21 Οκτωβρίου 2012

Το Club της Ποίησης


  

  Απαντήσεις δε δίνουμε σ’ αυτό το club, καμιά Τεκίλα πίνουμε στα
σκοτεινά, μεθυσμένοι από έρωτα, από αδικία και δίψα για δικαιοσύνη. Ψηλαφίζοντας τα πρόσωπα με την αφή και κάπου κάπου φωνάζοντας, γνωριμία!
Το "κάπου σε ξέρω", το λέμε άχρονα, κι οι στίχοι μας κάνουν έρωτα αγκαλιασμένοι.

   Κάποιες ρυτίδες χαμόγελου ή απόγνωσης, αποτυπώνουν έννοιες στη σάρκα του προσώπου μας. Απ’ τις κοινές ρυτίδες αναγνωρίζουμε τους δικούς μας και τότε λέμε: απ’ τις ψυχές μας πέταξε, το βάρος ενός πουλιού.  Κι όμως, ήταν μία καχυποψία, που ζάρωσε το φρύδι, κουρνιασμένη σε ένα ξερό κλαδί.

   Όποιος μπαίνει μένει και παίρνει θέση, δίπλα στις βαλσαμωμένες κεφαλές των λιονταριών. Αποκτάει πρόσβαση στα κουρτινάκια των παραθύρων και το προνόμιο της σκιάς· γίνεται κι ο ίδιος κυνηγός πεταλούδας.  Με το βάπτισμα παίρνει μία απόχη. Απ' την άλλη νύχτα κιόλας ξεκινάει να κυνηγάει, πότε τον εαυτό του και πότε το χρόνο, π’ όλο ξεμακραίνουν, αφήνοντας πίσω τους, καλλίγραμμες εντυπώσεις.

   Οι μουσικοί, κρυμμένοι στο βάθος της αιθούσης, παίζουν μια ελπιδοφόρα μουσική, που κάνει τις αισθήσεις μεθυστικά να τεντώνονται. Όλα μέσα στο club, ακόμα και τα κεριά, κι οι φλόγες τους, είναι σα να προσπαθούν να φτάσουν κάπου κι οι πιο ανυπόμονοι, ρίχνουν το βλέμμα στα παραθύρια, να κοιτάξουν πρώτοι την ανατολή.

   Καμιά φορά έρχεται κι ο ήλιος και πιάνει το χορό, καταμεσής της πίστας. Μα μοιάζει σαν να μας διαγράφει, έτσι που εισβάλει λαμπερός κι οι μισοί από μας, τον αισθάνονται εχθρικό κι είμαστε αφιλόξενοι, στην άμεση διαφάνειά του. Γιατί κι εκείνος, ο ασυλλόγιστος, μας ειδοποιούσε με κάποιες αχτίδες πως θα φανεί, μα πέρασε καιρός από τότε, κι οι αχτίδες έμοιασαν με πλάνες, που με την πρώτη ανατροπή της διάθεσης, τις πήρε πίσω.

   Αυτά κι άλλα πολλά συμβαίνουν σε ένα club, παράπλευρα της ζωής. Απόγνωσης κι ελπίδας γωνία, στον αριθμό εντελώς μηδέν. Παράπλευρα της κίνησης και της βουής, εν διαμέσου του χάους, εξώστη και υπογείου όροφος, καταιγίδας κι ανομβρίας καιρού, άπνοιας και κατακλυσμού εποχή. Ζέστης και κρύου ώρα, απουσία στιγμής. Ταχυδρομικός κώδικας βάθος γκρεμού, παραλήπτης η αναρρίχηση. Για ενημέρωση ζητήστε την γραμματέα Πτώση.

   Μα δεν θα μας βρείτε εκεί, μην κάνετε το κόπο, στα αλήθεια πάντα απουσιάζουμε. Τα λουλούδια χαρίστέ τα στο εαυτό σας, θα καταλάβουμε εμείς, πως με κάποια αγάπη μάς επισκεφτήκατε, στα όνειρά σας.

   Τα ποιήματα κερασμένα, μεθύστε άφοβα!
   Τα παράπονα και τη γκρίνια του πρωινού πονοκεφάλου,
   στην μητέρα πραγματικότητα.









15 Οκτωβρίου 2012

Η Ροδιά



    Τα ρόδια της ροδιάς μου είναι πιο τυχερά απ΄άλλα ρόδια.
Γιατί τα χαρίζω με την καρδιά μου και κλείνοντας τα μάτια, 

κάνω μαζί μιά ευχή: είθε να φέρουν στον άνθρωπο υγεία, αγάπη και πλούτο.
Ύστερα από καιρό, μαθαίνω πως οι άνθρωποι ευημερούν

 και καμαρώνω περήφανος για τη ροδιά μου.
Μα δε το συζητάμε μεταξύ μας κι αφήνουμε να πιστεύει ο καθένας
ό,τι θέλει, για την απρόσμενη τύχη του.

    Τη ροδιά μου την αγαπώ και τη φροντίζω σαν την ψυχή μου. 
Όλοι θέλουν απ΄τα ρόδια της κι εγώ σ΄όσους μπορέσω δίνω.
 Γιατί κι εκείνη είναι μικρή κι οι ανάγκες για τύχη μεγάλες.
"Θα βγάζω κάθε χρονιά περισσότερα 
και εσύ θα τα χαρίζεις σε περισσότερους, 
γιατί αν δεν το κάνεις θα ξεραθώ", μου λέει.

    Με κάτι τέτοιους διαλόγους κυλούν οι νύχτες:
 
- Σε ποιους να τα χαρίζω; τη ρωτώ.
- Σ΄όσους πιστεύουν, μ΄απαντάει.
- Σε όσους πιστεύουν σε σένα ή σε μένα;
- Σε μένα, απαντάει, εσύ έτυχε απλά να έχεις λίγη γόνιμη γη.

- Τι θα 'κανες δίχως εμένα, τη λέω.
- Θα είχα τα παιδιά.
- Μα εκείνα σε κλέβουν.
- Υπάρχουν πολλοί, που κοιτάζουν πίσω απ΄τα παραθυρόφυλλα 
τα παιδιά που κλέβουν ρόδια, απαντάει, 
μα κάποιοι κρατούν τη χαρά και την έξαψη των παιδιών,
 κι αυτό είναι κέρδος.

- Παράξενη που είσαι ροδιά μου, γλώσσα μαγική που μιλάς.
Η αγάπη που 'χεις όλα τα φέρνει με το μέρος σου,
και εγώ που νόμιζα, πως για να έχεις πρέπει να κρατάς.

- Για να έχεις πρέπει να δίνεις, απαντάει, γιατί όταν δίνεις αποκτάς.
- Την Άνοιξη τώρα... της λέω, που θα εγκυμονήσεις τα νέα παιδιά σου, 
 γιατί τώρα χειμωνιάζει, και εσύ θα βουλιάξεις 
στους βαθιούς συλλογισμούς σου.
    Σε γυμνώσαμε απ΄τα δώρα σου και φέτος, 
έτσι σαν νηστικοί π' ορμήσαμε στα κλαδιά σου.
   Μα μονάχα εσύ δεν φτάνεις, να θρέψεις την απληστία μας,
 και σαν μαδημένο πουλί τώρα μοιάζεις.
    Κι άλλα τόσα δώρα αν θα μας έφερνες... πάλι λίγα θα ήταν.
Σαν τον Χριστό μοιάζεις και εσύ, που θυσιάζεσαι, 
μα οι πληγές δεν κλείνουν.

07 Οκτωβρίου 2012

Το Βάρος της Απουσίας



Το Βάρος της Απουσίας



Χθες ήταν καλοκαίρι μα σήμερα χειμώνιασε
κάπου στα μεσάνυχτα
άλλαξες την εποχή φεύγοντας.
Ανοίγεις το στόμα σου και παραμονεύουν
φονικές πεταλούδες
κάτω απ’ το βλέμμα σου ζει ένας διψασμένος δράκος
στα χέρια σου κρατάς ανθισμένες μυγδαλιές
στην αγκαλιά σου μέσα κοιμάται τ’ όνειρό μου
και το δάσος είναι μακρύ
για να το διασχίσουν οι σιωπές μου

Οι άγγελοι όλοι απόψε κλαίνε
ο θεός πάτησε ένα αγκάθι
ο ουρανός ανοίγει
για να χωρέσει ο πόνος μου

Και εσύ ακόμα αντέχεις
να μιλάς για δικαιοσύνη
την ώρα που πέφτει
βαριά στους ώμους μου
η απουσία σου.



Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...