24 Σεπτεμβρίου 2016

Το Αίνιγμα




 Μου έστειλε μόνο μια φωτογραφία, τίποτ’ άλλο, ούτε δύο λόγια. Κάθισα και την κοίταξα πολλές νύχτες προσπαθώντας να σπάσω το φλοιό, την επιφάνεια. Μια νύχτα, πιο ήσυχος, πιο συγκεντρωμένος, μια ιδέα μου ήρθε: Αίνιγμα! Είπα. Αυτή ήταν η απάντηση!

 Είχα ακούσει για τη ζωή γνώριζα κάπως και το χαρακτήρα της κι αυτή η ιδέα μου τα εξηγούσε όλα. Το χαμόγελο ήταν, που ήταν αινιγματικό, τι άλλο να ήθελα?

 Κοίταξα βαθιά, ένα κορίτσι σκανταλιάρικο έπαιζε με τον έρωτα, έλεγε: ψάξε ψάξε δεν θα με βρεις. Επέτρεπε κάτι να την αγγίξει ίσα που να το βιώσει, να το ζήσει, να το νιώσει, να το καταλάβει κι αμέσως την επόμενη στιγμή ξεγλιστρούσε. Πήγαινε στέκονταν απέναντι - ή σε κάποια άλλη θέση - κι από κει χαμογελούσε πάλι αινιγματικά κι έλεγε: σε γέλασα! Πιάσε με αν μπορείς! Κι έλεγε σε πόσα σημεία μπορώ ταυτόχρονα να είμαι? χα χα χα

 Επικίνδυνο παιγνίδι μα το θεό. Αρκετούς άντρες τους είχε εξαναγκάσει να τρέχουν πίσω της, να ποθούν να την αγγίξουν, γιατί αυτά συμβαίνουν μυστικά.
 Το σώμα της το έδινε, το χάριζε, την καρδιά της όμως ελάχιστα. Ο κανόνας ήταν να είναι νικήτρια πάντα στον έρωτα, να είναι πάντα υπέρ και άνω - φυσικά γι’ αυτήν ήταν πάντα μάχη και μάλιστα σκληρή. Ένας δύο νευρικοί άντρες, έμαθα πως την χτύπησαν παλιότερα, τόσο που ένιωσαν να παίζει μαζί τους.

 Μα το θεό, άπιαστη! Πως την πιάνεις αυτή την άγρια πεταλούδα? Αναρωτήθηκα. Μ' αξίζει τον κόπο να το προσπαθήσεις? Είπα μετά. Μήπως είναι φύση της και πρέπει να το δεχθείς? Δεν θα την έχεις ποτέ, είπα, πόσο μάλλον δικιά σου. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως ήταν πολυγαμική. Κάθε άλλο, πιστή πιστότατη, όχι όμως δικιά σου, με κανέναν τρόπο και με το άγριο δυό φορές όχι δικιά σου.

 Για μένα όλο το ζήτημα ήταν να την ξέρω, να την καταλάβω, να μπορέσω έτσι να συντονίσω την καρδιά μου με τη δικιά της, έτσι ώστε ούτε να πληγωνόμαστε μάταια ούτε να παρεξηγιόμαστε αλλά να το δεχθούμε όπως είναι. Μα μήπως έτσι έχανε το ενδιαφέρον το παιγνίδι?

 Κοίταξα πολλές νύχτες τη φωτογραφία της προσπαθώντας να λύσω το αίνιγμα. Στο τέλος βρήκα την απάντηση. Ήταν ν’ αφήσω το μυαλό στην άκρη, ήξερα πως αυτό που χρειάζονταν ήταν να την αγαπήσω. Σ΄ αυτό δεν θα μπορούσε ν’ αντισταθεί - ίσως μάλιστα να το είχε στερηθεί όσο λίγοι. Αντί λοιπόν να λύσω το αίνιγμα θ' αντιστεκόμουν στον πειρασμό και θα την αγαπούσα, λύση είναι κι αυτή και το αίνιγμα θα λυνόταν μόνο του.

 Ετούτο το σκεπτικό, ετούτη την αντιμετώπιση δεν την είχε συναντήσει ξανά στη ζωή της, δεν έχει ούτε όπλα ούτε μνήμες αντίστοιχες, ούτε τρόπο αντιμετώπισης. Την αγάπησα και την άφησα γυμνή, άοπλη, τη στέρησα όμως όλες τις απολαύσεις της. Τη στέρησα τη μάχη. Της κατέρριψα τον κόσμο. Την αναίρεσα. Τη διέψευσα. Είχε άλλη γνώμη για τους ανθρώπους και δη τους άντρες· επί πολύ καιρό έφτανε στα χείλη της κάτι το ανείπωτο, δεν μπόρεσε να εκφράσει σε μένα ούτε μια από τις γνωστές συμπεριφορές της. Τι κρίμα! Ήταν στιγμές που τη λυπόμουν.

 Στο τέλος μ' εγκατέλειψε με μια απορία. Το ήξερα πως έτσι θα γινόταν, την ξεπέρασα σ' ένα τέταρτο της ώρας με το ρολόι του τοίχου Αγάπησα ένα αίνιγμα κι αντί λύσης μου αντιγύρισε απορία. Απολύτως φυσιολογικό. Όμως μια νύχτα θα το σκεφτεί όλο αυτό που συνέβη ανάμεσά μας και θα καταλάβει περισσότερα. Όσο για μένα ήταν όλα φανερά απ’ την αρχή. Δεν περίμενα διαφορετική εξέλιξη. Αν και τώρα τελευταία με παίρνει συχνά τηλέφωνο χωρίς να μιλά. Κάθεται περίπου ένα τέταρτο στην άλλη άκρη της γραμμής σιωπηλή· ακούω την ανάσα της· σαν να προσπαθεί ένας λυγμός να τη φτάσει. Είναι η αγάπη κάτι μαγικό, μπορεί να την αλλάξει. Είναι κάτι που αρκεί.

 - Ώστε αγάπησες το κτήνος? Είπε ο Τ. που ως τώρα δεν είχε μιλήσει. Δεν φοβάσαι μήπως έτσι το χάλασες?
- Δεν το φοβάμαι, το ελπίζω, είπε ο Κ.

- Μάλλον αισθάνεται πως γίνεται να έχει νικηθεί χωρίς να είσαι απαραίτητα κακός. Δεν μπορεί να σε βρει κακό, αυτό νομίζω είναι όλο το τωρινό της πρόβλημα και δεν μπορεί να καταλάβει γιατί σε εγκατέλειψε. Ούτε αισθάνεται ηττημένη, είναι στο χάσμα. Απλώς χωρίς ανταγωνισμό δεν ξέρει πως να ζει. Έφυγε μακριά από κάτι άγνωστο, φοβήθηκε, τρόμαξε.
- Είναι σίγουρα μπερδεμένη, δεν το ξέρει, θα της πάρει καιρό να το καταλάβει.
- Μα γιατί το έκανες?
- Απλώς την ήθελα και δεν είχα άλλο τρόπο. Από άμυνα το έκανα, για να με υπερασπιστώ. Την αγάπησα κι εξόφλησα έτσι τον εαυτό μου.
- Νομίζω πως δεν την νίκησες απλώς…
- Όχι, δεν τη νίκησα μόνο…
- Είπες πως ήταν μαθημένη να νικά.
- Ναι, το έβλεπε ως μάχη.
- Πάντα?
- Φαντάζομαι ναι. Άλλωστε κι οι άντρες συνηγορούσαν σ΄αυτό.
- Λες αν συνέβαινε το ίδιο με τη Τζοκόντα να έχανε το αινιγματικό της χαμόγελο?
- Με προβληματίζει ο λόγος που την επέλεξε ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, κάτι σίγουρα ήθελε να πει με αυτό, ένα μήνυμα να περάσει και ν' αφήσει στον κόσμο. Σκέψου: απ’ όλα τα χαμόγελα των γυναικών του κόσμου αποτύπωσε το αινιγματικό.
- Ίσως και σ΄αυτόν το αίνιγμα να του απαντούσε με απορία.
- Ίσως, ποιος ξέρει…

- Τι κρίμα να μην είμαι ζωγράφος, είπε ο Τ.

- ... Και τι κρίμα να υπάρχουν τόσοι ζωγράφοι που δεν την έχουν ανακαλύψει,
είναι μια γυναίκα που κυκλοφορεί ανάμεσά μας.
- Άλλα θέματα ενδιαφέρουν τώρα τους ζωγράφους. Νεκρά τοπία, νεκρές φύσεις,
ενώ αυτή η γυναίκα είναι γεμάτη από μυστική δροσερή ψυχή. Μου επιτρέπεις μια ερώτηση?
- Φυσικά φίλε μου, είπε ο Κ.
- Έκανε καλό έρωτα?
- Ας το αφήσουμε στη φαντασία αυτό φίλε μου.



23 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Κύκνος






 Προχώρησε πολύ είπαν, έπρεπε να το σταματήσει όσο ήταν νωρίς. Να βάλει έναν επίγειο στόχο ή απλώς ν’ αρχίσει να σκέφτεται, μα εκείνη γύρεψε μια άγνοια όλη γνώση κι αποπειράθηκε να πιάσει τη μελωδία.
 Έπρεπε να το σταματήσει, αποφάνθηκαν, προχώρησε πολύ στα λευκά κι έγινε Νύμφη, Κρίνος, Κύκνος, έγινε Ιέρεια κανενός Κυρίου, έγινε μοναχή εκτός μονής.

 Έπρεπε να το σταματήσει με τη λογική, με τα φρένα της, μα την κυρίεψε κάτι σαν ευδαιμονία μέσα στη φτώχεια της και της άρεσε ν' ατενίζει· είχε πάντα για κείνη λιγάκι ψηλότερα και δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Στην αρχή το είπε μοίρα, μετά πεπρωμένο, μετά τ' απαρνήθηκε και τα δύο. Έχασε ακόμα και την πίστη της μα συνέχιζε.

 Έπρεπε να το σταματήσει όσο ήταν νωρίς με μι' απασχόληση, μ’ ένα κυνήγι θησαυρού· έστω με λίγη απογοήτευση ή απελπισία. Με κάποια πίκρα ή ακόμα και με αρκετή ματαιότητα, μα να το σταματήσει. Έπρεπε να το ρίξει έξω, εκείνη το έριξε μέσα, το έριξε έξω, μέσα, έξω, μέσα, το έφτιαξε ένα. Αντί για το κυνήγι ενός θησαυρού κατέκτησε τον πλούτο και την έπνιξε· δεν μπορούσε να τον μοιραστεί. Τον έγραφε και τον έχωνε στο συρτάρι.

 Μετά εκεί, ζαλίστηκε. Κοίταξε γύρω της κι ήταν απομονωμένη. Χωρίς τείχη, όμως απομονωμένη. Έπρεπε να το σταματήσει, όμως δεν της έφτανε ποτέ το γέλιο κι ακολούθησε την αλυσίδα του. Από λύπη σε λύπη έφτασε στο γέλιο. Έπρεπε να το σταματήσει, όμως τη δάγκωνε και του αφαιρούσε τα δόντια.

 Έπρεπε να το σταματήσει, όμως της άρεσε το μυστήριο, της άρεσε να κρυφοκοιτάζει το θάνατο και στο τέλος τον πόθησε και τον ερωτεύτηκε. Έπρεπε να το σταματήσει όμως είχε από μικρή έναν ανοιχτό λογαριασμό με το φόβο, τη δύναμη, τη φωτιά και το σεισμό.

 Έπρεπε να το σταματήσει, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι συνετοί άνθρωποι. Φτιάχνουν μια οικογένεια, ανοίγουν δουλειές, ασχολούνται με διάφορα, τέλος πάντων βρίσκουν ένα τρόπο και το σταματούν.
 Έπρεπε να το σταματήσει, όμως τη γλύκαινε η μοναξιά. Ο αρχικός καταναγκασμός της έγινε συνήθεια ελευθερίας. Αναζήτησε την αρχή και το τέλος της, άρχισε να μιλά με αγγέλους, έπραξε επικίνδυνα μα τη γοήτευαν αφάνταστα τα πράγματα τα πνευματικά.

 Έπρεπε να το σταματήσει μα την συνέπαιρνε και δεν άντεχε να το σταματά. Στο τέλος συνέχιζε μόνο του κι εκείνη το ακολουθούσε. Έγινε μια γυναίκα καθαρό ασυνείδητο. Έπρεπε να το σταματήσει, μα ποιος μπορεί να το σταματήσει χωρίς να σταματήσει τη ζωή του?

 Είπαν κι άλλα πολλά για αυτήν, πως έγινε διάφανη, άυλη και φυσικά δεν βρήκε ποτέ το ταίρι της. Έζησε όμως στην αγάπη κι αργά ξέχασε τον έρωτα. Παράξενη, τρελή, όμως δικιά της ως το τέλος. Δικιά της κι όλων γιατί σε μια μεγάλη ποιήτρια αναφέρομαι.

 Έπρεπε όμως να το σταματήσει, αν και κανένας απ’ αυτούς δεν το μπορούν. Αν ξεκινήσει ξεκίνησε. Λένε πως το σταματούν, μπλέκουν με τον κόσμο, κάνουν παρέες, προσπαθούν να στραφούν στα επίγεια, μα αν ξεκινήσει εκείνο ξεκίνησε και δεν το σταματάς. Ούτε αυτοί το σταματούν ποτέ, απλώς για λίγο το ξεγελούν και μετά μια νύχτα πάλι με τρόμο το θυμούνται πως υπάρχει. Δεν σταματά. Κόβουν τη ροή μα εκείνο συνεχίζει.

Έπρεπε να το σταματήσει μα...
γύρεψε το τέλος της
γύρεψε την αρχή της
στο τέλος κατάφερε ακόμα κι αυτά
να τ' αφήσει, λίγο, λιγάκι πίσω.
Και τη θάλασσα, και τον άνεμο
τ’ άφησε λιγάκι πίσω της.
Είχε πάντα λιγάκι παραπέρα, λιγάκι παρακεί
είπαμε, έφτασε στο θάνατο
όμως χωρίς καμία ανησυχία, χωρίς καμία αγωνία
με κάποια γλύκα θα έλεγες και κάποιο θαυμασμό
του αφέθηκε, του παραδόθηκε,
δεν πέθανε, κοιμήθηκε σαν την Παναγιά.
Ήσυχη, ίσως όλα γι’ αυτή τη μία
τελευταία στιγμή τα έκανε.

Πάντως, για να μιλούμε σοβαρά
έπρεπε να το σταματήσει.
Ή μήπως δεν έπρεπε?


22 Σεπτεμβρίου 2016

Σιγανό Φθινόπωρο







1. Φθινόπωρο, αργό, ήσυχο, βροχή σιγανή
ψιχάλες στο τζάμι - πουλιά χωρίς έκπληξη
όλα γνωστά από μνήμες - ήσυχα.
Τίποτα δεν ουρλιάζει - ούτε μια πατημένη γάτα.

Ένα φύλλο πέφτει αργά σαν βαμβάκι απ’ το δέντρο
πεθαίνει, μόνο του, κανείς δεν του κρατά το χέρι
κανείς δεν το βλέπει που ξεψυχά
κίτρινο απ’ τον πυρετό·
η ίδια γη που το ανάθρεψε είναι ο παράδεισός του
τώρα στη ρίζα επιστρέφει.
Κανείς δεν ψέλνει. Μηδέν αλληλούια.  

Όμως ακούγεται στο βάθος ένα Ωσαννά!

Ένας κορυδαλλός μόνο λυπάται
λόγο σύναψης μιας καλοκαιρινής σχέσης.
Αυτός ξέρει το θάνατο καλύτερα.  

Πάντα τα πιο σημαντικά περνούν απαρατήρητα - τι κρίμα
να μας ξεφεύγουν. 

Οι διαβάτες το πατούν - ίσως ουρλιάζει στα σπλάχνα του·
μα δεν το κάνει αν δεν το ακούμε. 

Αυτά δεν έχουν σημασία για τον έξω κόσμο. Ξύπνα η κοιμήσου.

2. Αλλάζει η ατμόσφαιρα - κάθε οργανισμός προσαρμόζεται
εκτός απ’ τις σκέψεις μας - αυτές πάντα τρέχουν
στα προμηνύματα.
Τι θέλουν να πουν οι καιροί; Αν το βρεις κερδίζεις κουτάλι
να φας τη σούπα που σε τρώει·
όπως καθετί το απέναντι που σε θρέφει.

Γλυκό, μελαγχολικό, νοσταλγικό Φθινόπωρο
να μπορούσες ανεπιφύλαχτα να το δεχθείς
τις βαθιές ορμές του - όπως περνάει πάνω απ’ το δέρμα
ο αιθέρας του και ξεσηκώνει την ανατριχίλα - θυμίζει χειμώνα.

Τι θα φτιάξουμε φέτος; Μας επισκέφτηκε η ικανότητα
να μην πνιγόμαστε στη μαντεία;
Ρωτώ την Πυθία - εκστασιασμένη με κοιτάζει·
πάντα μου λέει δεν είναι έτσι.

Πως είναι δεν ξέρω. Αισθάνομαι κι αυτό έχει μια αλήθεια.
Το παρακάτω με κάνει να μην δίνω τόση σημασία
στο τσιγάρο που καπνίζω και πολλές φορές περνάει
ο καφές χωρίς γεύση.

Η σκέψη μας παίρνει. Κι ο έρωτας μας παίρνει
και το πρόβλημα μας παίρνει·
προσπαθώ να κρατήσω τη φαντασία εδώ.
Σαν να το υπομείναμε όλο μοιάζει
λες κι εξαντλήσαμε την υπομονή
που κι αυτή χρόνος μας είναι.

Χωρίς υπομονή τι απομένει να υπομένεις;
Σαν να μας εξάντλησε κάτι και να το εξαντλήσαμε
σ’ έναν αγώνα δρόμου.
« Κράτα μου λιγάκι το χέρι με τη σκέψη σου », της έλεγε
« … και θα το καταλάβω ».

Αυτό που χωρίς εμάς συμβαίνει.

Προσπαθήσω να κρατήσω τη φαντασία εδώ
- το προσπαθώ μα δεν το θέλω -
ως να πάρει μια γλύκα η ζωή
μια ικανοποίηση
η φαντασία μας θα δραπετεύει.

Αν δεν καλπάζει δεν είναι φαντασία.



20 Σεπτεμβρίου 2016

Η Φωνή






- Που πας διαβάτη μοναχικός? Άκουσε μια φωνή να του μιλά.
- Πάω ν' ανταμώσω το φως, της είπε.
- Τι σημαίνει αυτό! Τι μπορεί να σημαίνει αυτό! Ούρλιαξε η φωνή.
- Τίποτα κι όλα. Είναι γέννηση.
- Και τα πτώματα? Είπε η φωνή. Δεν πατάς άραγε πάνω σε πτώματα?
- Δεν υπάρχουν πτώματα, είπε εκείνος, μη ζητάς να με ξεγελάσεις.
- Το σήμερα δεν είναι άραγε ένα πτώμα για τον κόσμο? Είπε η φωνή.
Το παρελθόν του και το μέλλον του δεν είναι άραγε άλλα δύο πτώματα, συμπλήρωσε.
- Ο τύπος είπε: πρέπει να φτιάξουμε όλοι τη ζωή μας καλύτερη, δεν έχω καμιά αντίρρηση σ’ αυτό κι όλοι το προσπαθούν και το ξέρουν, πολλές φορές το κάνουν
με λάθος τρόπο, αυτό μόνο.
- Ξέρεις περισσότερα μα δεν μιλάς, είπε η φωνή.
- Δεν ξέρω τίποτα περισσότερο, είπε εκείνος, αν ξέρω κάτι περιμένω να μου φανερωθεί ο τρόπος να το πω. Αυτό μόνο, μα δεν έχω μυστικά γιατί δεν υπάρχουν μυστικά.
- Όμως προχωράς μόνος κι είναι ασήκωτο το βάρος, είπε η φωνή.
- Άφησέ τα με μένα αυτά, είπε εκείνος, δεν έχω κανένα βάρος, ίσως ακόμα να μην έχω και καμία ευθύνη. Νομίζω πως είμαι ένας τύπος που απλώς έμπλεξε σ’ αυτές τις καταστάσεις. Τίποτα περισσότερο. Ζητώ να περνώ καλά και να περνά ο καιρός μου καλύτερα, όπως όλοι.
- Μην ξεγελάς τον εαυτό σου, κρύβεις κάποιον ανώτερο σκοπό, είπε η φωνή.
Εκείνος την κοίταξε στο στόμα.
- Όλοι κρύβουν κάποιον ανώτερο σκοπό, της είπε, τι μπορεί να σημαίνει αυτό δεν ξέρουν, ούτε εγώ ξέρω. Σε όλους υπάρχει κάτι που μια νύχτα απ’ το στήθος τους ξεφεύγει, κάτι σαν αναστεναγμός ή σαν ευχή. Δεν ξέρουν τι μπορεί να σημαίνει αυτό, ούτε εγώ ξέρω. Φτιάχνω μόνο τη δουλειά μου και με νοιάζει να τη φτιάχνω καλά. Να πληρώνομαι στην ώρα μου και να έχω μια πληροφόρηση για τα πράγματα. Εκείνα που με αφορούν και τ' άλλα που με ξεγελούν καμιά φορά. Αυτά και τίποτα περισσότερο.
- Δεν μπορείς να το σταματήσεις εδώ, είπε η φωνή.
- Κανείς δεν μπορεί να το σταματήσει εδώ κι εγώ ανάμεσά τους είμαι. Ίσως το λένε κατανόηση και συνεχίζει, ας το έχουμε ανοιχτό, αυτό μόνο.
- Κανείς δεν σε ακολουθεί, είπε η φωνή.
- Κανείς κανέναν δεν ακολουθεί, είπε εκείνος, το αντίθετο θα ήταν παράξενο.
- Πλάι σου δεν κοιτάς? Είπε εκείνη.
- Γιατί να το κάνω? Τι θα μπορούσε να υπάρχει πλάι μου εκτός ίσως από μένα πάλι που το ξέρω.
- Που βγάζει αυτό και γιατί το κάνεις? Είπε η φωνή.
 Την κοίταξε με απορία.
- Δεν κάνω κάτι, της είπε, μόνο του γίνεται κι απορώ που δεν το έχεις καταλάβει. Σε όλους γίνεται μόνο του, είναι σαν τη φθορά, σαν το θάνατο. Κάτι πάντα γίνεται, ποτέ δεν το ξέρεις, ας μάθουμε απ’ τους ποιητές.
- Πας, προχωράς προς τα κει, όλο αυτό το μεγάλο, το πολύ, το πολύπλοκο, ποια είναι η μεγαλύτερή σου έγνοια μέσα σ’ αυτό?
- Νομίζω δεν το διασκεδάζω αρκετά, απάντησε εκείνος.
- Και τι θα απογίνεις τελικά! Ούρλιαξε υστερικά η φωνή.
- Την κοίταξε απλά, ψύχραιμα, σχεδόν τυπικά και της είπε: που θέλεις να ξέρω.
- Μα δεν ανησυχείς! Συνέχισε έντονα η φωνή.
Συνέχισε να την κοιτάζει με απορία. 
- Δεν σε καταλαβαίνω. Για ποιο πράγμα ν' ανησυχώ?
- Μα για τη ζωή σου, για τον κόσμο, για το μέλλον του κόσμου!
- Καμιά φορά βλέπω ένα μπουλούκι παιδιά στην αυλή ενός σχολείου, πόσο χαρούμενα και με τί ζωντάνια τιτιβίζουν. Σ’ αυτά ελπίζω, ίσως αυτά σώσουν τον κόσμο. Από μένα δεν ξέρω πια τι περιμένει. Εγώ γέρασα, το μάτι μου πέφτει καμιά φορά σε κάτι ήσυχες λίμνες.
- Τον αγώνα! Τον αγώνα φώναξε η φωνή, μη ξεχνάς τον αγώνα!
- Ποιον απ’ όλους? 
- Τον κοινό αγώνα!
Την κοίταξε σαν να μην την καταλάβαινε.
- Δεν υπάρχει αυτό το πράγμα που λες. Το ξέχασες θαρρώ πως μας κυβερνά η πολιτική κι υπάρχουν κόμματα.
- Ήρθες και θα φύγεις απ’ αυτόν τον κόσμο άσκοπα! Είπε η φωνή.
- Η άλλη περίπτωση είναι ν' αποτελούμε εξαίρεση. Μα ο κόσμος στραβοκοιτάζει πάντα τις εξαιρέσεις. Πέρασα καλά, πέρασαν κι άλλοι μαζί μου καλά και πάντα υπάρχει περιθώριο ν' ανοίξουμε την καλοσύνη μας και την αγάπη μας. Μα τι ζητάς περισσότερο από μένα?
- Το κάτι σου περισσότερο, είπε εκείνη.
- Απ’ όλους τους ανθρώπους το ζητάς μα δεν το βλέπεις. Τι είναι το κάτι μας περισσότερο, το σκέφτηκες ποτέ?
- Το κάτι μας περισσότερο είναι ότι ξεφεύγει από εμάς και φτάνει στους άλλους, είπε η φωνή.
- Και τι ξεφεύγει από εμάς? Τι έχουμε εμείς που να ξεφεύγει? Μιλάς για ένα περίσσευμα, μα αν ρίξεις μια ματιά γύρω σου διαπιστώνεις πως ποτέ δεν μας φτάνει.
- Τι θα κάνεις τώρα?
- Ότι έκανα πάντα: συνεχίζω.
- Μα γιατί και για ποιο λόγο?
- Δεν ξέρω. Δεν ξέρουμε πάντα. Μάλλον γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά.
- Μα που πας! Που πηγαίνεις! Ούρλιαξε πάλι η φωνή.
- Εδώ παρακάτω, της απάντησε, σήμερα έχει τρύγο, πάω να βοηθήσω κάτι φίλους μου να βγάλουν κρασί.
- Δεν εννοώ αυτό! Εννοώ που πηγαίνεις στη ζωή σου?
- Πάντα εδώ παρακάτω. Έχει κάτι ωραία καφέ, καμιά φορά περνά και κάποια ωραία γυναίκα και την κοιτάμε, προσπαθούμε να την ανακαλύψουμε πως αντέχει στον κόσμο μας η ομορφιά της.
- Και με τον κόσμο! Είπε η φωνή, τι θα γίνει με τον κόσμο! Ποιος θα τον σώσει?
- Ίσως εγώ αλλά μια άλλη μέρα. Ίσως τα παιδιά του σχολείου, ίσως κάποιος άλλος. Γιατί με ρωτάς πράγματα που δεν γίνεται να τα ξέρω?
- Σ' ελευθερώνω, είπε η φωνή. Μέχρι την επόμενη φορά που θα μιλήσουμε κι ελπίζω να έχεις αλλάξει γνώμη.
- Πάντα με ρωτάς πράγματα που δεν γίνεται να τα ξέρω. Η αυριανή γνώμη μου είναι μια υπόθεση του αύριο.
- Δεν είσαι σταθερός, είπε η φωνή σαν να χάνονταν.
- Ούτε η ζωή είναι, της απάντησε, προσπαθώ, όσο μπορώ, να πηγαίνω με τη ζωή.


19 Σεπτεμβρίου 2016

Η Ζωή της Λ.






 Βρέχει. Η Λ. ξέρει πως υπάρχει στο σπίτι μια κατσαρίδα. Την είδε μια φορά στο πάτωμα να τρέχει και να κρύβεται. Από τότε ξέρει και κυκλοφορεί στο σπίτι με μια υποψία. Κανείς δεν της τη βγάζει απ’ το μυαλό. Ήρθε και προστέθηκε κι αυτή μαζί με άλλες ανησυχίες. Η Λ. ξέρει πως τις υποψίες της κάποτε τις συναντά. Μα έχει κουραστεί να φοβάται.
 Είναι νύχτες που σκέφτεται πως θα ήθελε να υποψιάζεται αλλιώς και να φοβάται διαφορετικά πράγματα. Οι φόβοι της έχουν πάντα επιβεβαιωθεί. Σκέφτεται, πως ένας ασφαλής τρόπος να ζει, θα ήταν ν’ αρχίσει να φοβάται αυτά που λαχταρά και θέλει, αυτά που επιθυμεί.
 Θέλει τώρα, να αρχίσει να φοβάται πως θα γίνει πλούσια και πετυχημένη. Θέλει να φοβάται πως θα έχει άφθονη αγάπη στη ζωή της και δεν θα μπορεί να τη σταματήσει έξω της, να της βάλει σύνορο.
  
 Κάποιες νύχτες παίζει με το φόβο της. Τον παρακολουθεί να φοβάται το ένα, το άλλο, και νιώθει τότε στο στομάχι της ένα γαργαλητό. Αν σταματήσει για λίγο και κοιτάξει κατάματα το φόβο της, αν τον εξετάσει, αν τον ανοίξει, βρίσκει στο εσωτερικό του πάντα μια πρόκληση. Είναι δύσκολο αυτό, χρειάζεται πάντα μια μικρή εγχείρηση με το μυαλό της. Όμως η άλλη επιλογή που έχει - κάτι που παλιά έκανε - ήταν με μια απότομη κίνηση να τον πατά κάτω κι ασυναίσθητα να τον κρύβει.
 Με αυτή την γενετήσια αντίδραση πάτησε κάτω πολλά αρνητικά αισθήματα που πήγαιναν να προβάλουν και της έφερνε αυτό στα χείλη μια κραυγή. Τώρα δεν θέλει να το κάνει. Βουλιάζει ανάσκελα στο μαξιλάρι της και κοιτάζει τις νύχτες έναν ρόζο στο ταβάνι.
 Άλλες φορές παίρνει βαθιές ανάσες ν' αποβάλει το άγχος της και κάνει συχνά διαλογισμό. Να διώξει, λέει, θέλει, μια σκιά απ’ τα σπλάχνα της, να την απελευθερώσει. Μια σκιά που συννεφιάζει τη ζωή της.

 Βρέχει. Η Λ. ξέρει πως υπάρχει στο σπίτι μια κατσαρίδα και για κακή της τύχη δεν υπάρχει άντρας να τη σκοτώσει - Αν και δεν τον θεωρεί αυτόν επαρκή λόγο για να υπάρχει άντρας στο σπίτι της. Αυτό τον καιρό είναι μόνη της και προβαίνει σε μια αυτοεξέταση. Άντρες πετούν μέσα στο δωμάτιο και το σαλόνι της σε χαμηλές πτήσεις.
 Παλιά φοβόταν τη μοναξιά, τώρα την αποζητά και τη θέλει. Έχει καταλάβει πως δεν γίνεται διαφορετικά να προχωρήσει τη ζωή της. Χρειάζεται κάποιο χρόνο αποκλειστικά για εκείνη, αλλιώς η ζωή της μπουκώνει. 
 Σταματά κάθε θόρυβο στο σπίτι και εξασκείτε στη σιωπή. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να κυβερνά σε ικανοποιητικό βαθμό το μυαλό της και τις σκέψεις της. Η Λ. μπήκε σ’ έναν πνευματικό δρόμο, δεν το κατάλαβε πως έγινε. Έχουν αλλάξει όμως όλες οι συνήθειες και κατανοεί πως έχει αρχίσει να βλέπει τον κόσμο αλλιώς.

 Αποφάσισε μια τάξη. Δεν γίνονταν διαφορετικά ν' απελευθερωθεί και να ελευθερώσει τη ζωή της. Τώρα θέλει να βάλει όλα τα ζητήματά της σε μια σειρά. Τα οικονομικά, τα ερωτικά, τα κοινωνικά, τα φιλικά. Τα αισθήματά της γίνονται διαρκώς πιο συγκεκριμένα. Ξέρει πια τί νιώθει για το καθετί και για τον καθένα, μα και τους λόγους κι έχει καταλάβει πως αυτή η γνώση ανοίγει διάπλατα το χρόνο της.

 Οι φίλοι της τη βρίσκουν παράξενη και με αρκετούς έκοψε σχέσεις. Μα είναι αποφασισμένη να βάλει το μαχαίρι βαθιά στο κόκαλο, προκειμένου να μείνει πιστή στις νέες αξίες που αρχίζει να πρεσβεύει και τις νέες αρχές της. Είναι σαν κάτι να την κάλεσε να επιλέξει στρατόπεδο και κάτι άλλο να τη ζητά να παίρνει πιο συχνά το μέρος του εαυτού της, όμως όχι με εγωιστικό τρόπο. Με μια καθαρή επιλογή. Μαθαίνει πια να τάσσεται ανοιχτά με το μέρος της. Κάτι, που έχει διαπιστώσει πως με μια μετακίνηση, μπορεί να ταχθεί και με το μέρος άλλου. Δεν είχε καταλάβει ως τώρα, πως μόνο αυτός που μπορεί να ταχθεί με τον εαυτό του, μπορεί να ταχθεί και με την επιλογή του.

 Στη ζωή της υπάρχουν διαρκώς πιο λίγα μα πιο καλά. Και διαπιστώνει πως το αποτέλεσμα της οργάνωσης αυτής, είναι να τη φτάνει μια πηγαία χαρά. Που πολύ της έλειψε και τώρα πια, πεπεισμένη, δεν την υπονομεύει. Η Λ. αρχίζει να τα βρίσκει με τον εαυτό της και περνάς τις ώρες της μοναξιάς της αρκετά όμορφα, έχει αρχίσει ακόμα να βρίσκει και κάτι σαν ξεγνοιασιά που δεν το ήξερε πως ακόμα στον κόσμο μας υπάρχει.

 Η Λ. δεν γίνεται υπεράνθρωπη. Απεναντίας αποχτά διαρκώς μια συμπόνια και ευαισθησία και βοηθά περισσότερο απ΄τη μεριά της χωρίς να ζητά ανταλλάγματα. Έχει καταλάβει μόνο,  πως η ζωή της είναι δικιά της και πως είναι στο χέρι της να επιλέγει τις σκέψεις της. Ξέρει πως κάπου στον κόσμο μας υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που έχουν επιλέξει αυτόν τον απλό κι ευχάριστο τρόπο ζωής και τις νύχτες στο ίντερνετ προσπαθεί να τους βρει. Πρεσβεύει διαρκώς και περισσότερο μια άλλη κοινωνικότητα και τα κοσμικά του κόσμου την αφήνουν πια αδιάφορη. Δεν τα κατηγορεί, απλώς τα προσπερνά με μια ματιά και προχωρά προς τα κει που η καρδιά της δείχνει.

 Ξέρει πως μια μέρα θα έρθει πάλι αντιμέτωπη με την κρυμμένη κατσαρίδα του σπιτιού της. Μα αποχτά ολοένα και πιο ισχυρή την πεποίθηση πως θα σταθεί όρθια απέναντί της να την αντιμετωπίσει μ' ένα χαμόγελο. Αυτό το θεωρεί κατάκτηση και νίκη της. Ίσως τότε η κατσαρίδα να μην τρομάξει κι η σκέψη της να μην κινηθεί ασυνείδητα προς μια παντόφλα. Θα την πιάσει προσεχτικά μ' ένα χαρτί και θα τη βγάλει έξω απ΄το σπίτι. Γιατί η Λ. δεν θέλει, δεν ανέχεται να κρύβει στα σπλάχνα της πια εκείνο το απότομο και βαθύ, το έντονο και ξαφνικό αίσθημα βίας. Γιατί δεν θέλει να προβαίνει το ασυνείδητό της, σε μια πρώτη κίνηση να σκοτώσει και να υποσκελίζει τη σκέψη της. Γιατί η Λ. κατάλαβε πως η βία προέρχεται από ένα αίσθημα που κρύβουν οι άνθρωποι μέσα τους και το χρησιμοποιούν για να σκοτώνουν τις σκέψεις τους. Και το χρησιμοποιούν συχνά για να σκοτώνουν και τις σκέψεις των άλλων. Και καθώς προσπαθούν να σκοτώσουν σκέψεις και ιδέες συχνά σκοτώνουν σώματα κι αφαιρούν ζωές.

 Η Λ. θέλει πια την ειρήνη. Αποζητά τη γαλήνη, δεν έχει άλλο καιρό να χάνει σε αδιέξοδες υποθέσεις. Έσπασε τον κύκλο και προχωρά το δρόμο της. Κοιτάζει μόνο κάποια φορά πίσω της κλεφτά και με νοσταλγία, όμως για λίγο κρατά αυτό και συνεχίζει. Βάζει συχνά λουλούδια στα μαλλιά. Κάποτε είχε δισταγμό και φόβο να το κάνει, μην την παρεξηγήσουν. Τώρα δεν τα έχει αυτά. Το κάνει κι ως εκ θαύματος δεν την παρεξηγούν. Θέλει να νιώθει πάντα άνετα σε σχέση με τους άλλους κι έχει διαπιστώσει πως οι άλλοι νιώθουν άνετα μαζί της. Κάποτε είχε αγοραφοβία μα με τον καιρό άλλαξε η αγορά. 

 Κατεβαίνει συχνά στη θάλασσα, της αρέσει να την κοιτάζει. Στο βλέμμα της φανερώνεται ένα ήσυχο λιοντάρι και νιώθει ευχαριστημένη συχνά με τη ζωή της. Οι άνθρωποι κοντά της νιώθουν πως τώρα πια δεν μπορούν να την πιάσουν και δεν το προσπαθούν. Η Λ. την τελευταία φορά που ζυγίστηκε ζύγιζε πέντε γραμμάρια.
  
 Μεγαλώνει μικραίνοντας και χάνει την ηλικία της. Έχει πολλά πουλιά φίλους και νιώθει συχνά τον εαυτό της να πετάει πάνω απ΄τον κόσμο μας. Δεν υπάρχει ακόμα άντρας στη ζωή της, όμως η Λ. είναι ερωτευμένη κι αυτό δεν μπορεί κανείς να της το στερήσει.

 Ξέρει πως ο χρόνος θα φέρει όλα τα υπόλοιπα που χρειάζεται να γεμίσει η καρδιά της. Αρκεί να είναι σήμερα ερωτευμένη. Η Λ. επένδυσε στην καρδιά της, δεν περιμένει τίποτα κι από κανέναν, τα έχει όλα τώρα. 

 Όλα αυτά άρχισαν να συμβαίνουν μια μακρινή νύχτα. Όταν κατέβηκε μ' ένα κερί στο κελάρι του σπιτιού της και τόλμησε να πάρει στα χέρια της ξανά την πρώτη της κούκλα, για να γιατρέψει το σπασμένο πόδι και τα ξεριζωμένα της μαλλιά. Αργότερα, πέταξε τα γυαλιά που φορούσε. 





 

16 Σεπτεμβρίου 2016

Αποδημία






  Κάθε μέρα χτυπάει η καμπάνα. Οι άνθρωποι όσο απελπίζονται φανερώνουν μια επιτυχία· ζήστε! ζήστε! Φωνάζουν στους άλλους κι αρπάζονται απ’ την πίστη και την πειθώ τους. Κάθε άνθρωπος ένα έγκλημα. Κάθε έγκλημα μια μετάφραση· στοίβες μαζεύεται ο έρωτας κι εκλιπαρούν να τους σκορπίσει· παγίδα το σώμα και τα μάτια μικρά. Σύμπαν που βαριά ανασαίνει. Περιορισμένη εξήγηση.

 Το αμετανόητο επιστρέφει. Είναι οδυνηρή η κατανόηση. Κλείστε τις σχισμές, βάλτε στους αρμούς στόκο. Αφήστε με εδώ, λέει, σ΄αυτή τη ξέφρενη γυαλιστερή επιφάνεια, η γεύση μου πια δεν υπακούει. Ποιος δαίμονας, λέει, βάζει πάντα στον δρόμο μου αυτό που προσπαθώ ν' αποφύγω!

 Αφήστε με, λέει, στα γνωστά, λίγο ακόμα και θα τα φτιάξω σωστά. Μα το γνωστό, αν ήταν σωστό, δεν θα πλήγωνε. Δεν θα στεναχωρούσε, δεν θα γύρευε να το αλλάξεις. Και το άγνωστο είναι κρύο - ούτε καλό ούτε κακό - μα δεν έχει αλλού να προχωρήσεις. Δεν θέλω να χάσω το γνωστό μου! Λέει ο άνθρωπος και γαντζώνεται από μια εκτροχιασμένη θαλπωρή, από μια θανάσιμη στασιμότητα. Κι έτσι έχουμε τη γέννηση της παρηγοριάς. Προστάτεψέ με, λέει στο δάσος, και το δάσος τον αγκαλιάζει και τον πνίγει. Γιατί μέσα στο δάσος υπάρχουν μόνο κάτι μικρά καταφύγια αγάπης, κάτι γωνιές αγαπημένες κι όλο το άλλο είναι κίνδυνος.

 Σκέφτεται η επιμονή στο ίδιο γαντζωμένη στην ανηφοριά: Δεν θέλω να δω πάρτε όλα τα κεριά απ’ το δωμάτιο, πάρτε το άλλο σενάριο, την άλλη εκδοχή μακριά κι αφήστε το νεκρό στην ησυχία του. Θέλω τον ξοδεμό και την ανάλωση, θέλω το γύρω γύρω μου αλλιώς θα πέσω στο πηγάδι. Θέλω να περπατώ από σκέψη σε σκέψη αλλιώς τρικλίζω κι αισθάνομαι κατακόρυφα. Θέλω την απόλαυση, την ευχαρίστηση και την ηδονή, πλαγίως να κρατηθώ. Θέλω να περνά ο καιρός να φτάσει εκείνη η μέρα που δεν θέλω να πεθάνω.

 Δεν θέλω να πλησιάσω εκεί! Λέει, εκεί κοντά καίει! Δεν θέλω, λέει, τη σπείρα που σε κατεβάζει, θέλω τον κύκλο τον ανοιχτό. Δεν θέλω, λέει, τον περιορισμό που με οδηγεί στον τόπο και τη μεγάλη έξοδο, θέλω το ξέφραγο να περιπλανιέμαι. Δεν θέλω, λέει, να φτάσω στην πύλη, θέλω το εν κρυπτό. 
 Δεν θέλω, λέει, το σκοπό, θέλω το άσκοπο που μ' ενθουσιάζει και με παρατά σύξυλο. Αφήστε με ως εσχάτων να ξεγελαστώ, θέλω, μ΄ακούτε, την πλάνη! Θέλω των αισθήσεων την άκαρπη συγκομιδή. Θέλω να μεταμφιεστώ σε νυχτερίδα, άδικα μην είμαι κρεμασμένος ανάποδα μ' ένα καλάμι για σκέψη κι ένα μαντρί για τ' αισθήματα. 
 Μην μου τραβάτε τον μανδύα, λέει, σωπάστε πια με την αποκάλυψη! Τους φάρους, τα ευλογημένα νησιά και τους παραδείσους. Δεν σας ακούω, λέει, από μέσα φτιάχνω ό,τι θέλω, είναι στο χέρι μου το ρολόι, άδικα σπαταλάτε τα λόγια σας και τελικά λέει: Ευχαριστήστε με! Γι' αυτό σας έχω κρυμμένο αντάλλαγμα!
Ευχαριστήστε με, λέει, ετούτος είναι ο ύμνος. Με αυτόν το τραγούδι μου αντάλλαξα.

 Ευχαριστήστε με! Λέει ο άνθρωπος, γιατί πονώ. Σκεφτείτε, ψάξτε, βρείτε αυτό που θέλω ακόμα κι αν δεν σας το πω, ακόμα κι αν το μουγκρίζω και προσφέρετέ το μου. Σ΄αυτό το σημείο ανταμώνουμε, λέει ο άνθρωπος, στην ευχαρίστηση. Γίνετε απλώς ευχάριστοι, λέει ο άνθρωπος κι έχω γι' αυτό μια ανταμοιβή για εσάς. Μα και η κόλαση το ίδιο λέει.

 Σσσσ, κάνει το υπόγειο ποτάμι. Ντιν νταν χτυπάει η καμπάνα· ποιος πέθανε? Ρωτούν, κι εγώ ανάμεσά τους ρωτώ: Ποιος ζει? Φώναξαν τον καλύτερο γιατρό να κάνει τη διάγνωση μα εγώ ήξερα από τι έπασχε, τον είχε πιάσει αιχμάλωτο η κουνιστή του πολυθρόνα.

 Πάλι αιτία θανάτου έγραψαν τάδε. Μα εγώ - που έχω κοιτάξει νεκρούς και ζωντανούς στα μάτια - ξέρω, η ψυχή μου μού το ομολόγησε, πως οι άνθρωποι το αποφασίζουν να φύγουν.

Σαν τα πουλιά που ονειρεύονται μια αποδημία.