνε μια βόλτα κι απ’ την κυτταρική μας μνήμη
σε εκείνο το σημείο θαρρώ, που το σώμα κατέχει
φτιάχνει φωλιά το μαύρο του κόσμου πουλί.



18 Αυγούστου 2017

Η Βροχή






 Από νωρίς μια σκιά την κύκλωνε, κάπου μες τη μέρα σκέφτηκε απόψε θα βρέξει. Είχε καιρό να βρέξει κι ένιωθε μέσα της κάτι σαν κακό να ξυπνά. Κάτι βασάνιζε την ψυχή της εδώ και καιρό, κάτι άγνωστο ανέβαινε μέσα απ’ τις φλέβες της και χτυπούσε τα μηνίγγια της. Κάτι σαν χέρι ή κάτι άλλο σαν χρόνος παλιός.
 Πάντως η σκιά τη συνόδευε όλη τη μέρα. Από το πρωί είχε ξυπνήσει με ένα αίσθημα, όχι πως ξεκινούσε μια νέα μέρα, αλλά πως τελείωνε η ζωή της.

 Στο δρόμο, είχε τη συνήθεια να προσέχει πράγματα, να παρατηρεί. Συνήθως, μια ευχάριστη ελαφριά μέρα, το βλέμμα της έπεφτε σε φτερά πουλιών, φτερά από δεκοχτούρες και περιστέρια, που τα είχε συνδέσει στη μυαλό της ως καλό οιωνό, σημάδια ελεύθερης ψυχής και καθαρής καρδιάς. Όμως σήμερα, είδε στο δρόμο της ένα νεκρό πουλί, η ψυχή της σφίχτηκε και το μυαλό της γύρεψε μια ερμηνεία· τίποτα καλό δεν της φανερώθηκε ως προμήνυμα. Με μια κίνηση προσπάθησε να κρύψει τη σκέψη, σαν από ένστικτο, όμως γνώριζε αυτές τις πρώτες κινήσεις του νου, να ενταφιάζουν διαρκώς φόβους κι υπολείμματα τροφών σκέψης στο υποσυνείδητο, που το φόρτωναν, το φόρτιζαν, και μετά ήθελε έρωτα, περισσότερο έρωτα, κάποιον άντρα να της κάνει έρωτα δυνατά, να πιάσει ένα τουλάχιστον ύψιστο οργασμό, να αρπαχτεί για λίγο από ένα περαστικό σύννεφο, να νιώσει εκείνο το υπέροχο ξόδεμα, εκείνη τη στιγμιαία λύτρωση, εκείνον τον αναπαμό. Κι ύστερα από τούτη την ολιγόλεπτη μακάρια φυγή... εκείνον τον ξαφνικό γυρισμό, την επιστροφή, την προσγείωση. Κι αν κατέβαινε σε μια αγκαλιά δεν υπήρχε ζήτημα. Μα συνήθως η προσγείωση ήταν απότομη, την περίμενε πάντα στη γωνιά η πραγματικότητα.

 Μπήκε στο σπίτι της με διάθεση έντονη, αν την έβλεπες θα έλεγες πως γύρευε με κάποιον να μαλώσει. Μα δεν υπήρχε κανένας, μόνο μια γάτα που δεν σου έκανε καρδιά να τα βάλεις μαζί της. Την πήρε στην αγκαλιά της και την αγκάλιασε σφιχτά. Τη ζόρισε λιγάκι, εκείνη έδωσε σήμα ένα προειδοποιητικό νιαούρισμα, αν της περιόριζε περισσότερο την ελευθερία θα είχε να κάνει με το νύχι της. Την άφησε κάτω προσεκτικά. Ποτέ μην ζορίζεις μια γάτα.

 Σε λίγο πήρε και έβρεχε. Χάρηκε με μια παράξενη χαρά, ήταν σαν να είχε συνωμοτήσει ο καιρός με την ψυχή της, σαν να διάλεξε την κατάλληλη στιγμή ο ουρανός. Σε λίγο τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Έκλαιγε χωρίς να ξέρει το λόγο, όμως κάπου ήξερε πως έχει πολλούς λόγους για να κλάψει. Ξάφνου ένιωσε τυχερή και μια μικρή ευτυχία μέσα στα δάκρυά της. Ήταν ζωντανή, ήξερε τουλάχιστον μια ντουζίνα ανθρώπους που θα έδιναν τη μισή τους περιουσία για να κατεβάσει το μάτι τους μια σταγόνα δακρύου.

 Σκέψεις και εικόνες την έφτασαν απ’ το παρελθόν, κάπου ένα μικρό κορίτσι βάδιζε ανέμελο κι ευτυχισμένο μέσα σε ένα λιβάδι. Προσπάθησε να κρατηθεί απ’ αυτό το κορίτσι με ελπίδα, το γύρευε πίσω, το είχε χάσει, το λαχταρούσε, το υπόσχονταν αιώνια αγάπη κι αφοσίωση, το είχε πικράνει στο παρελθόν, μα ό,τι είχε συγκρατήσει η μνήμη της... ήταν στιγμές ευτυχίας εκείνου του κοριτσιού, τίποτα άλλο κι είχε ζήσει πολλά.

 Το κορίτσι για λίγο έμεινε στο μυαλό της και κρύφτηκε κάτω από μια μαρμάρινη πλάκα. Ένιωσε άξαφνα τόσο μόνη, γύρευε να το παρακαλέσει, να το πει να μείνει μαζί της, να μην χωρίσουν ποτέ ξανά, γιατί κάτι την είχε χωρίσει απ’ το ίδιο το κορίτσι που υπήρξε. Περισσότερα κλάματα, άρχισε να ψελλίζει συγγνώμη, συγνώμη και συγχώρεση. Φαντάστηκε το κρυμμένο κορίτσι να της χαμογελά και μια γλύκα την έφτασε, ήξερε πως από κάπου βαθιά μέσα της την άκουγε και τη συγχωρούσε. Όμως το ίδιο το κορίτσι δεν φάνηκε ξανά εκείνο το βράδυ, ένα πέρασμα έκανε απ’ τη συνείδησή της και χάθηκε μέσα στην ομίχλη.

 Ο καιρός έξω συνέχιζε να βρέχει, ήταν ρομαντικά κι εκείνη μόνη, πρώτη φορά να νιώθει τόσο μόνη. Μετά σκέφτηκε πως δεν φοβόταν, αυτή που πάντα φοβόταν τη μοναξιά, όμως ένιωθε όμορφα, καλά, γαλήνια, όχι μόνο δεν φοβόταν τη μοναξιά αλλά και κρυφά παρακαλούσε τούτη την αίσθησή της να μη τη χάσει.
 Κοίταζε έξω με το βλέμμα άδειο, κι άλλα δάκρυα και λυγμοί αυτή τη φορά την έφτασαν που έκαναν το σώμα της να σφαδάζει. Τι είχε κρύψει; τι είχε κρύψει όλα αυτά τα χρόνια; αναρωτήθηκε.

 Ένας εραστής την έφτασε. Όχι, δεν την έφτασε, περνούσε έξω απ’ το παράθυρο, έτεινε το χέρι της να τον πιάσει, εκείνος γύρισε και την κοίταξε, τα μάτια του ήταν άδεια, νεκρά, ήταν σιωπηλός, μόνο την κοίταξε φευγαλέα με το άδειο του βλέμμα. Όσα τον αφορούσαν πλημμύρισαν το μυαλό της, ήταν σαν να άνοιγε μια μπουκαπόρτα και να την έφτανε πλημμύρα η θάλασσα. Τη μισή τη γύρισε πίσω, τόση θάλασσα να την αντέξει με μιας αδύνατο. Μέσα στη θάλασσα που την έφτανε πάλευε κι η μητέρα της, σαν από κάπου να κρατηθεί, στη ζωή γιατί είχε πεθάνει. Μα μήπως εκείνη πάλευε από κάπου να κρατηθεί; δεν καταλάβαινε. Σε λίγο μέσα στη θάλασσά της άρχισε να παλεύει ο Χριστός, την έφτανε, της μιλούσε, τον έχανε, εμφανίζονταν ξανά, την κρατούσε, τον κρατούσε. Άξαφνα τον άφησε, ή την άφησε, έπεσε κάτω, που κάτω; Έπεσε όμως κάτω.  Νέα κλάματα την έφτασαν, ένιωσε την ψυχή της ξαλαφρωμένη, κατάφερε να πάρει μια βαθιά ανάσα κι ένιωσε λυτρωμένη.

 Μετά την έφτασε μια εξάντληση, σαν να είχε χρόνια να κοιμηθεί, την υπάκουσε κι έπεσε στο κρεβάτι. Ξύπνησε την άλλη μέρα με μια όμορφη διάθεση, η βροχή είχε σταματήσει κι ήταν Κυριακή. Κάτι μέσα της τής έλεγε πως δεν είχε τελειώσει με τις βρόχινες νύχτες και πως θα ξανάρχονταν στο ημερολόγιό της. Όμως η θάλασσα πια της μιλούσε κι είχε αποφασίσει να ακούει τη θάλασσα. Ήξερε τώρα πως όλα στη ζωή της θα πήγαιναν καλά. Δεν ήξερε πως το ήξερε αλλά το ήξερε.
  Υπήρχε ένα τρόπος μέσα της κάτι να το λέει και κάτι άλλο να το ξέρει.

 Μετά από κάτι τέτοιες βρόχινες νύχτες, πάντα κερδίζεις σε καθαρή καρδιά. 



Νεκρά Φύση






 Κατεβαίνω στο πάρκο, κόσμος βιαστικός, κάπου διαρκώς πηγαίνει.
Ένας παχύσαρκος άντρας τρώει στο ψητοπωλείο
το κάνει σαν ιεροτελεστία, σαν να έχει προσέλθει σε χώρο ιερό·
καθώς κάθεται στο τραπέζι έχει σαν παιδιά τα ορεκτικά του,
τα έχει κυκλώσει, τίποτα δεν του ξεφεύγει· σκέφτομαι το νόημα της ζωής.
 Παρακάτω, μια μεγάλη παρέα έχει στηθεί μπροστά σε μια οθόνη και παρακολουθεί ποδόσφαιρο, τόσο πολύ τους ενδιαφέρει που έχουν κολλήσει πάνω στο πανί, μην πάρει καμιά σκέψη απ’ έξω το κεφάλι τους, μη δουν, μάθουν και καταλάβουν, τρέμουν να ξεκολλήσουν το βλέμμα απ’ το πανί, έχουν κολλήσει πάνω στην αγωνία του ποδοσφαίρου· σκέφτομαι, αισθάνονται κάτι σαν ζωντανοί παρακολουθώντας μια δραστηριότητα, ένα κυκλώνα, θα έλεγες δεν έχουν πρόβλημα, ή κι αν έχουν πού το έχουν; οι ψυχίατροι έχουν πάρει πτυχία γι’ αυτή τη δουλειά.
 Μετά συναντώ έγκυες γυναίκες, πολλές έγκυες, κυοφορούν το μέλλον, ενώ το πάρκο έχει σταματήσει, είναι ακίνητο, μαρμαρωμένο. Δεν πηγαίνει ούτε πίσω ούτε μπρος, πνιχτές φωνές μέσα από στενά πηγάδια με φτάνουν, άνθρωποι καθισμένοι σε τραπεζάκια σε παρέες, μιλούν διαρκώς για την πολιτική, την οικονομία, το χρήμα. Είναι ένα πάρκο από ειδήμονες, είναι γεμάτοι ένταση κι έτοιμοι να ορμήσουν ο ένας στον άλλον να αρχίσουν καυγά. Είναι δέκα κι έχουν όλοι δίκιο, ποτέ δεν το χάνουν. Όμως πολλές έγκυες γυναίκες φέτος, τον κόσμο που θα έρθουν τα παιδιά δεν βλέπω.
 Παρκαρισμένα αυτοκίνητα στα πεζοδρόμια των πεζών, μερικοί πετάνε βρομόνερα στους δρόμους με τους κουβάδες, υπάρχει εκείνη η ένταση στον αέρα, έτοιμη να αρπαχτεί σε μια δικαιολογία. Έχουν τόση μεγάλη σημασία όλα αυτά για όλους, μόνο ο καθένας για τον εαυτό του δεν βλέπω να υπάρχει.
 Μόνο σε κάτι παιδιά πάλλεται ατόφια πηγαία ζωή, αν δεν ήταν αυτά το πάρκο θα ήταν νεκρό. Όλοι εκεί ζουν μια παλιά μέρα, τα ρολόγια έχουν σταματήσει, μόνο πάνω στα σώματα πια αποτυπώνεται ανάγλυφη μια ξεραμένη ζωή, διογκωμένα βλέμματα προσπαθούν να δουν με όλη την προσπάθεια φυλακισμένη. Όλοι αυτοί αργά τη νύχτα θα γυρίσουν σπίτια τους και θα τους πάρει ο μορφέας στην αγκαλιά του - αν τους έχει αφήσει ποτέ - το πρωί θα ξυπνήσουν και δεν θα συνεχίσουν. Κάνουν ό,τι μπορούν, καταβάλουν τιτάνια προσπάθεια να μην καταλάβουν και δεν καταλαβαίνουν. Τα ποτήρια πάνε κι έρχονται, λίγη μπύρα, λίγο ουίσκι, τους παίρνει λίγη ζάλη και μετά τους αφήνει. Όμως που τους αφήνει; σίγουρα όχι στα χέρια τους, σε άλλα χέρια είναι.

 Σκέφτομαι πως όλα αυτά δεν υπάρχουν γιατί δεν υπάρχει καμία αλήθεια σ’ αυτά. Είναι μόνο ένας εφιάλτης διαρκείας που δεν μπορείς στον κάτοχό του ούτε να τον πεις ούτε να τον εξηγήσεις. Μπορείς μόνο να περιφέρεσαι άγνωστος μες στους αγνώστους, με την ελπίδα να πετύχεις σε κάποια γωνιά ένα ζεστό χαμόγελο μέσα στο πάγο της ερημιάς. Και τα παιδιά, που κρατούν στη ζωή το πάρκο, είναι τα πιο αδικημένα. Κανείς δεν μαθαίνει απ’ αυτά, απ’ αυτούς τους τεράστιους δασκάλους, όλοι θέλουν να τα μάθουν τη ζωή, να ξεράνουν το βλαστάρι τους, δεν μπορούν να τα συγχωρήσουν που ζουν.
 Γυρίζω σπίτι πικραμένος. Ο χοντρός απ’ την ψησταριά σηκώνεται να φύγει, είναι πλήρης, το θεόρατο στομάχι του έχει καταπιεί το θεό. 



Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...