Ο Γέρος και ο Πλάτανος







                  Ο Γέρος και ο Πλάτανος


    1. Πριν χρόνια, τον καιρό που τα σπίτια στις γειτονιές της πόλης ήταν χαμηλά, με αυλές, κήπους και στους φράχτες σκαρφάλωναν κολοκυθιές, ένα μικρό αγόρι, όχι περισσότερο από εφτά ετών, βρήκε έναν σπόρο την ώρα που έπαιζε και τον κράτησε στο μικρό του χέρι.
   Αφού τον περιεργάστηκε για λίγο με περιέργεια, έτρεξε προς το σπίτι του και στάθηκε σαν σοβαρός κύριος μπροστά στη μητέρα του.
   Της τον παρουσίασε σαν πολύτιμο εύρημα και εκείνη φανέρωσε περηφάνια για τον γιο της. Τον έπιασε απ’ το χέρι και τον οδήγησε ως τον κήπο. Εκεί άδειασε το χώμα μιας γλάστρας, που φιλοξενούσε έναν ξεραμένο βασιλικό και την γέμισε με νέο, πλούσιο χώμα και στην επιφάνειά  του φύτεψε τον σπόρο.  Τον πότισε κι έμειναν οι δύο τους για λίγο σιωπηλοί κι όρθιοι πάνω απ’ τη νέα, εγκυμονούσα ζωή.
   «Να το προσέχεις και να το νοιάζεσαι», είπε η μητέρα στο αγόρι. Στη συνέχεια το άφησε μόνο του και κίνησε να τελειώσει τις δουλειές της μέρας.
   Το αγόρι επέλεξε ένα φωτεινό σημείο και τοποθέτησε εκεί τη γλάστρα. Πάτησε με τα δάχτυλά του το νωπό χώμα κι ύστερα έτρεξε χαρούμενο στη γειτονιά να βρει τους φίλους του.
   Νύχτωνε όμως και το παιγνίδι δεν κράτησε για πολύ. Σύντομα άκουσε την μητέρα του να το φωνάζει και βάδισε προς το σπίτι. Όταν έφτασε ήταν στεναχωρημένο. Δεν είχε χορτάσει παιγνίδι αν κι έπαιζε από νωρίς το πρωί.
   Τώρα, μέχρι την ώρα του ύπνου, θα βαριότανε και το γνώριζε. Είχε ακούσει όμως τρομακτικές ιστορίες, για αλλόκοτους ανθρώπους, με μακριά γένια και κόκκινο βλέμμα, που αναζητούσαν παιδιά τις νύχτες στα σοκάκια της πόλης κι αν κατάφερναν να τα πιάσουν, σίγουρα τα περίμενε κακή τύχη.
   Έτσι ξεφύσησε απογοητευμένο και συμμορφώθηκε. Τράβηξε ένα κόμικς, από μια κούτα κάτω απ’ το κρεβάτι του και ξάπλωσε μπρούμυτα πάνω του. Ξεκίνησε να διαβάζει στο φως του ηλεκτρικού και σύντομα βούτηξε στον κόσμο της φαντασίας.

   Σε λίγη ώρα όμως βαρέθηκε και δρασκέλισε το κατώφλι της μπαλκονόπορτας. Ήταν αρχές Ιουλίου κι έκανε ζέστη μέσα στο σπίτι. Στο μπαλκόνι αντίκρισε τον πατέρα του, καθισμένο στο τελευταίο σκαλοπάτι να μπαλώνει τα δίχτυα του. Τα είχε ριγμένα στο κάγκελο κι όλο τα τραβούσε εκνευρισμένος προς το μέρος του.
   Η μητέρα του ήταν καθισμένη σε μια ψάθινη καρέκλα κι έπλεκε όπως το συνήθιζε κάποιο εργόχειρο. Η γιαγιά ήταν καθισμένη δίπλα της, σε μια δική της καρέκλα που την είχε οικειοποιηθεί και δεν την αποχωρίζονταν.
    Όχι δηλαδή πως είχε διαφορά με τις άλλες… αλλά να, εκείνη ήταν η δική της καρέκλα κι αυτό την έκανε να νιώθει ξεχωριστή.
   Το αγόρι έριξε το βλέμμα του στον ουρανό και σαν να ένιωσε ένα απόμακρο κάλεσμα, που ήταν αδύνατον να του αντισταθεί.
   Μαγεμένο από την έναστρη νύχτα, ένιωσε δέος και βαθιά συγκίνηση για το μεγαλείο, που άγγιζε ακέραιο την καθάρια ψυχούλα του και δίχως να το γυρέψει, εκστόμισε μια ερώτηση: «Πατέρα τι είναι θεός;»   

   Εκείνος σάστισε, δεν το περίμενε από τόσο μικρός ο γιος του να τον βασανίζει με ερωτήματα, που στο κάτω-κάτω, δεν τα είχε απαντήσει ποτέ στον εαυτό του. Έτσι περιορίστηκε να του πει, πως θεός είναι μια μεγάλη δύναμη κι έριξε το βλέμμα του στα δίχτυα, ελπίζοντας να κάλυψε την περιέργειά του.
   Το έβλεπε όμως με μισό μάτι και κάτω από το βλέφαρό του, όταν εκείνο βάδισε τα λίγα βήματα προς την μητέρα του κι επανέλαβε την ερώτηση: «Μητέρα τι είναι θεός;»
   «Θεός είναι να αγαπάς αυτό που κάνεις», του είπε εκείνη με αγάπη στο βλέμμα. «Σαν αυτό το μικρό κέντημα μοιάζει απόψε ο ουρανός», συμπλήρωσε και του χάιδεψε στοργικά τα μαλλιά.
   Το αγόρι γλίστρησε απ’ την αγκαλιά της και πλησίασε την γιαγιά του. Εκείνη είχε αεικίνητο βλέμμα και τα λευκά μαλλιά της καλυμμένα με το μαύρο κρέπι της. Είχε τα χέρια υπομονετικά δεμένα στην κοιλιά κι έπαιζε κυκλικά τους αντίχειρες, σε ένα άσκοπο παιγνίδι, που μετρούσε μόνο τον εναπομείναντα χρόνο της.  
   Το αγόρι τράβηξε πεισματωμένο το μανίκι της, σαν να γύρευε να την ξυπνήσει από τις ονειροπολήσεις. Η γιαγιά έμοιαζε να έχει περάσει νοερά στην απέναντι όχθη, αλλά το γέρικο σώμα της, επέμενε να της θυμίζει ότι ήταν ζωντανή.
   «Γιαγιά εσύ τι λες;» ρώτησε το αγόρι.
   «Για ποιο ζήτημα;» αποκρίθηκε εκείνη με κάποια έκπληξη. Το αγόρι σώπασε.
   «Θέλει να μάθει τι είναι ο θεός». Είπε η μητέρα του.
   «Σε λίγο καιρό θα ξέρω», του είπε.
   «Νομίζω πως θεός είναι να περιμένεις ένα καλύτερο αύριο», συμπλήρωσε και σώπασε.
  
   Το αγόρι διέκρινε τη συγκίνηση που φανέρωσε το βλέμμα της κι απομακρύνθηκε από κοντά της. Φύλαξε το δέος και την μαγεία στην ψυχή και κάθισε σε μια γωνιά σκεπτικό. Αργότερα βαρέθηκε και βάδισε προς την κουζίνα.
   «Εσένα έμοιασε», είπε τότε εκνευρισμένος και σιγανά ο πατέρας του στη μητέρα.
   «Άκου εκεί μια σταλιά ανθρωπάκι να ρωτάει από τώρα τι είναι θεός». Εκείνη σώπασε και χαμογέλασε αμυδρά.

   2. Το αγόρι πότιζε συχνά το σπόρο και σύντομα ένας βλαστός βγήκε στο φως της ζωής. Τότε έτρεξε χαρούμενο και το ανακοίνωσε στη μητέρα του.
   Εκείνη χάρηκε με την χαρά του και του θύμισε για άλλη μια φορά να το φροντίζει. Το αγόρι το έκανε με χαρά και σύντομα ο βλαστός φανέρωσε την καταγωγή του. Ήταν ένα νεαρό πλατάνι, που μεγάλωνε βιαστικά μέρα με τη μέρα.

   Πέρασε αρκετός καιρός κι ο νεαρός πλάτανος έπαψε να μεγαλώνει. Το αγόρι στεναχωρήθηκε τότε κι έτρεξε για άλλη μια φορά στη μητέρα του.
   Εκείνη του είπε πως ο χώρος της γλάστρας ήταν πολύ μικρός για ένα τόσο γενναίο δέντρο, που σίγουρα μια μέρα θα κυριαρχούσε στη γειτονιά.
   Είπε πως έπρεπε να το βγάλουν από τη γλάστρα και να το μεταφυτέψουν. Όμως το αγόρι λυπήθηκε και δεν γύρεψε κάτι τέτοιο.
   «Αν το φυτέψουμε σε ένα μέρος δεν θα μπορέσει ποτέ να δει τον κόσμο», είπε.
   Η μητέρα προσπάθησε να του εξηγήσει πως τα δέντρα, δεν ήταν ταξιδιάρικα πλάσματα κι ότι δεν τα ένοιαζε να ταξιδέψουν στον κόσμο.
   Όμως το παιδί εξήγησε, πως σκέφτονταν εκείνο να ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο κι ότι θα το έπαιρνε μαζί του, σε κάθε ταξίδι του. Ήταν πεισματωμένο στην απόφασή του κι η μητέρα δεν θέλησε να το κακοκαρδίσει. Έτσι αγόρασε την επόμενη μέρα λίγο λίπασμα και το έριξε στη γλάστρα.
  
   Για λίγο καιρό ο πλάτανος συνέχισε να μεγαλώνει, αλλά σύντομα οι ρίζες του κυρίεψαν τον μικρό χώρο της γλάστρας κι έτσι άρχισε να ξεραίνεται. Όσο λίπασμα και νερό κι αν έριχνε το αγόρι καθημερινά… το δέντρο πέθαινε.
   Μέχρι που μια μέρα, έγινε ένα φριχτό δεμάτι από ξερά κλαδιά και το αγόρι τον κοιτούσε από μακριά, πεισματωμένο ακόμα.
   Η μητέρα τού εξήγησε, πως το δέντρο ήταν νεκρό κι ότι ήταν άσκοπο πλέον να το ποτίζουν και να το λιπαίνουν. Καλό θα ήταν  να το πετάξουν σε μια χωματερή.
   Έτσι το αγόρι το κράτησε απ’ τα κλαδιά και το έσυρε θυμωμένο, μαζί με τη γλάστρα, μέχρι ένα κοντινό οικόπεδο που ήταν γεμάτο κοπριές.
   Το πέταξε εκεί θυμωμένο κι ένιωθε προδομένο. Δεν είχε κανένα δικαίωμα να πεθάνει ο φίλος του, σε εκείνο το δέντρο είχε στηρίξει τα όνειρά του.
  
   Έκανε να απομακρυνθεί όταν άκουσε πίσω του έναν θόρυβο. Γύρισε και είδε, πως οι ρίζες έσπαζαν τη γλάστρα κι έβγαιναν στο φως του ήλιου, σαν ζωντανές σάλευαν αναζητώντας τη γη.
   Το αγόρι δεν τρόμαξε, γνώριζε πως αυτά συμβαίνουν, τα είχε διαβάσει και τα είχε δει με τα μάτια του δεκάδες φορές στα κόμικς.
    Έτρεξε τότε προς το πλατάνι και μετάνιωσε για την συμπεριφορά του. Έκλαψε και τα δάκρυά του κύλησαν πάνω στο νεκρό σώμα του δέντρου.
   Ήταν όμως μάταιο, όταν το κλάμα τού πέρασε, είδε με καθαρό βλέμμα και κατάλαβε, πως ό,τι είχε δει ήταν γέννημα της φαντασίας του. Το νεαρό δέντρο παρέμεινε πάντα νεκρό.

   Ξεκίνησε να απομακρύνεται για δεύτερη φορά αλλά μετά λίγα βήματα, απόμεινε ξανά καρφωμένο στα πόδια του.
   Το βλέμμα του είχε διακρίνει κάτι ανάμεσα στα ξερόκλαδα και γύρισε πίσω να κοιτάξει προσεκτικά. Ένα μικρό, πράσινο φύλλο, πρόδιδε ακόμα ζωή στο δέντρο.
   Είχε βλαστίσει στην άκρη του λεπτού κορμού, στο σημείο που εκείνος άφηνε το χώμα της γλάστρας.
   Το αγόρι έπεσε στα γόνατα κι ευχήθηκε ολόψυχα να βρέξει. Σε λίγη ώρα τα σύννεφα μετακινήθηκαν γοργά προς το σημείο της γειτονιάς κι έριξε μια τόσο δυνατή μπόρα, που άφησε άφωνους τους ανθρώπους.
   Το αγόρι έσκαψε με τα χέρια του στις κοπριές και φύτεψε εκεί τον πλάτανο. Όταν γύρισε σπίτι ήταν μούσκεμα και γεμάτο βρωμιές. Η μητέρα το έδειρε, αλλά εκείνο δεν έβγαλε τσιμουδιά μήτε έκλαψε.
   Αργότερα έκανε μπάνιο και ξάπλωσε στο κρεβάτι του. Η μητέρα πήγε κοντά του κλαμένη και το ζήτησε να την συγχωρέσει. Το αγόρι την αγκάλιασε, την φίλησε κι έκλαψε μαζί της. Όταν έφυγε από κοντά του ήταν χαρούμενη κι εκείνο έλαμπε από ευτυχία.

    3. Πέρασαν αρκετά χρόνια από εκείνη τη μέρα κι ο πλάτανος μεγάλωσε. Έγινε ένα ψηλό, γερό και υγιή δέντρο,  γιατί εκείνο το οικόπεδο, επί πολλά χρόνια, το λίπαιναν τα ζώα με τις κοπριές τους.
   Το αγόρι, μαζί με την παρέα του, κατασκεύασαν ένα δεντρόσπιτο στα κλαριά του και που τα έχανες που τα έβρισκες όλη τη μέρα, ήταν εκεί να κρατούν συντροφιά στον πλάτανο και να ακούν το παράξενο τραγούδι του, κάθε φορά που ο άνεμος σείονταν, μέσα απ’ τα καταπράσινα φύλλα του.
   Ο πλάτανος ήταν χαρούμενος κι όλα άνθιζε, μ’ αυτά τα παιδιά, που έμοιαζαν με άγριες μέλισσες κι όμορφες πεταλούδες, να τιτιβίζουν ολημερίς στα κλαδιά του.

   Τα χρόνια κύλησαν για άλλη μια φορά. Το αγόρι σχηματίστηκε σε έναν όμορφο, νεαρό άνδρα κι η γειτονιά με τα χαμηλά σπίτια άλλαζε.
   Οι κάτοικοι γκρέμιζαν τους μικρούς φούρνους κι αγόραζαν ψωμί από το αρτοποιείο. Ο Δημητράκης, ο παγοπώλης, σκέφτονταν να εγκαταλείψει το επάγγελμα γιατί τώρα στα περισσότερα σπίτια, οι παγωνιέρες είχαν αντικατασταθεί από ένα κομψό ψυγείο, σίγουρα λιγότερο τζαναμπέτικο στη χρήση του και με συνεχόμενη κρύα διάθεση.
   Δειλά  άρχισαν να κυκλοφορούν και τα πρώτα αυτοκίνητα στους δρόμους και να αποσύρονται πλέον οι σούστες, μαζί με τα άλογα.
   Κάποιοι δρόμοι στρώθηκαν με τσιμέντο κι ο ντουνιάς γέμισε με μοτοσακό, που έκαναν έναν περίεργο θόρυβο,  αλλά κάλυπταν γοργά τις αποστάσεις.
   Οι κάτοικοι γκρέμιζαν τα χαμηλά σπίτια και στη θέση τους έχτιζαν τα πρώτα μοντέρνα διώροφα. Το οικόπεδο, με τον πλάτανο στο κέντρο του, το αγόρασε ο δήμος και το χαρακτήρισε στην χρήση του πάρκου.
   Εκείνη την εποχή, που όλα γύρω του άλλαζαν, ο νεαρός ερωτεύτηκε για πρώτη φόρα, μια όμορφη κοπέλα κι έδιναν κάθε σούρουπο ραντεβού στο δέντρο.
   Με τον καιρό, στον κορμό του δέντρου το αγόρι χάραξε την καρδιά του, που την είχε χαρίσει σε εκείνη.
   Όταν μετά από καιρό, μια μέρα τον εγκατέλειψε η αγάπη της, τότε ο νέος έτρεξε στον πλάτανο κι έκλαψε όσο βαστούσε η ψυχή του.
   Έκλαψε και την επόμενη νύχτα κι άλλες πολλές ακόμα και η διψασμένη γης, ρουφούσε τα δάκρυά του ως που έφτασαν στις ρίζες του δέντρου κι έτσι πέρασαν μέχρι τα λυγερά κλωνιά του.

   Συντελέστηκε έτσι ένας δεσμός. Ακατανόητος ακόμα για τις φτωχές γνώσεις που έχουμε για τον κόσμο των δέντρων και σίγουρα μυστικός από τον νεαρό.
   Αυτό που ένιωθε έντονα μονάχα, ήταν μια παράξενη έλξη, να περνάει κοντά στο δέντρο τις πιο έντονες και μοναχικές στιγμές του.

    4. Ο νέος ξεπέρασε δύσκολα τον πρώτο του έρωτα. Κάθε που ζύγωνε όμως κοντά στο πλατάνι, ένιωθε ζεστασιά και μια γλύκα στην καρδιά, που έκανε την ψυχή του να γεμίζει κουράγιο κι ελπίδα, για τη ζωή και το αίσθημα της μοναξιάς να παραμερίζεται, με έναν μαγικό τρόπο.
   Έτσι, αφού ο κάθε άνθρωπος θέλει να νιώθει το βέλτιστο που μπορεί, που τον έχανες που τον έβρισκες τον νεαρό, κάπου εκεί γύρω θα τριγύριζε, με ένα στυλό και ένα σημειωματάριο στο χέρι τώρα όμως, διότι μέσα στον πόνο και τη μοναξιά του, μια ξαφνική επιθυμία τον συνεπήρε και μια λυτρωτική και επιτακτική έμπνευση τον κέρδισε, που έκανε τη σκέψη του να φτερουγίζει αδιάκοπα, αναζητώντας στον πολύχρωμο κόσμο του αγνώστου, τις πιο εκλεπτυσμένες λέξεις και τα πιο ακριβοθώρητα νοήματα.
  
   Με τον χρόνο, το βλέμμα του βάθυνε στην μορφή του και η εικόνα του ενδύθηκε μια στοχαστική ερμηνεία και μια γλυκιά θλίψη, που τον έκανε διαρκώς να αποζητά την ουσία της ζωής.
   Μέχρι που μια μέρα, βρήκε το κουράγιο κι ανέβηκε τα σκαλοπάτια του δημαρχικού μεγάρου. Απαίτησε από τον δήμαρχο να ολοκληρωθεί το πάρκο με κάθε προδιαγραφή του κι οι κάτοικοι της γειτονιάς, στάθηκαν στο πλευρό του.
   Σύντομα οι μπουλντόζες έπιασαν δουλειά και ένα όμορφο πάρκο απόκτησε μορφή. Έσπειραν χλόη και φύτεψαν σε πολλά σημεία διάφορα μικρά δέντρα.
   Δημιούργησαν διαδρόμους με όμορφες πετρώδεις πλάκες και στερέωσαν παγκάκια σε διάφορες γωνιές, που σε λίγο καιρό θα αποκτούσαν ίσκιους.
   Ο πλάτανος καμάρωνε τώρα σαν άρχοντας στο μέσον των νεαρών υπηκόων του. Κι όταν τέλειωσαν οι εργασίες με τις διάφορες σωληνώσεις που θα δρόσιζαν ετούτο τον μικρό παράδεισο… έλαμπε ικανοποιημένος απ’ τις ρίζες μέχρι τα ακρόκλαδά του κι έπινε με απόλαυση, την υγρασία που διαπερνούσε τους ιστούς του.

   Οι άνθρωποι αγάπησαν το μεγάλο δέντρο και συνήθισαν την παρουσία του νεαρού κοντά του. Σε βαθμό να τους συνδέσουν στη σκέψη τους κι έτσι καμιά παραξενιά δεν φανέρωνε το βλέμμα τους, σαν τον έβλεπαν να γράφει συλλογισμένος κάτω απ’ τη σκιά του.
   Ένα απόγευμα τον είδαν να γρατζουνά μελωδικά μια φτηνή κιθάρα και να σιγομουρμουρίζει τους στίχους του.
   Στην αρχή δεν έδωσαν σημασία, όμως σύντομα ο άνεμος της μουσικής άγγιξε τις καρδιές των νέων, που τριγύριζαν στο πάρκο κι έτσι καθιέρωσαν ένα σιωπηλό ραντεβού μαζί του.
   Με το που έπεφτε το δειλινό, δεκάδες νεαροί και κοπέλες μαζεύονταν εκεί με μπύρες κι αναψυκτικά για να τον ακούσουν. Μέχρι που από στόμα σε στόμα, το γεγονός πήρε διαστάσεις κι όλο συνέρεαν περισσότεροι άνθρωποι.
   Εκείνος συνέχιζε να γράφει. Με μια θεόπνευστη έμπνευση,  που μόνο ένας αθεράπευτα ρομαντικός θα ερμήνευε, ότι το θρόισμα των φύλλων, το παιγνίδισμα της σελήνης και του φωτός μέσα απ’ τις φυλλωσιές του δέντρου, τού ψιθύριζαν στο αυτί τα μυστικά τους λόγια.

   Μια μέρα, ένας ψαρομάλλης μεσήλικας, που τον άκουγε καιρό τώρα από μια γωνιά του πάρκου, τον πλησίασε κι άνοιξε κουβέντα μαζί του. Οι άνθρωποι είδαν το πρόσωπο του νεαρού να φωτίζεται και να ανοίγει πρόθυμα το τετράδιο με τις σημειώσεις του.
   Ο άνδρας τις μελέτησε για ώρα κι ύστερα έδειξε συλλογισμένος. Έσφιξε το χέρι του νεαρού και σηκώθηκε από το παγκάκι. Ο νέος έμοιαζε περήφανος κι απ’ την άλλη μέρα, δεν τον είδε κανείς ξανά στο πάρκο.
   Στην γειτονιά ψιθυρίστηκε πως ο μεσήλικας ήταν ένας αναγνωρισμένος συνθέτης κι ότι προσκάλεσε τον νεαρό να φύγει μαζί του στο εξωτερικό.
  
   Έτσι είχε γίνει κι η μητέρα του, αν και απρόθυμη στην αρχή, τελικά συνηγόρησε κι αγκάλιασε με θέρμη τον γιο της. Ο πατέρας του επέμενε ότι καλό θα ήταν, να μείνει κοντά τους και να διδαχθεί την τέχνη του ψαρά, αλλά ο νεαρός απάντησε πως ήδη την κατείχε και ψάρευε σε βαθιά νερά.
   Ο φτωχός άντρας δεν κατάλαβε τι εννόησε ο γιος του, αλλά μη θέλοντας να προδώσει την άγνοιά του, κούνησε καταφατικά το κεφάλι και φρόντισε να του τονίσει, ότι δεν του περίσσευαν χρήματα για να τον βοηθήσει στις σπουδές του.
   Ο γιος είπε στον πατέρα να μην ανησυχεί κι ότι θα τα κατάφερνε. Έτσι σε λίγες μέρες, έφυγε μαζί με τον μεσήλικα κύριο για το εξωτερικό.
   Εκεί γράφτηκε σε μια σχολή μουσικής και ταυτόχρονα έπιασε μια συνηθισμένη δουλειά. Ο συνθέτης τον στήριξε στην προσπάθειά του με όλες του τις δυνάμεις και τις γνωριμίες του κι έτσι, σε λίγα χρόνια, όσα είχε πιστέψει για το ταλέντο του νεαρού, επαληθεύτηκαν κι ένιωθε περήφανος για την επιλογή του.
   Όταν η νεότητα παραχώρησε τη θέση της στην ωριμότερη ηλικία… οι άνθρωποι απολάμβαναν τις μελωδίες του συνθέτη, που έμοιαζε να έχει κατακτήσει τις καρδιές τους πέφτοντας από τον ουρανό.
  
   Σε ετούτη τη διάρκεια του χρόνου, οι κάτοικοι της γειτονιάς, παρατηρούσαν προβληματισμένοι το μεγάλο δέντρο, να μαραζώνει μέρα με τη μέρα.
   Κανείς δεν είχε πρόσεξε πως την επομένη κιόλας μέρα της αποχώρησης του νεαρού, ένα παχύ στρώμα από ξεραμένα φύλλα είχε καλύψει τις πλάκες τους πάρκου.
   Αργότερα όμως παρατήρησαν το γεγονός κι ανησύχησαν. Ο πλάτανος φανέρωνε φθινοπωρινή συμπεριφορά μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού. Έγδυνε από το σώμα του την καταπράσινη φορεσιά και ενδύονταν σε ένα βαθύ πέπλο φθινοπωρινής θλίψης.
   Τότε φώναξαν τον γεωπόνο του δήμου που τσάκισε ένα κλαδί και το πήρε μαζί του στο εργαστήριο. Πήρε και μια φούχτα χώμα απ’ τις ρίζες του κι όλα μαζί, τα εναπόθεσε στην εξακριβωτική ματιά της επιστημονικής μελέτης.

   Έσπαγε το κεφάλι του για μέρες, για να καταλάβει τι στη ευχή συνέβαινε, αλλά δεν κατέληξε σε κανένα συμπέρασμα.  Όλες οι συνθήκες έμοιαζαν να είναι περισσότερο από ικανοποιητικές για την ανάπτυξή του.
   Κι όμως, εκείνο συνέχιζε να ρίχνει τα φύλλα του και σύντομα έμοιαζε σαν πουλί που μαδούσε τα φτερά του.
   Ως που τελικά ο γεωπόνος, παραιτήθηκε από την προσπάθεια κι οι κάτοικοι συνήθισαν τη νέα όψη του δέντρου. Που έμοιαζε να έχει παραιτηθεί από τη ζωή. Σαν αναποφάσιστο, να συλλογίζεται, αν θα ζήσει ή θα πεθάνει.
   Κανείς δεν συνέδεσε το γεγονός της αναχώρησης του νεαρού με την κατάρρευση του δέντρου. Και γιατί άλλωστε να το κάνει; δεν υπήρχε κανένας λόγος.

    Ο χρόνος δεν νοιάζεται για ό,τι απασχολεί ανθρώπους και δέντρα. Εκείνος συνεχίζει να κυλάει στον έναν και μοναδικό ρυθμό του. Κάθε ευεργέτημα ή κακούργημα το φέρνει μαζί του σε αναπάντεχη ώρα. Κι αν οι άνθρωποι τα θέλουν όλα εδώ και τώρα, υποτιμούν το αλάθητό του. 
  
   Έτσι, οι γονείς του συνθέτη γέρασαν και έπεσαν στην ανημποριά. Μια μέρα, ένα τηλεγράφημα τον ειδοποίησε, ότι έπρεπε να επιστρέψει στην Ελλάδα, αν το γύρευε να σταθεί κοντά τους.
   Εκείνος είδε τα σχέδια του να ανατρέπονται και για μια στιγμή, πρόβαλε ένας αναθεματισμός, για την ώρα που ο καιρός είχε επιλέξει να του χαλάσει τα σχέδια.
   Εκείνες οι στιγμές τον βρήκαν μόνο του, μέσα σε ένα μεγάλο δωμάτιο, όπου σύντομα ένα λευκό σύννεφο τον τύλιξε, που μέσα του έχασε το ειρμό των σκέψεων κι απόμεινε αναποφάσιστος.
   Σύντομα το πέπλο διαλύθηκε σαν πάχνη κι όλα διαφάνηκαν καθαρά. Συγκινήθηκε τότε κι έκλαψε για ώρα. Αναγνώρισε τον εαυτό του και δεν δίστασε ούτε για μια στιγμή να πάρει τις αποφάσεις του.
   Εγκατέλειψε τα σχέδιά του κι επέστρεψε στην Ελλάδα· σύντομα περνούσε το κατώφλι του χαμηλού σπιτιού. Το μοναδικό που είχε απομείνει ακόμα, να θυμίζει τη ζέση της παλιάς γειτονιάς.
   Σαν απομεινάρι μιας εποχής, που ξέφτιζε μα και που επέμενε, να θυμίζει στους περαστικούς, μια άλλη εποχή, όπου οι βασιλικοί δεν αναμίγνυαν το άρωμά τους με τα καυσαέρια.
   Έτσι νοίκιασε ένα μικρό διαμέρισμα και έμεινε κοντά στους γέρους του για να τους φροντίζει.
  
   Όταν έριξε το βλέμμα του για πρώτη φορά στον πλάτανο η ψυχή του μάτωσε. Έτρεξε αλαφιασμένος κι ακούμπησε το χέρι του στο κορμό. Δεν καταλάβαινε τίποτα κι άρχισε να κλαίει γοερά σαν μικρό παιδί.
    Ο πλάτανος τότε βλάστησε κι άνθισε σαν στολισμένη νύφη. Εκείνος ένιωσε ευτυχισμένος κι αγκάλιασε τον κορμό του δέντρου.
   Μα σαν το κλάμα ξέπλυνε το βλέμμα του… τρεμόπαιξε  τα βλέφαρά του και διαπίστωσε πως μια παραίσθηση τον είχε κυριέψει. Ο πλάτανος συνέχιζε να κρυφοκοιτάζει δειλά τη ζωή.
   Τότε συλλογισμένος ψηλάφισε με τα δάχτυλά του τις καρδούλες, που είχε χαράξει στον φλοιό του, κι έφερε στην σκέψη του ολόκληρο τον βίο των νεανικών του χρόνων.
   Τότε μονάχα συνέδεσε την καρδιά του με το παρελθόν κι ένιωσε παρά είδε, τον πλάτανο να σκιρτάει και να χαμογελάει στον ήλιο, γεμάτος διάθεση για φρέσκια ζωή.

   Όλα ετούτα τα συμβάντα στάθηκαν αφορμή να επανεξετάσει τη ζωή του ο συνθέτης. Έτσι σύντομα αποδέχτηκε τη σκέψη πως ήταν καιρός να αποτραβηχτεί από την αίγλη της σκηνής.
   Χορτασμένος από τη δόξα, αποφάσισε να κάνει δύο βήματα πίσω και να περιορίσει την δημιουργική του διάθεση, μονάχα στην πρωταρχική δημιουργία της εμπνευσμένης γραφής. Κι αφού κάτι τέτοιο αποζητούσε την μοναχικότητά του κι ένιωθε τόσο γεμάτη την καρδιά του στην γειτονιά όπου είχαν ξεκινήσει όλα για αυτόν… εκεί που οι μυρουδιές και οι εικόνες ήταν τόσο οικίες… αποφάσισε να ζήσει εκεί, μέχρι που ο χρόνος θα συντελούσε σε κάποια διαφορετική απόφαση.
  
   Έτσι κι έγινε. Φρόντισε τους γονείς του μέχρι τη στιγμή που εκείνοι εγκατέλειψαν τον υπαρκτό κόσμο κι ύστερα εγκαταστάθηκε στο μικρό, παλιό σπίτι και το συντήρησε στην αρχική του μορφή.
   Οι γείτονες τον γνώριζαν κι ήταν περήφανοι για τις αποφάσεις του. Έτσι η ζωή συνέχισε την πορεία της και κανείς δεν συνέδεσε την ευμάρεια του πλατάνου, με τον ερχομό του συνθέτη στη γειτονιά.
  
   Ο γεωπόνος, με την ανεξιχνίαστη σκέψη καρφωμένη στο μυαλό ακόμα, έσπαγε το κεφάλι του για άλλη μια φορά, να εξηγήσει τα καμώματα του δέντρου. Μέχρι που τελικά σκαρφίστηκε μια ψευδή δήλωση και την σερβίριζε στους περίεργους κατοίκους για να κατευνάσει τις απορίες τους.  

   5. Η καρέκλα ήταν μόνιμα τοποθετημένη κάτω από τον πλάτανο και σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση. Όλοι γνώριζαν πως ο γέρος συνθέτης, με τα μακριά λευκά μαλλιά, θα φανερώνονταν νωρίς το πρωί από την καμπή του δρόμου και θα βάδιζε με αργά βήματα και με ένα κύπελλο καφέ στο χέρι, ως εκεί.
   Στη συνέχεια θα έβγαζε το παλιό του τετράδιο και συλλογισμένος, θα κρατούσε τις σημειώσεις του ως το μεσημέρι.
   Οι γονείς είχαν πει στα παιδιά να παίζουν μακριά του για να μην τον ενοχλούν, αλλά εκείνος δεν θέλησε να τα περιορίσει.
   «Δεν με ενοχλούν τα παιδιά» είχε πει χαρακτηριστικά.
   «Αν ζω ακόμα είναι επειδή παίζουν κοντά μου».
   
   Το μεσημέρι θα σηκώνονταν αργά από την καρέκλα και θα βάδιζε ως το σπίτι του. Εκεί θα έτρωγε λιτά και θα ξάπλωνε να ξεκουραστεί μερικές ώρες.
   Ύστερα πάλι το απόγευμα, θα έπαιρνε τη γνωστή του θέση κάτω από τον πλάτανο, μέχρι νωρίς τη νύχτα κι έτσι κυλούσε η ζωή, εκείνες τις μέρες στην μικρή γειτονιά.

   Μέχρι που ένα απόγευμα ένας αλαφιασμένος γείτονας,  έτρεξε προς το μέρος του φωνάζοντας σε όλους, ότι ο γέρος είχε πέσει από την καρέκλα.
   Έτρεξαν τότε όσοι άκουσαν και σύντομα σχημάτισαν έναν μικρό κύκλο γύρω του. Ο γέρος ήταν νεκρός. Πεσμένος ανάσκελα στο νωπό χώμα, με το τετράδιο σφιγμένο γερά στο χέρι, στο σημείο της καρδιάς.
   Τότε οι άνθρωποι είδαν ένα λευκό περιστέρι, να φεύγει απ’ την ψυχή του γέρου και να κάθετε στο πιο ψηλό κλαδί του πλατάνου. Το πουλί τσάκισε με το ράμφος του ένα πράσινο κλαδί και το πήρε μαζί του πετώντας.
   Κάποιοι ορκίζονταν αργότερα, πως άκουσαν τη φωνή του γέρου να μαρτυρά τα εξής λόγια: «Σου υποσχέθηκα να ταξιδέψουμε μαζί σε όλο τον κόσμο κι η ώρα ετούτη ήρθε!»
   Κάποιοι άλλοι όμως, τούς έλεγαν ότι χρειάζονταν να τους κοιτάξει ένας καλός ψυχίατρος.
  
   Ο πλάτανος τίναξε τα φύλλα του για άλλη μια φορά κι οι κάτοικοι φώναξαν τον γεωπόνο. Εκείνος, αφού ασχολήθηκε για λίγο με το ζήτημα, δεν κατέληξε πουθενά και στο τέλος παραιτήθηκε από τη θέση του και ζήτησε μετάθεση για άλλο δήμο.
   Το περιστέρι ταξίδεψε πάνω από τους ωκεανούς σε όλο τον κόσμο κι όταν πεινούσε έτρωγε τα φύλλα του κλαδιού. Μέχρι που ενωμένοι σε μια ψυχή, μια πύλη διαφάνηκε στους ουρανούς, λουσμένη σε λευκό φως και τους έκλεισε στην αγκαλιά της.

    Πίσω στον χρόνο, ένας από τους παρευρισκόμενους, είχε ανοίξει το χέρι του νεκρού γέρου κι είχε πάρει το τετράδιό του. Είχε διαβάσει τις σημειώσεις του, όπου σε ένα σημείο ανέφερε, πως η τελευταία επιθυμία του ήταν να τον θάψουν κάτω από το δέντρο.
   Υπήρξε διαμάχη από τους κατοίκους αλλά τελικά βρέθηκε λύση. Αντί για ένα συνηθισμένο μνήμα, θα έθαβαν το σώμα και θα τοποθετούσαν στην επιφάνεια ένα λιτό μνημείο.
   Άλλωστε ο άκληρος συνθέτης, ευεργετούσε τον δήμο με ολάκερη τη σημαντική περιουσία του.
   Έτσι κι έγινε. Έσκαψαν προσεχτικά ανάμεσα στις ρίζες του δέντρου και εναπόθεσαν το σώμα του.
   Τις επόμενες μέρες το δέντρο άρχισε ξανά να βλασταίνει κι οι κάτοικοι πια, άρχισαν να καταλαβαίνουν και να συνδέουν τη ζωή του πλατάνου με τον συνθέτη.

    Οι δεισιδαίμονες ακόμα ψιθυρίζουν με τρόμο, ότι τις νύχτες, ακούγεται το τραγούδι του στο θρόισμα των φύλλων κι ότι βλέπουν τη μορφή του, ανάμεσα στα κλαδιά, να την σχηματίζουν οι φυλλωσιές τις νυχτερινές ώρες.
   Οι πιο θαρρετοί στις πνευματικές υποθέσεις το ίδιο υποστηρίζουν, μονάχα που λείπει ο τρόμος από το βλέμμα τους.

    Ενώ τα παιδιά διαβάζουν συλλαβιστά τη φράση που άφησε παραγγελιά να χαράξουν στο μνήμα του: «Είχα πολλή αγάπη για να μπορέσω να πεθάνω»
   Κι ύστερα γελούν χαρούμενα γιατί δεν την καταλαβαίνουν. 


                                              Τέλος 
13 σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία