03 Οκτωβρίου 2013

Χάδι Βαθύ

  Όταν ήρθε πρώτη φορά στο σπίτι μου κατάλαβα πως αυτή τη γυναίκα θα έπρεπε να τη φερθώ προσεχτικά. Γενικά είμαι της γνώμης να προσέχουμε εμείς οι άντρες τη συμπεριφορά μας με τις γυναίκες, αν και εδώ που τα λέμε υπάρχουν και κάτι γαϊδούρες...
  Ετούτη όμως, η ψηλή συνεσταλμένη καλλονή με τα μελιά μάτια, σε καμιά περίπτωση δεν έμοιαζε με τετράποδο. Το αντίθετο θα έλεγα, ίσως ήταν περισσότερη εξανθρωπισμένη κι από μένα, που σε όλη τη ζωή μου εξανθρωπίζομαι.
  Φυσικά κι αναρωτιόμουνα τι θέλει μαζί μου, ένα πλάσμα τόσο γαλανό, με κόκκινες ανταύγειες πόθου ολόγυρα στο βλέμμα της.
Με μένα που κατά κανόνα είμαι καλός, αλλά με την κοινή έννοια του όρου ανήθικος. Έχω δική μου ηθική.
Τώρα, γιατί με αγαπούν τα παιδιά και τα ζώα δεν το γνωρίζω.

 Συμβαίνουν παράξενα πράγματα στη ζωή. Αυτή την γυναίκα δεν την κάλεσα να έρθει σπίτι μου. Θέλω να πω δεν την κάλεσα με κανένα τρόπο. Ούτε για να τής δείξω τη συλλογή με τις πεταλούδες, ούτε με κάποιον πλάγιο κι υπονοούμενο, ούτε με κάποιο από τα μπαγιάτικα κόλπα μου, ούτε γοητεία ούτε μαγεία χρησιμοποίησα. Πλην την ανθρωπιάς μου τη θεώρησα σχεδόν ανεπιθύμητη.
  Ίσως με τρόμαξε, φοβήθηκα, ίσως πάλι να σκέφτηκα εκείνον τον παλιό άθλο, να μαζεύω τα ωραία μου διάχυτα εσώρουχα από κει που τοποθετήθηκαν ανέμελα και με δική τους πρωτοβουλία. Στο ψυγείο.

  Θα έλεγα πως εκείνη λύσσαξε να ΄ρθει. Τη γνώρισα σε μία παρουσίαση βιβλίου κι είχα φροντίσει να καθίσω μακριά της. Άλλωστε δεν θεώρησα πως είχα κάποια ελπίδα μαζί της κι έτσι την απέρριψα πρώτος. Να ξεμπερδεύω απ’ όλη εκείνη τη μακρά διαδικασία του φλερτ.
  Φυσικά και μού είχε αρέσει, εντυπωσιάσει μάλιστα, το ομολογώ. Μού είχε αρέσει τόσο πολύ όσο και η επίτευξη ενός αδυνάτου στόχου. Με λίγα λόγια, με τον καιρό έχω αποδεχτεί, πως υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες να επισκεφτώ εν ζωή το φεγγάρι, για αυτό την απέρριψα. Γιατί ήμουνα χαμένος από χέρι.

  Στην παρουσίαση, όπως συνήθως, καμιά δεκαριά άτομα ήμασταν κι οι καρέκλες ήταν αδειανές. Έτσι ήρθε και κόλλησε δίπλα μου, σαν βεντούζα.
Μού ήρθε κάτι σαν λιγοθυμιά, απ’ τον αέρα της, τη φρεσκάδα και το σεξ απίλ της, μα έσφιξα τα δόντια κι είπα μέσα μου: οι απορριπτόμενες είναι απορριπτόμενες και τελεία. Και να με παρακαλούσε δηλαδή...

  Κι όλα αυτά γιατί εγώ εξετάζω και τη συνέχεια των πραγμάτων. Δεν είμαι και τόσο παρορμητικός. Ας πούμε πως με παρακαλούσε, πως έπεφτε στα γόνατά μου και εκλιπαρούσε για μία νύχτα μαζί μου, και ας πούμε πως από ανθρωπιά ή λύπηση, το δεχόμουνα. Ναι αλλά ξέρεις πως γυρίζουν τα πράγματα; Γνωρίζεις καλά τον κόσμο των αισθήσεων; Σε μία βδομάδα θα μου είχε γίνει έμμονη ιδέα.  
  Η εικόνα φίλε μου. Μεγάλη υπόθεση η εικόνα. Αν δεν έχει ψεγάδια πιάνεται για αριστούργημα και σε αιχμαλωτίζει. Και μετά πρέπει να τη σπας, να τη ραγίζεις για να δραπετεύσεις από την φυλακή της.
Την ομορφιά την εχθρεύομαι όσο και τις αδυναμίες μου. 

  Εγώ και ο Ρεμπώ, που πήρε μία νύχτα την ομορφιά στα γόνατά του. Και τη βρήκε πικρή. Και τη βλαστήμησε.

  Έτσι την υποδέχτηκα σχεδόν ψυχρός. Και λέω σχεδόν γιατί πάντα το βάθος μας είναι πράγμα ανατρεπτικό. Η δικαιολογία της επίσκεψης ήταν να διαβάσω ένα μυθιστόρημά της. Εγώ της είχα τονίσει πως δεν ήμουν κριτικός λογοτεχνίας, όμως εκείνη επέμενε, γιατί είχε διακρίνει σε μένα λέει, κάποια αμεροληψία.
  Αν ήταν να την ξεφορτωθώ, κι αυτή και τον πειρασμό που έφερνε μαζί της, τότε εκ προοιμίων είχα αποφασίσει πως το μυθιστόρημά της ήταν για πέταμα. Για τέτοια αμεροληψία μιλάμε.

  Αχ. Η μαμά μου έλεγε πως είμαι γλυκοαίματος. Βασικά στο σόι μας από ζάχαρο πεθαίνουμε. Μετά πάλι, αυτά τα θέματα του έρωτα, μόνο η πλάνη τα εξουσιάζει. Κάποια στιγμούλα, πάνω στην ανάγνωση του μυθιστορήματος, έπιασα τον εαυτό μου να τής κάνει κορδελίτσες, αρσενικές κορδελίτσες αλλά κορδελίτσες. Πως κάνει το Παγόνι, κάπως έτσι, δίχως εκείνη να κουνήσει καν την ουρίτσα της.
  Βασικά θα έλεγα πως ήταν μία από εκείνες τις γυναίκες που στέκονται εκεί.
Και οι άλλοι τις βρίσκουν. Αυτά τα καμώματα τα πετυχαίνει μόνο η αθωότητα.
Η επίγνωση δεν πιάνει, είναι αποτρεπτική. Αλλά το να μην έχεις επίγνωση της σεξουλικότητάς σου και να είσαι απ’ την κορφή ως τα νύχια έρωτας...
ε, αυτό είναι άκρως ερωτικό.
  Σε διακατέχει ακριβώς εκείνο το αίσθημα, σαν να βλέπεις πάνω σε ένα φτηνό κομοδίνο ένα μεγάλο διαμάντι. Φοβάσαι τότε, μην το ανακαλύψουν οι ιδιοκτήτες του, μην καταλάβουν την αξία του.
Και τι κάνεις; φυσικά το κλέβεις.

 Η Νιόβη μύριζε λεμόνι. Σ’ αυτήν ο θεός έδωσε 99% θηλυκότητα. Δεν μπορώ να εξηγήσω διαφορετικά αυτή την ακαταμάχητη έλξη, να θέλω να γείρω πάνω της
και να κουρνιάσω εκεί ανάμεσα, στα ολόδροσα στήθη της.
Την φαντάστηκα γυμνή, ζεστή, υγρή, το χέρι της να χαϊδεύει τα μαλλιά μου. Τα φωτεινά μάτια της να με κοιτάζουν με περιέργεια, και εγώ να της εξηγώ, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την άγνωστη φύση της.
  Μικρή δεν ήταν, ούτε άπειρη, μα λογικά δεν θα είχε δουλέψει σε μπουρδέλο, όμως είχε αποφασίσει να μην ξέρει. Και σε έναν κόσμο έμπλεο γνώσης και πονηρίας... θα μπορούσε να την ερωτευτεί ο κάθε τυφλός.
Πως να το πω... ήταν αθώα από επιλογή.

  Γελούσε, με ένα γέλιο τόσο πηγαίο που έχει πάψει από καιρό να υπάρχει. Ήταν ένα κορίτσι που του πήγαιναν λουλούδια στα μαλλιά. Και γυναίκα να ήμουν πάλι θα την ερωτευόμουνα. Ένα πράγμα μόνο δεν μπορούσα να εξηγήσω. Τον λόγο που δεν φοβόμουνα για κείνη. Θέλω να πω, πως αφού με έχουν βρει όλα τα κακά και οι συμφορές, έχω πάψει να φοβάμαι και τόσο για τον εαυτό μου. 
   Επειδή όμως ο φόβος είναι ένα πράγμα που παίρνει προεκτάσεις, έχω αρχίσει να ανησυχώ και να φοβάμαι για τους άλλους. Όμως αυτή η γυναίκα είχε μια ακλόνητη γλύκα στην προσωπικότητά της. Σίγουρα θα μπορούσε κάποιος να την στεναχωρήσει, αλλά να την διαλύσει όχι.
  Αυτό συμβαίνει μόνο στην περίπτωση που έχεις μία καλή σχέση με τον εαυτό σου. Αυτή είναι η πηγή προέλευσης του κάθε ατρόμητου. Να μην υπάρχει πίσω σου τίποτα το τρομαχτικό. Να μην έχεις να πέσεις. Τότε είσαι ελεύθερος.
Κι αυτή η γυναίκα ήταν ελεύθερη. Από τη φύση της.

  Αυτές ήταν πυκνά οι σκέψεις μου. Βασικά ήταν μία γυναίκα που σού έδινε το πράσινο φως να την ξελογιάσεις. Κι ήμουνα απόλυτα βέβαιος πως είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή όσα μου προκαλούσε. Έφτανε να μάθω γιατί με επέλεξε. Γιατί - και κατά πως έκρινα - ε, τουλάχιστον ένα εκατομμύριο άντρες θα ήθελαν να την βάλουν κάτω και να την φιλήσουν. Κι αν γράφω ένα εκατομμύριο είναι γιατί δε νομίζω να έμειναν και περισσότεροι στην Ελλάδα κι οι Σουηδοί είναι κάπως ξινοί.

 Γιατί όμως εμένα, αυτό με έτρωγε. Λες να ήταν κάποια παγίδα; Μα ποιος στήνει παγίδα σε έναν άνθρωπο που δεν έχει τίποτα να χάσει. Γιατί εμένα, κι απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο να με δεις, αμέσως σκέφτεσαι: να ένας άνθρωπος που δεν έχει τίποτα να χάσει.
  Είναι κι αυτό μία τέχνη να το καταφέρεις. Έτσι και στο παραμικρό είσαι κερδισμένος.

 Καθόμασταν σε ένα ξύλινο παγκάκι στον κήπο πλάι πλάι. Η ζέση της με διαπερνούσε, θα ήθελα να ήμουν πιο μωρό και να την είχα μητέρα. Εκείνη μού διάβαζε, εγώ αναρωτιόμουν τούς ήχους του οργασμού της, ήθελα απεγνωσμένα να χώσω το χέρι μου ανάμεσα στα πόδια της και να την φτάσω σε οργασμό. Έτσι, σαν μία πρώτη γνωριμία. Μετά θα την ρωτούσα το επίθετό της, τα χόμπι της και που μένει.

  Εμένα, μέρος της δουλειάς μου είναι να εξηγώ τις συμπεριφορές. Ξεκινώ από τις δικές μου και πάντα καταλήγω στων άλλων. Μα κι απ’ τους άλλους να ξεκινήσω καταλήγω σε μένα. Έτσι γνωρίζω, πως αυτό που σου προκαλεί κάποιος είναι δικό σου, έχει τη ρίζα του μέσα σου αλλά πηγάζει απ’ τον άλλον, ως ερέθισμα.
  Μέσα μας υπάρχουν τα πάντα. Μερικά απ’ αυτά τα πάντα, σε κάποιες περιόδους της ζωής μας, είναι περισσότερο ενισχυμένα. Με αυτά, τα ενισχυμένα στοιχεία τής κάθε περιόδου... συνάπτουμε σχέσεις. Με όσα από τα στοιχεία μας βγάζουν τον λαιμό τους πάνω απ’ τα άλλα.

  Έτσι, ετούτη την ακατάσχετη επιθυμία μου να της προσφέρω ηδονή, την ερμήνευα ως ζητούμενό της. Ίσως και να με συνέφερε αλλά αφού αυτή μού το προκαλούσε, ήταν μισό το φταίξιμο δικό της και μισό δικό μου. Γιατί, δεν θέλω δα να χαϊδέψω κι όλες τις γυναίκες που κάθομαι δίπλα τους.
Αν ήταν έτσι θα με είχαν επικηρύξει τα λεωφορεία.
Μόνο μερικές θέλω, που κατά βάθος το θέλουν, μα θα δάγκωναν τη γλώσσα τους εφτά φορές παρά θα το ζητούσαν.
 
   Έτσι, και βολικά βέβαια, όλο και περισσότερο κατέληγα πως αυτή η συνάντησή μας θα είχε ηδονική συνέχεια.
Κι αφού κατέληγα σ’ αυτό το συμπέρασμα γινόμουν ερωτικός, κι αφού γινόμουν ερωτικός κι ήμουν τόσο κοντά της το ένιωθε, κι όσο το ένιωθε ζεσταίνονταν και μου το επέστρεφε, κι όσο μου το επέστρεφε δεν ήξερα τι να το κάνω, παρά φούντωνε η επιθυμία μου να τής το επιστρέψω διπλό.
  Κι αυτό έκανα, παντελώς αθώα κι άθελά μου. Μάρτυς μου ο θεός, την ποθούσα.

  Το πλεονέκτημα που έχουν οι γυναίκες σε μία παρόμοια κατάσταση είναι πως μένουν ατάραχες. Είναι απλά ο εαυτός τους. Το μυαλό τους δεν μπαίνει στην διαδικασία να μηχανεύεται. Αυτό που λέμε "αντικείμενο του πόθου" είναι κάπως παρεξηγημένη έννοια. Στην βαθύτερη της ερμηνεία είναι ένα είδος ακλόνητης δύναμης, ένα είδος άφταστης εξουσίας, ένας κολοσσιαίος μαγνήτης που κατανικά την ανθρώπινη θέληση.
  Σε τέτοιο βαθμό που σε μία άλλη ζωή θα ήθελα να ήμουν καθαρά και μόνο αντικείμενο πόθου. Κάτι σαν το χρυσάφι. Το χρυσάφι δεν κάνει τίποτα, δεν φωνάζει, δεν βγαίνει στην επιφάνεια, δεν παρακαλά. Είναι μία θαμμένη σιωπηλή αξία κι όλοι σκάβουν και την αναζητούν.

  Ο κήπος του σπιτιού μου καλύπτεται περιφερειακά από ψηλό μαντρότοιχο. Το ότι ήταν περασμένο καλοκαιρινό απόγευμα… ένας κότσυφας έπαιζε παραπέρα με το νερό της βρύσης… μία γάτα γλείφονταν αμέριμνη κάτω απ’ την κερασιά… όλα αυτά με εφοδίαζαν έρωτα και με έκαναν να γίνομαι πιο αποφασιστικός.      
  

  Αυτή την εμπειρία την ήθελα. Ήθελα η φωνή της να σκεπάσει όλους τους γνωστούς ήχους. Ήθελα η κραυγή της να σκεπάσει όλες τις σκέψεις μου.
Και την πλησίασα, κοντά, πολύ κοντά, μία ανάσα απόσταση, κι ένιωθα όμορφα, που είχε αρχίσει σχεδόν να τραυλίζει παρά διάβαζε, που είχε αρχίσει να χάνει τον έλεγχό της. Κι ακούμπησα τα χείλη μου απαλά στον όμορφο λαιμό της.

  Το κατάλαβα, και με την μύτη και με τα αυτιά, κι ας μην λάμβαναν μέρος στην κίνηση. Πως ρίγησε, πως είχε ανοίξει μία ρωγμή η θέλησή της και με επέτρεπε να εισβάλλω. Το κατάλαβα. Πως ήταν πρόθυμη να αφεθεί στην αδυναμία. Και το λάτρεψα. Για μία στιγμή. Όσο κρατάει η λατρεία.
  Τα χέρια της, αδύναμα, άφησαν το βιβλίο να κυλήσει στο χώμα, ένα μικρός αναστεναγμός της ξέφυγε, ενώ η γλώσσα μου έδινε ρεσιτάλ ερμηνείας στον βελούδινο λαιμό της.

  Ανέβηκα στο αυτί της, έπαιξα με τον λοβό, με το ένα μάτι ορθάνοιχτο πρόσεχα τα πόδια της, ο εγκέφαλός της, παραλυμένος, είχε παραμερίσει. Το σώμα της, η μέθεξή της, όλα όσα είχαν προηγηθεί, άνοιγαν απαλά τα πόδια της.
  Σαν μία πύλη που δεν την όριζε πια, γιατί, μού είχε παραδώσει τα κλειδιά της. Γιατί κρατούσα στο χέρι μου το επόμενο πεντάλεπτο του χρόνου της. Αφού για κείνη ο χρόνος είχε πάψει πια να υπάρχει.
  Σαν άρχοντας, είχα την απόλυτη δικαιοδοσία στην ύπαρξή της. Και γνώριζα, πως η στιγμή ήταν ιερή. Και γνώριζα, πως κάποιος άλλος σου δίνει το δικαίωμα, την άδεια, και πως όλα αυτά, πρέπει να έχουν έναν μοναδικό σκοπό: Το μυαλό, η σκέψη, θα πρέπει να είναι επικεντρωμένα στο καλό. Στο καλό αυτού που σου έκανε την μέγιστη των μεγίστων τιμή να σε εμπιστευτεί την ύπαρξή του. Τίποτα άλλο και με κανέναν άλλο τρόπο δεν σημαίνει ατόφια ζωή.

  Τα χέρια γνωρίζουν περισσότερα απ’ το μυαλό. Ο άνθρωπος με την σκέψη μεσολαβεί κι επεμβαίνει σε πράγματα αδιανόητα να τα καταλάβει. Το μόνο που καταφέρνει είναι να εμποδίζει την αμεσότητα και την ελευθερία της έκφρασης.
  Ο άνθρωπος είναι καλός κατά κανόνα μόνο στο να παρεμποδίζει τον εαυτό του. Σε λίγες εξαιρέσεις να τον υποβοηθά και να τον προωθεί.

  Έτσι το χέρι μου, ακούμπησε στον μηρό της φιλικά. Ήταν ένα φιλικό χέρι και το σώμα της το κατάλαβε και το δέχτηκε. Ήταν ένα χέρι, που είχε φτάσει ο πόθος στα ακροδάχτυλά του, και ήθελε με την αφή, να διαπιστώσει και να επαληθεύσει, όσα ως εκείνη τη στιγμή σκέφτονταν το μυαλό.

  Με έκπληξη διαπίστωσα πως η Νιόβη δεν φορούσε εσώρουχο. Όχι πως με ενόχλησε, αλλά να, με παρέπεμψε να αναθεωρήσω μερικές από τις αρχικές σκέψεις μου. Βέβαια, στην εκτίμησή μου δεν έπεσε ούτε εκατοστό.
Μα ούτε και η σκέψη μου έτρεξε περισσότερο από αυτό το εκατοστό.
  Γνωρίζω πως για κάποιον άλλον, θα ήταν ένα έναυσμα να σκεφτεί τα μύρια όσα, να την χαρακτηρίσει πρόστυχη ή εύκολη, και σαφώς να γίνει άδικος στην κρίση του. Κι ακριβώς επειδή γνωρίζω πως για κάποιον άλλον θα ήταν έναυσμα να εξάγει χίλια δυο αυθαίρετα συμπεράσματα από ένα βρακί…
για αυτό εγώ δεν εξήγαγα ούτε ένα.
  Άλλωστε μόνο μπελάδες προκαλούν αυτά τα εσώρουχα κι είμαι της γνώμης να τα καταργήσουμε.

 Τα πόδια των γυναικών είναι έτσι σχεδιασμένα για να ανοίγουν. Ολόκληρος ο σχεδιασμός της γυναίκας είναι εμπνευσμένος απ’ την υποδοχή. Έτσι η γυναίκα είναι υποχρεωμένη διαρκώς να επιλέγει και να αποκρούει.  

  Ελάχιστοι άντρες μπορούν να καταλάβουν το συναίσθημα να υπερασπίζεσαι ερωτικά τον εαυτό σου, εκτός από εκείνους που τους θέλουν γυναίκες που δεν τις επιθυμούν. Ελάχιστοι άντρες μπορούν να καταλάβουν τον όρο: παροχή αδείας στο σώμα. Έναν όρο αυστηρά προσωπικό που τον παρέχει ο εγκέφαλος μετά απο μία διαδικασία ταυτοποίησης και τακτοποίησης εκκρεμών σκέψεων. Που μόνο ένας ισχυρός πόθος και έλξη μπορούν να τις αγνοήσουν, να τις παραμερίσουν σε μιά γωνιά, ώστε οι εραστές να προχωρήσουν παρακάτω, στο ζητούμενο. Και φυσικά να τις βρουν αργότερα μπροστά τους.

 Τα χείλη μου είναι στα χείλη της, οι γλώσσες μας στριφογυρίζουν διψασμένες,  το ένα χέρι μου είναι στον ώμο της και το άλλο στο αιδοίο της. Ολόκληρος ο εαυτός μου έχει απορροφηθεί από μία λέξη: συντονισμός. Εκείνη, με τους ήχους της δίνει τη γραμμή και εγώ την ακολουθώ. Είμαι σε μία κατεξοχήν ευαίσθητη περιοχή, όλα εκεί κάτω είναι πλημμυρισμένα στην γλυκύτητα, τα δάχτυλά μου γλιστρούν ανάμεσα στα ζεστά χείλη σαν να διαβάζουν το μυστικό της ζωής, λίγο πιο αριστερά, λίγο πιο δεξιά, λίγο πιο βαθιά, λένε οι αναστεναγμοί της και τους διαβάζω, και τους ακολουθώ. 
  
  Για εκείνη είναι σαν να μην υπάρχω, η ηδονή την έχει κυριεύσει, για εκείνη είμαι ό,τι αισθάνεται, έχει σβήσει από την μνήμη της κάθε άλλη σκέψη.
Το σώμα της είναι σε υπέρβαση, σπαράζει για ελευθερία, η ψυχή της έχει σκεπάσει όλον τον ορατό κόσμο, ο ήλιος δεν μας φτάνει, το κελαηδητό των πουλιών δεν μας αγγίζει, είναι η στιγμή που ακούμε ισχυρό τον εαυτό μας, κι όλα τα άλλα έχουν κατέβει δύο επίπεδα παρακάτω.  

  Απολαμβάνω την ηδονή της όσο και εκείνη, έχω επιτρέψει την ψυχή μου να την πλησιάσει τόσο, όσο ποτέ δεν θα το καταφέρναμε με τα λόγια. Είμαστε δύο άγνωστοι μα επί της ουσίας δύο αδέρφια. Έχουμε κοινό σκοπό. Είμαστε ένα, εγώ κι αυτή είμαστε εκείνη. 

  Η διάθεσή της με πληροφορεί  πως δεν πήγαν χαμένα τα χρόνια των σπουδών μου. Στα είκοσι μου χρόνια θα την είχα χάσει, θα μού είχε ξεφύγει, μα τώρα δεν μπορεί να σαλέψει βήμα, την καθοδηγώ όπως ένας μαέστρος την ορχήστρα του, ούτε ένας σεισμός θα ήταν ικανός να μας βγάλει απ΄αυτή τη διάθεση. Θα λέγαμε του θεού: περίμενε λιγάκι και μετά καταστρέφεις τον κόσμο.

  Κάποια σιωπή που δεν την καταλαβαίνεις, κάποια ειδοποίηση που δεν την λαμβάνεις, με ειδοποιούν πως έρχεται, πως φτάνει.
  Ένα ποτάμι που δεν το βλέπεις, μία έκρηξη που δεν την ακούς, μία παραμονή που έχει φτάσει στο τέλος της, ο ήλιος της άλλο δεν αντέχει να περιστρέφεται μέσα στην ομίχλη, σπασμοί στο σώμα της μαρτυρούν πως έπιασε την νοητή άκρη της ψυχής της, και θέλει σαν βέλος το τόξο της να την τινάξει μακριά, πέρα κι απ΄τον ορίζοντα, πέρα κι απ΄τον θάνατο, κι ελευθερώνεται σαν μία δέσμια, σπάει τα δεσμά της και κυλάει με βογγητά σε όλον τον κήπο. 
  
  Ο κότσυφας αναπηδάει σε ένα κλαδί τρομαγμένος, η γάτα την κοιτάζει με απορία, η κερασιά γέρνει κι υποκλίνεται, ο ήλιος μας πλησιάζει ξανά, εγώ απελευθερώνομαι μαζί της, η μέρα συνεχίζει από κει που σταμάτησε. Ο χρόνος επανέρχεται, τα ρολόγια συνεχίζουν να δουλεύουν. 
  
  Τρεμοπαίζει τα βλέφαρά της, πιάνει ξανά την σκέψη της, γίνεται οντότητα. Ως τώρα ήταν νερό. Το βλέμμα της είναι ακόμα θολωμένο απ΄τον πόθο, με κοιτάζει μα δεν με βλέπει. Ντρέπεται, θέλει να κρυφτεί μα το βλέμμα μου την καθησυχάζει. Γέρνει και χώνεται στην αγκαλιά μου που έχει ανοίξει.
 "Αλήθεια, δεν μού είπες πως σού φάνηκε το μυθιστόρημα", βρίσκει να πει.

  Δεν τής απαντώ. "Αλήθεια γιατί με επέλεξες;" αντιστρέφω την ερώτηση.
"Είσαι το μόνο κάθαρμα που γνώρισα τώρα τελευταία", μού λέει γλυκά και με φιλάει στα χείλη.

  "Ένα απλό καθαρματάκι είμαι", σκέφτωμαι και εγώ. "Κάπως αξιαγάπητο, μα τώρα ξέρω γιατί δεν φορούσες εσώρουχο".








Δημοσίευση σχολίου

Σχέση με το Δάσκαλο

     Με ταχτοποιείς μέσα μου, και ξέρω πως το κάνεις, είναι που ζύγισες πρωτύτερα της ψυχής τα ζητούμενα. Είσαι ο πρωτοπόρος ...