01 Δεκεμβρίου 2019

Η Δίψα







Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά
Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών
Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρκώς
Κι άλλοι στο μισοσκόταδο ακόμα μου μισοκρύπτονται
Πως θέλεις να ξέρω κι από που να σου πω
Έχω την αίσθηση πως κάτι αφήνω διαρκώς, κάτι μακρύ
Σαν ανθρώπινο χέρι με ιστορία
Και πιάνομαι από κάτι άλλο με λιγότερη σάρκα.
Δεν ξέρω καλή μου, συγχωρέσέ με, χαράζω μια πορεία στο χάος
Είναι παράξενα εδώ, έχει μεθυστικά αρώματα, γκρεμνούς,
(Είπα γκρεμνούς και τί θυμήθηκα τώρα… την καρδιά σου),
Όμως κυρίως δεν ξέρω, δεν βαδίζω με κάποια γνωστή σιγουριά
Αλλά με μια άγνωστή μου βεβαιότητα
Είναι νωπή η πίστη εδώ, μαλακά τα τοιχώματά της τα ψηλαφίζω.
Δεν ξέρω, είμαι σε τόπο καινούργιο για μένα
Πέρασα βέβαια από εδώ βρέφος, μα ούτε μνήμη δεν κράτησα
Μόνο αισθήσεις, αισθήσεις που μου θυμίζουν·
Έρχονται παράξενα πράγματα στο μυαλό μου.
Δεν ξέρω καλή μου, μα δεν με πειράζει και τόσο, ίσως καθόλου
Να, σου ομολογώ πως μερικές φορές βλέπω τον Ιησού, σε ένα βάθος
Που δεν ξέρω αν είναι βάθος ή μάκρος, ή ύψος, η χαμήλωμα
Θα του έδινα πάντως – ό,τι κι αν είναι – την αίσθηση του απόμακρου
Να με καλεί, λέει: έλα σε Μένα.
Μακρινός Ιησούς μου, σαν έναν κόκκος άμμου στο σύμπαν
Σαν μια άχνη μέσα στα προδιαγεγραμμένα μου·
Δεν ξέρω καλή μου, όμως υπάρχει αγάπη μέσα μου σαν μαστίγιο
Να με μαστιγώνει
Κι άλλες φορές βλέπω πίσω από τον Ιησού ή μέσα από τον  Ιησού
Καταλαβαίνεις… προσπαθώ να διακρίνω, τα πίσω Του

Δεν ξέρω, είμαι σε ζώνη αποκάλυψης, αυτό μόνο ξέρω
Δεν υπάρχει γνωστικό πεδίο εδώ που βρίσκομαι
Δεν υπάρχει γνωσιακή βάση
Αρχίζει μόνο να διαφαίνεται μια δίψα για το καθαρό
Μάλλον δίψα για καθαρή καρδιά είναι, πως να το πω…
Απαλλαγμένη, ξέρεις εσύ…
Ναι, απαλλαγμένη, καλά το είπα, στοιχηματίζω όλοι θα με καταλάβουν

Σου είπα δεν ξέρω, όμως έχω αρχίζει να σχετίζομαι με τα πνεύματα των ανθρώπων, συναναστρέφομαι πια με τα πνεύματά τους
Πάρε παράδειγμα αυτό: προχθές, μια νεαρή, με κοίταζε καθισμένη σε ένα πεζούλι, άγνωστή μου μα με κοίταζε σαν να κοίταζε εμένα
Κι ένιωσα περίεργα, το πνεύμα της στοιχειωμένο, είχε τόσο σκόνη πάνω της, τόση καταχνιά,

Αλλάζουν όλα καλή μου, αλλάζουν, μου ομοιάζουν
Ο δρόμος στενεύει πολύ, οι ισορροπίες λεπταίνουν πια

Δε μου αρκεί καλή μου, αυτό σου λέω μόνο: δεν μου αρκεί. 
Υπάρχει μια δίψα για φως, Και η δίψα δυναμώνει…




30 Νοεμβρίου 2019

Άνθρωπος της Ειρήνης






Ήθελα να γράψω μια ιστορία για έναν άνθρωπο που αποζητούσε την ειρήνη, δεν τον καταλάβαινε πάντα αυτόν τον κόσμο, ένα τεράστιο γιατί πάντα τον βασάνιζε.

Γιατί; Γιατί ενώ θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα αλλιώς δεν είναι.
Έβρισκε απαντήσεις στην ανθρώπινη φύση.

Θα μπορούσαν όλα μέσα στον άνθρωπο να πετούν, ενώ τα περισσότερα σέρνονται, θα μπορούσαν να κελαηδούν, όμως βρυχώνται.
Στην ανθρώπινη φύση, κάτω κάτω, είδε καθαρά μια νύχτα μια ύπουλη σαύρα. Να κάνει κύκλους μέσα σε ένα φυλακισμένο στομάχι και να δαγκώνει από την αιχμαλωσία της μηδενιστικά.

Αυτή η σαύρα είναι συνυφασμένη με τη σκέψη. Η σαύρα είναι η σκέψη, ή σκέψη είναι η σαύρα, αυτά τα δύο δεν μπορείς να τα διαχωρίσεις. Όχι πως δεν χαμογελά, αυτή η σαύρα και χαμογελά και μπορεί να ντραπεί. Δεν είναι μια κακή σαύρα, μια πονεμένη είναι.

Όπως είδε τον άνθρωπο, η φύση, η ίδια η εξέλιξη, του παρουσίασε κάποτε στο μυαλό τη σκέψη. Όπως σε έναν πάνθηρα τις σιαγόνες, όπως σε ένα ελάφι τη γρηγοράδα, όπως σε κάθε ζώο την ικανότητα.

Κι έτσι άρχισαν όλα. Η σκέψη είναι σώμα και το σώμα σκέψη, η σκέψη είναι επιβίωση. Και η σκέψη πρώτα στρέφεται προς το σώμα που τη φέρει. Η σαύρα πρώτα τρώει τον εαυτό της, πρώτα δαγκώνει τον εαυτό της και μετά δαγκώνει. Δεν μπορεί να βλάψει άνθρωπος άνθρωπο χωρίς να είναι ήδη βλαμμένος.

Κάτω κάτω, μέσα στον άνθρωπο, μέσα στο πιο πυκνό σκοτάδι, είδε μια μικρή πονεμένη σαύρα κυρίαρχη των αισθήσεων. Της έχουν δώσει διάφορα ονόματα κατά καιρούς, όμως είναι το ίδιο το σώμα. Έχει μια έννοια στην κορύφωση της, κάτω από αυτή γονατίζει κι αυτή είναι το χρήμα. Το χρήμα αφορά αποκλειστικά το σώμα.

Μου αρέσει ο Ιησούς επειδή είπε κάποια Υπέροχα πράγματα, η μετάφραση δικιά μου.
Είπε, αν σε αγγαρέψουν για ένα μίλι πήγαινε μαζί τους δύο. Μου αρέσει αυτό, τους τη βγαίνεις, περνάς πίσω από αυτούς.
Είπε, αν δεν φανείτε αξιόπιστοι σε αυτά που σας είναι ξένα, πως θα κερδίσετε αυτά που αληθινά ανήκουν σε εσάς; Θέλοντας να πει, πως αν δεν είστε ειλικρινείς και τίμιοι στις διάφορες συναλλαγές σας με ποια ευθεία θα διασταυρωθεί το βλέμμα σας με τα μάτια τα Θεού; Προφανώς αν δεν είστε εντάξει στα δευτερεύοντα θα κρύβεστε, θα κρύβετε από τον εαυτό σας και ο ήλιος θα σας κρυφτεί.

Επίσης, ένα άλλο που μου αρέσει τρομερά από αυτά που είπε ο Ιησούς… το Κορυφαίο του κατά εμέ, είναι τούτο: Εσείς να αναζητάτε μόνο τη Βασιλεία των ουρανών, όλα τα άλλα θα ακολουθήσουν. Τούτο το έχουν υιοθετήσει όλα τα ρεύματα και οι φιλοσοφικές τάσεις.
Δηλαδή το μόνο που να σε ενδιαφέρει αληθινά να είναι το καθαρό συναίσθημα, στη ρίζα του και το θεμέλιό του, στην πηγή του. Αν αυτό είναι εντάξει στην πηγή του, όλη η ζωή κι όσα την αφορούν θα είναι επίσης εντάξει. Αν το συναίσθημα στην πηγή του έχει κηλίδα θα την έχει οπωσδήποτε και η ζωή. Αν έχει ρήγμα θα το έχει και η ζωή το ράγισμα. Αν έχει σκοτάδι θα το έχουν και τα μάτια.

Να σας ενδιαφέρει λοιπόν πρώτα μόνο η βασιλεία των ουρανών, όλα τ' άλλα θα ακολουθήσουν, ενώ αν σας ενδιαφέρουν όλα τα άλλα… δεν πρόκειται ποτέ να φτάσετε στη βασιλεία των ουρανών.

 Τι άλλο να πω για τον Ιησού, να πω για εκείνο που λέει, Μακάριοι όσοι έχουν καθαρή καρδιά γιατί αυτοί θα δουν το πρόσωπο του θεού. Η ίδια τους η καθαρή καρδιά είναι το Πρόσωπό Του, μπορεί να το δεις στο πρόσωπο κάθε παιδιού.

Να πω κι ένα τελευταίο, εκείνο που λέει, Μακάριοι όσοι αποζητούν το Θέλημά Του, επειδή αυτών θα ικανοποιηθεί η επιθυμία. Το Θέλημά Του και η Επιθυμία σου, Ένα μόνο πράγμα που όμως ξεκινά από εκεί προς τα εδώ. Ξεκινά από Εκεί προς τα εδώ για να είναι αληθινή η επιθυμία σου κι ολόψυχη, επειδή αυτή σε ολοκληρώνει και σε καθιστά τέλειο.

Μου αρέσει και κάτι από τον Σέξπιρ, νομίζω πηγαίνει έτσι: όταν είναι ώρα για πόλεμο...πάρε τα μάτια του λιονταριού. 


29 Νοεμβρίου 2019

Το ένα σημείο




Κάποιοι άνθρωποι έχουν τη μοίρα τους μέσα τους, την κλείνουν μέσα τους, την εσωκλείουν. Όλοι οι άνθρωποι αυτό κάνουν, η μοίρα δεν είναι τίποτ' άλλο παρά μια ποιότητα να το πεις, ένα χρώμα να το πεις, καλύτερα να το πεις ένας εμποτισμός του υποσυνειδήτου στο περιβάλλον γέννησης.

Επαναλήψεις, κυκλικά γεγονότα, επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές, συχνά μας θυμίζουν – ή μας κάνουν να νιώθουμε – σαν ψαράκια πιασμένα στο αγκίστρι.

- Γιατί το κάνω αυτό?
- Έλα μου ντε, γιατί το κάνεις? Κάτι θέλει να σου πει και το κάνεις, σου μιλάει.

Μακάριοι όσοι γεννήθηκαν σ' ένα ξαραχνιασμένο περιβάλλον. Δηλαδή ελάχιστοι.

Για να πεις πως καθάρισες με όσα μπροστά σου σού στήνει η ψυχή σου  - καθώς το λέει ο ποιητής Καβάφης – θέλει να περάσεις πίσω από τη γέννησή σου, έχει δρόμο… προχώρα.

Ως τότε αυτό που είναι μέσα θα το βλέπεις έξω. Μα δράκος θα είναι, μα εφιάλτης, μα φόβος, μα ανάγκη, μα αδυναμία, τσούπ και θα εμφανίζεται, για να σου θυμίζει το έξω πως μέσα είναι και τούμπλαλιν.
Περνάει και από έξω και από μέσα, αν το βλέπεις έξω δούλεψέ το μέσα, αν το βλέπεις μέσα δούλεψέ το έξω. Ένα σημείο με δύο άκρες το ζητούμενο. Ούτε άκρες, απλώς ένα σημείο το ζητούμενο, όπου συναντιέται ο εσωτερικός με τον εξωτερικό κόσμο. Αυτή κι αν είναι ισορροπία - ήθελα να πω του τρόμου. Να ισορροπείς πάντα σ' ένα σημείο, να ζεις πάντα σ' ένα σημείο, να μην είσαι ακρίδα.

Αχανές το υποσυνείδητο, μαυρίζει εύκολα, ασπρίζει δύσκολα, να περάσει ο νους σου μέσα του, να περάσει η σκέψη σου μέσα του, είναι μια υπόθεση μετακίνησης βράχων, πολλές φορές κοφτερών.

Χρειάζεται μια παραμονή, μια ολότελα στάση στο εδώ και στο τώρα για να σκάσει μέσα σου το αυγό και να σε λούσει ο ήλιος. Να σταθείς ακίνητος, πλήρως ακίνητος, σαν δέντρο, τόσο ακίνητος, δίχως να ακολουθείς καμία σκέψη. Ο Θεός είναι σταθερός, να μείνεις κι εσύ σταθερός και να ενωθείς μαζί Του. Μιλάμε για μεγάλη σταθερότητα κι οι αισθήσεις όλες έξω. Όταν λέμε σταθερός εννοούμε να είσαι απολύτως παρών στη ζωή σου κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου, να μη χάνεσαι πουθενά, να μην έχει να χαθείς πουθενά. Βομβαρδίζουν δίπλα; Παρών εσύ. Σεισμός γίνεται δίπλα; Παρών εσύ. Που είσαι; Εδώ. Και σε ξαναρωτούν, που είσαι τώρα; Εδώ πάλι. Τόσο εδώ που υπάρχει μια αίσθηση πως αν πεθάνεις πάλι εδώ θα είσαι.

Ρωτάει η φωνή: πόσο μόνος μπορείς; Όσο έχει, της απαντάς. Έχει κι άλλο μόνος, σου αποκρίνεται. Πόσο; της λες. Ως εξαφανίσεώς σου, απαντάει. Εντάξει λοιπόν, σκέφτεσαι, μη το σκοτίζεις.

Θυμάμαι τότε που είχα ψυχολογικά προβλήματα, τα έλυσα όμως για να αποκτήσω πνευματικά. Ω Βάθος βάθος! Μέγιστο εσύ βάθος της ψυχής μας!

Τρομάζω, τρομάζω στην ιδέα να μην είχα μπει σ’ αυτή την περιπέτεια, να μην είχα πιάσει κάποτε μια αρχή, να μην είχα αρχίσει να ξεδιπλώνω της ύπαρξής μου το κουβάρι. Όχι πως υπήρξε και είναι εύκολο όλο αυτό το κυνήγι μαγισσών μιας υπάρξεως, τόσο ευαίσθητη στον πυρήνα της που και το παραμικρό άγγιγμα στα καυτά μέρη της σηκώνει τεράστιο κύμα.

Όμως να, σκέφτομαι πως θα μπορούσε αυτό το ταξίδι, για τον έναν ή τον άλλο λόγο να μη το ξεκινήσω. Δεν μπορώ να πω αν θα ήταν καλύτερα ή χειρότερα, ίσως μερικές φορές είναι προτιμότερο να σκεπαστεί κανείς μέσα στο χιόνι.

Κάποιος, όχι εγώ. Εγώ του έδωσα κλότσο να γυρίσει παραμύθι να αρχινήσει. Κι από τότε γυρνάει...

Μια ερώτηση η ύπαρξη στο βάθος: πως θέλεις να είσαι? 
Και η απάντηση: να είμαι ευτυχισμένος.
Ωραία λοιπόν, να είσαι τότε ευτυχισμένος αποκρίνεται η βούληση. Και να είσαι. 
 

Η Δίψα

Δεν ξέρω καλή μου, δεν ξέρω, αλλάζω βαθιά Περπατώ πλέον πάνω σε τριγμούς σταφυλιών Νέοι κόσμοι μου αποκαλύπτονται διαρ...