02 Απριλίου 2013

Περίπτωση Ερωμένης

    

  Το φως της την ακολουθούσε παντού. Όταν περνούσε μέσα στο σπίτι μου η ζωή της έφτανε ως το δρόμο, σαν μια ουρά κομήτη που άφηνε πίσω της. Ο απόηχος όλων των στιγμών της δεν άφηνε λεπτό το σώμα της ήσυχο. Την ακολουθούσαν όλοι οι παλιοί εραστές της ως το κατώφλι μου κι όταν έκλεινε την πόρτα πίσω της, πάσχιζε να νιώσει για πρώτη φορά γυναίκα.
  Κυλούσε μια ώρα ανήσυχη ως να διώξει τη ζωή της μπροστά απ’ τα μάτια της και να μπορέσει να με προσέξει. Και μια νύχτα μου ομολόγησε πως δεν ένιωθε ποτέ μοναξιά. Γιατί κάποτε την είχε μισήσει, και με μια μέριμνα που την ξεπερνούσε, είχε φροντίσει να μακιγιάρει το χρόνο της, κι είχε θάψει κάτω από τόνους κραγιόν, αυτό που ονομάζουμε αίσθημα πηγαίο.
   
  Εκτός από ολοφάνερη δυστυχία εγώ δεν έβλεπα τίποτα άλλο, σ’ αυτή την προσπάθεια να στηρίξει την εικόνα της στα ρούχα. Πολλές φορές μάλιστα, είχα κάποιες σκέψεις παράξενες, να την κρεμάσω μαζί με το σώμα στην κρεμάστρα, γιατί η σάρκα της μού έμοιαζε πιο τσαλακωμένη.
  Άλλες φορές σκεφτόμουνα να την φυλακίσω σε ένα κάδρο, να την ζωγράφιζα και να καθόμουνα μετά με τις ώρες και να την έβλεπα, σαν ένα τοπίο, καθώς το συνηθίζουμε εμείς οι καλλιτέχνες, να χανόμαστε στα βάθη της ομορφιάς, με ένα στριφτό τσιγάρο στο χέρι και τον ίσκιο ενός καπέλου στο κεφάλι. Ή με ένα ποτήρι μπράντι στο χέρι, που το πετάζουμε και λεκιάζουμε τις εικόνες, όταν μας είναι αφόρητα όμορφες και ξεσπούμε, γιατί αισθανόμαστε πως θέλουν να μας καταπιούν.

   Ετούτη όμως η άγρια καλλονή που είχα στα χέρια μου, με τον καιρό και με τα χάδια, την είχα εξημερώσει κι είχε κάνει το λάθος να με εμπιστευτεί, γιατί την είχα δείξει από μια σχισμή τον κόσμο μου, και τον είχε συγκρίνει με το δικό της, που ήταν αρκετά σκληρός. Έμοιαζε λοιπόν πως ο δικός μου νικούσε, γιατί είχε λάμψη πηγαία και καμιά ανάγκη για φλας.
  Μάλιστα, κάποιες φορές την περιφρονούσα κιόλας, επιτηδευμένα, σαν να τη φώναζα κατάμουτρα, πως την έβλεπα μόνο για την λοξή μου τρέλα και για την καύλα μου, και πως όλα όσα πρέσβευε, τις επιτυχίες κι όλα αυτά τα κοσμικά, τα θεωρούσα ανάξια της προσοχής μου.
   Θέλω να πω πως προσπαθούσα να την πληγώνω τόσο, ώστε να με υπολογίζει περισσότερο από την καριέρα της. Εφόσον εκείνη - η καριέρα της - είχε τη δύναμη να τη συντρίψει, ανάλογη δύναμη θα έπρεπε να είχα και εγώ στην ύπαρξή της, για να με θεωρεί ισάξιό της, διότι κάποια μέρα ίσως καλούνταν να επιλέξει, ανάμεσα σε μένα κι ό,τι θεωρούσε πως την αξίωνε.
   Ήταν ανταγωνιστική, μάρτυς μου ο Κύριος εγώ δεν είμαι, μα αν το θέλεις γίνομαι.
   
  Όταν όμως  έβαζε τα κλάματα, την επόμενη στιγμή μαλάκωνα τη στάση μου κι εκείνη ένιωθε σαν να είχε κατακτήσει την πιο παγωμένη κορφή μου. Ήταν βλέπεις μια από τις χαρές που είχα επινοήσει να της προσφέρω. Την καρδιά μου δηλαδή με δόσεις, γιατί είχε μάθει να κερδίζει, και γιατί εγώ είχα σκεφτεί να της δίνω την εντύπωση πως ήμουν το πιο ακριβό της έπαθλο και θα κόπιαζε σκληρά για αυτό. Δεν σκόπευα να της παραδοθώ και στην ψυχολογία ήμουν πρύτανης, ενώ εκείνη  μαθητριούλα του δημοτικού  με γαλάζια ποδιά, κι αφού είχε αποφασίσει να αναμετρηθεί μαζί μου... θα της έδειχνα εγώ τι πα να πει ανθρώπινο μπόι. 
   Βέβαια ήταν καλύτερη από μένα στα λογιστικά και στην γεωγραφία, όμως ο τόπος μας είναι το σώμα μας και  σ’ αυτό μας ταξιδεύουν οι άλλοι, και κάτι τέτοια τα χέρια μου τα γνωρίζουν καλά.
  
  Τότε λοιπόν, καθώς έκανα πως λύγιζα, έπεφτε στην αγκαλιά μου και παραδινόταν στα χάδια μου, σαν τη μόνη λύση που είχε, σαν τη μόνη επιλογή. Αν και τον διαισθανόμουν τον σαρκασμό της. Επίσης διαισθανόμουν την εκδικητική της τάση, κι ήμουνα βέβαιος πως μια μέρα θα επιχειρούσε να πάρει το αίμα της πίσω. Γιατί νομίζω το είχα παρατραβήξει, και γνώριζα τον νόμο των ισορροπιών, της δράσης και της αντίδρασης,ένα νόμο που μόνο η συγχώρεση παραβιάζει.
  Μόνο που έκανε ένα μικρός λάθος: στην πρόθεσή μου, δε της έπινα το αίμα, της το ξέπλενα απ’ τους λεκέδες και τις μολύνσεις, την ξαναγύριζα στην χαμένη φύση της, τη θηλυκή, που την είχε σκεπάσει κάτω από τόνους κοσμικής φασαρίας. Μόνο που έκανα και εγώ ένα μικρό λάθος: ήταν η δική μου η πρόθεση και αφορούσε εκείνη. Αυθαίρετο δικαίωμα.
    Όπως και να είχε εκείνη το βίωνε ως ένα είδος υποταγής, που επιχειρούσα, μα πως αλλιώς να την κατεβάσω από κει που την είχε σπρώξει η ματαιοδοξία της; Θα έπρεπε να ταπεινωθεί. Κι αφού δεν ήταν ικανή να πλύνει τα πόδια ενός ζητιάνου – όπως αρμόζει στους δυνατούς – τότε θα την έσπρωχνα ακόμα και στην απόγνωση, προκειμένου να την εξανθρωπίσω.

  Λένε πως ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια. Κι επίσης λένε πως κρύβεται στις λεπτομέρειες. Εγώ απ’ την άλλη αυτόν τον κύριο δεν τον γνωρίζω, ουδέποτε είχα παρτίδες μαζί του. Κάτι αμφιβολίες βέβαια και κάτι πειρασμούς όλο και τους είχα, κι αφού τα είχα για μένα τα είχα  και για όλους, αν ήταν του διαβόλου επιχειρήματα δε το ξέρω, άλλωστε η αγαπημένη μου ήταν διαβόλου κάλτσα.

  Εκεί πάνω λοιπόν που ήμουνα ο κυρίαρχος της σχέσης και είχα το πάνω χέρι... ξαφνικά εξαφανίζεται για ένα ολόκληρο δεκαήμερο. Αυτή κι αν ήταν ρεβάνς. Μα πως το τόλμησε; Πήρε μαζί της την ομορφιά της, το σώμα της, τη φωνή της, το χαμόγελό της, το γέλιο της  και χάθηκε, λες και ήταν μόνο δικά της. Μπορείς να φανταστείς κάτι πιο σκληρό απ΄αυτό; 
  Στην αρχή έμεινα ατάραχος, "έτσι κι αλλιώς για την καύλα μου την είχα" σκέφτηκα, ο θρασύς ο άνθρωπος. 
  Μα εσύ είσαι που το λες; Ποτέ δεν ξέρεις σε ποιο βάθος έχει τρυπώσει ο άλλος μέσα σου. Μα αν σε περάσει από μια τέτοια σκληρή δοκιμασία το ταίρι σου μια χαρά το καταλαβαίνεις. Αν βέβαια εξαφανιστεί για μια βδομάδα και το χαρείς… κι ίσως ενδόμυχα εύχεσαι να αργήσει κι άλλο… τότε αυτό είναι υπόθεση ενός άλλου διηγήματος κι όχι αυτού.  Γιατί εγώ την έψαχνα και μέσα στα σεντόνια, σαν να ήταν δαχτυλίδι που το είχα χάσει..

  Και να λοιπόν που δεν περνούσαν οι νύχτες οι πουτάνες και την σκεφτόμουνα ολοένα και περισσότερο. Κι αναρωτιόμουνα: "βρε λες... μπας και είμαι ερωτευμένος; Μπα, εγώ είμαι σκληρό καρύδι", συμπλήρωνα, "δε πα να μην έρθει χίλια χρόνια, και τι με νοιάζει εμένα; σιγά τη γυναίκα, μια απλή καλλονή είναι, μία στο εκατομμύριο δηλαδή και φωτιά και λαύρα στο κρεβάτι, και κάπου αισθανόμουνα πως έχει και καλοσύνη, και με θέλει κι από πάνω, ποιον; εμένα, τον περίεργο ποιητή, κι άμα σου ξαναπέσει δεύτερη τέτοια περίπτωση να μου τρυπήσεις τη μύτη",  κι άλλες τέτοιες αρλούμπες σκεφτόμουν και φασκελωνόμουν.

  Και κει λοιπόν που είχα αρχίσει να πέφτω στα πρώτα στάδια του αλκοολισμού... μια μέρα χτυπάει την πόρτα κι εμφανίζεται μπροστά μου. Γελαστή, ερωτική, δροσερή κι όμορφη όσο ποτέ άλλοτε. Το πόσο χαρά πήρα δεν περιγράφεται. Το πόσο προσπάθησα να την κρύψω αυτό κι αν δεν περιγράφεται. Το ότι δεν τα κατάφερα και έπεσα στην αγκαλιά της αυτό μπορώ να το περιγράψω: το έκανα σαν να σκόνταψα ή σαν κάποιος να με είχε σπρώξει. Ανάμεσα σε κάτι ενοχές δηλαδή, κάτι ψήγματα περηφάνιας και κάτι εξουσιαστικές διαθέσεις που είχαν αρχίσει να με περνούν.
  Τι εξουσιαστικές πια,  εγώ την έβλεπα σαν δώρο, σαν μάνα εξ ουρανού, ήταν σαν να μου είχε επιστρέψει πίσω τη ζωή μου, την ευτυχία μου, ήθελα να πέσω στα γόνατα και να της φιλήσω τα πόδια. Εδώ που τα λέμε… καλό να διδάσκεις την ταπείνωση, αλλά καλύτερο να την εφαρμόζεις.

   "Σου έλειψα καθόλου;" με ρωτάει σαν με παράπονο. "Όχι", της απαντώ ξερά. "Ούτε μια τόσο δα σταλίτσα;" με ξαναρωτάει. Βράχος εγώ. "Ούτε" απαντώ, "ψευτρούλη", μου λέει.  Κι αμέσως σκέφτηκα πως με είχε καταλάβει σε όλες μου τις σκέψεις και με δούλευε. Από την άλλη πάλι φοβόμουνα πως αν άρχιζα ξαφνικά να μαλακώνω τη στάση μου θα την έχανα. Από την παραάλλη, θεωρούσα πως ήθελα μια σχέση που να μη χρειάζονται όλα αυτά τα σκερτσόζικα αλατοπίπερα γιατί κάποια στιγμή κουράζουν, από την παρα-παραάλλη, κάτι μου έλεγε πως δίχως όλα αυτά τα πέπλα ο έρωτας χάνει το άρωμά του και δεν ζει. 

  Κάπου ανάμεσα σε αυτές τι σκέψεις με βρήκε ο ερχομός της και προσπαθούσα να καθορίσω τη νέα στάση που θα κρατούσα απέναντί της, γιατί από τη μία θεωρούσα πως όσα καψόνια της έκανα την είχαν απομακρύνει, ενώ από την άλλη θεωρούσα πως τα καψόνια την έφερναν στην αγκαλιά μου, κι ούτε για μια στιγμή δεν είχα αναρωτηθεί το γιατί είχα μπει σ’ αυτήν την διάθεση των καψονιών και το είχα πάρει και πατριωτικά μάλιστα. Μάλλον επειδή ήμουνα ξετρελαμένος εξ αρχής μαζί της, δεν μπορούσα να το εξηγήσω με άλλο τρόπο.
  Αν κάτι δεν σε ενδιαφέρει δεν σε ενδιαφέρει και τέλος. Αν πιάσεις τον εαυτό σου να το σκαλίζει... να το προσπαθεί... τότε σε ενδιαφέρει και σε παραενδιαφέρει. Με έναν τρόπο ίσως άγνωστο κι από σένα, κρυμμένο κι απ΄τον εαυτό σου, αλλά σε Ενδιαφέρει!

   "Αλλαγμένος μου φαίνεται είσαι", είπε καθώς έβγαζε το παλτό της και το κρεμούσε στο καλόγερό μου. Σαν να είχε μία υπεροψία το χαμόγελό της εκείνη τη στιγμή, σαν να είχε μια νίκη, σαν κάτι τέλος πάντων να είχε το υπεράνω.
  "Μπα, μη χαίρεσαι, το ίδιο κάθαρμα παραμένω", της απάντησα, "μα αν εξαφανισθείς άλλη φορά δίχως να με ενημερώσεις θα σου ξεριζώσω τα μαλλιά τρίχα τρίχα. Γιατί μαζί σου είμαι...

  "Α, το παραδέχεσαι λοιπόν πως είσαι μαζί μου ερωτευμένος;"λέει βιαστικά με ένα παράξενο χαμόγελο και με διακόπτει.
  Κοίταξα από δω κοίταξα κι από κει. Κοίταξα και το ταβάνι κοίταξα και το πάτωμα. Τα μάτια της ήταν παντού.
  "Ναι, το παραδέχομαι", απαντώ σιγανά, "εσύ είσαι μαζί μου ερωτευμένη;"
Σωπαίνει και τα δευτερόλεπτα διαρκούν χρόνια, "Δεν ξέρω, μ΄αρέσεις όμως", απαντάει.
  
  Μ' αρέσεις? Τι σημαίνει το μ' αρέσεις; Πολύ λίγο μου μοιάζει μπροστά στο ερωτευμένος. Και μένα μ΄αρέσει η θάλασσα, μ΄αρέσει και το ποδήλατο, μ΄αρέσουν και τα μακαρόνια με κιμά, και τα σουτζουκάκια μ΄αρέσουν, και ο Καβάφης μ΄αρέσει. Όμως με τίποτα απ΄αυτά δεν είμαι ερωτευμένος.
   "Αφού δεν ξέρεις θα σε κάνω εγώ να μάθεις", σκέφτωμαι και σκοπεύω να εξαφανιστώ για ένα δεκαήμερο από τη ζωή της, όπως έκανε και εκείνη, για να διαπιστώσει τα αισθήματά της και να γίνει πιο συγκεκριμένη.
  Μα αμέσως το μετανιώνω. Πως να το αποφασίσω; Πως να φύγω από τον παράδεισο για μια εκδρομή στην έρημο της κολάσεως; Πως να πετάξω από το παράθυρο δέκα μέρες και δέκα νύχτες από τη ζωή μου; Από τις όμορφες; Για ένα πείσμα, για ένα καπρίτσιο, για μιά διαπίστωση.
   Και μου έρχεται ξαφνικά η λύση σαν έκλαμψη, σαν θεία φώτιση. "Σ΄αγαπώ", τη λέω κι αμέσως την ελευθερώνω, μαζί της ελευθερώνομαι και εγώ, το ξέρουμε πια κι οι δυό, όχι με λόγια, αισθαντικά το ξέρουμε, πως είμαστε ελεύθεροι. 
  
  Μπορεί να είναι όποια θέλει, μπορεί να κάνει ο,τι θέλει, να έρχεται και να φεύγει ό,τι ώρα θέλει, να μην έρχεται και να μην φεύγει ό,τι ώρα θέλει, να πει όχι με την ίδια ευκολία που θα έλεγε ναι. Μπορεί να με προδώσει, μπορεί να μην με προδώσει, μπορεί να με λυπήσει ή να με δώσει χαρά, την έχω επιφορτίσει με την ευθύνη μου, την έχω εμπιστευτεί, την έχω στήσει μπροστά στον καθρέφτη της, την οδήγησα στον δρόμο της ανθρωπίλας, αφού τον πήρα εγώ πρώτος. Ακόμα καταλαβαίνω καθαρά πως όλη ετούτη η δοκιμασία είχε ως σκοπό να με οδηγήσει στην αγάπη.  Εμένα, κι ας έβρισκα σε εκείνη τα εμπόδια.
  Θα κλείσω τα μάτια εκείνη τη νύχτα και θα κοιμηθώ σαν άγγελος. Με εκείνη να ακουμπάει το κεφάλι της στο στέρνο μου και να καταλαβαίνω πως μέσα της ακόμα δίνει μια μάχη. Την παλιά, ίδια εκείνη μάχη.



  

Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...