29 Νοεμβρίου 2013

Γράμμα στην Ξαδέρφη

  Ο καιρός εδώ είναι ανοιχτός. Κάνει κρύο βέβαια μα περάσαμε και χειρότερα.
(Ποτέ δεν σού έλεγα ανοιχτά πως αντέχουμε βλέπεις), αν και με το χρόνο το κατάλαβες μόνη σου πως ο ήλιος παίζει μαζί μας παιγνίδια.
  Κάπου - κάπου εμφανίζεται ένα ταχυδρομικό περιστέρι και μας φέρνει αγωνία. Τα περισσότερα νέα είναι παλιά μα δεν βλάπτει να προσδοκάς το καλό. Εμείς βέβαια περιμένουμε έναν αετό αλλά μαθαίνουμε πως αετοί δεν υπάρχουν πια.
  Προχθές η Μάρθα με ρώτησε αν ήθελα να αγοράσουμε για κατοικίδιο ένα μικρό λιοντάρι, το είδε στη λαϊκή κι ήταν τόσο λυπημένο. Μα τής είπα πως δεν υπάρχει τρόπος να το αγριέψουμε πια, και πως για αυτό ή ζωή του χάθηκε για πάντα.
  Οι άνθρωποι, εδώ στην περιοχή μας, ξυπνούν απ’ τα χαράματα και κοιμούνται ως το ηλιοβασίλεμα. Έχουν έναν ύπνο δικό τους που δεν μπορούμε πάντα να τον εξηγήσουμε και δεν τους ξεκουράζει.
  Παρόλο που έχουμε πολλές μέλισσες, όλο το χρόνο και οι κάτοικοι έχουν αναστατωθεί. Μα και πότε δεν υπήρχαν πολλές μέλισσες; Τσιμπούν αδιακρίτως, κάτω απ’ τα κρανία, μερικά τσιμπήματα είναι θανατηφόρα, άλλα ανεπαίσθητα, φοβόμαστε για επιδημία αναισθησίας.

  Το μόνο επάγγελμα που αποδίδει κάποιο κέρδος στην περιοχή μας είναι του κτίστη. Κάποιος μία μέρα έχτισε ένα ψηλό αυλόγυρο γύρω απ’ το σπίτι του και διαρκώς τον μιμούνται όλα και περισσότεροι. Κανείς δεν απορεί που πληθαίνουν οι μαντρότοιχοι, αχ! και να ήταν τουλάχιστον κάστρα! Και να περιείχαν από μία πριγκηπέσα! Όμως δεν είναι, τα περισσότερα σπίτια είναι ερείπια και σηκώνουν μαντρότοιχους να τα προστατέψουν απ’ τους εισβολείς.
  Δυστυχώς στην περιοχή μας υπάρχουν πέτρες, άφθονες πέτρες και δεν χρειάζεται να τις κουβαλούν από μακριά, μαζεύουν και μερικές απ’ τους λιθοβολισμούς κι έτσι οι εργασίες ολοκληρώνονται.
  Εμείς γκρεμίσαμε και τον χαμηλό φράχτη, δεν έχουμε πια τίποτα να μας κλέψουν κι αποφασίσαμε να μην ανησυχούμε.

  Η Μάρθα μού είπε πως δεν πρέπει να χάνουμε την ελπίδα μας. Την ξέρεις τη Μάρθα, πάντα ήταν πολύ λογική και φοβάται, προσπαθεί να μην το φανερώνει αλλά ανησυχεί για τα παιδιά, φοβάται τους δασκάλους γιατί λέει πως δεν είναι ευτυχισμένοι και τα παιδιά μας θα βγουν τυπικά.
  Κι εγώ ανησυχώ για αυτό το θέμα, βέβαια θα μάθουν γεωγραφία μα δεν είμαι βέβαιος πως στην ζωή τους δεν θα χαθούν. Μετά ησυχάζω τον εαυτό μου με τη σκέψη πως και εγώ χάθηκα κι όσο περνάει ο καιρός, το βρίσκω απαραίτητο να χαθεί κανείς.

  Αυτά τα νέα μας Ξαδέρφη, γράψε μου τα δικά σου. Πως πάει η σχέση σου με το Λεωνίδα; Στο τελευταίο σου γράμμα μάς έγραψες πως έχει αρχίσει να σου φανερώνει ένα άλλο, κρυμμένο πρόσωπο. Τι έγινε τελικά; Το φανέρωσε; Ξεσκεπάστηκε ο μασκαράς; Ή μήπως το μετάνιωσε;
  Σού είπα να μην του φανερώσεις πως έχεις καταθέσεις στην Ελβετία γιατί δεν θα τον μάθεις ποτέ. Τόσες ελληνικές ταινίες που έχουμε δει μικροί και τίποτα δεν έμαθες καλή μου Ξαδέρφη. Πάντα ήσουν ρομαντική και πίστευες στους ανθρώπους, μα κι άτυχη, πολύ άτυχη υπήρξες Ξαδέρφη. Κι είσαι τόσο όμορφη, μα πανέμορφη είσαι. 
  
  Απ’ την άλλη σκέφτομαι, πως καμιά γυναίκα δεν αγάπησε άντρα για τις αρετές του. Για την αλητεία τους, για την προστυχιά τους, για το παραμύθι τους τούς αγαπάτε μωρέ ξαδέρφη και ανησυχώ για σένα, γιατί αν δεν σε ξελογιάσουν δεν αισθάνεσαι καλά. 

  Να προσέχεις τον εαυτό σου και να ντύνεσαι καλά. Ας φαίνεται και λίγο σάρκα, δεν είμαι τόσο αυστηρός. Αλλά να προσέχεις ξαδέρφη, να μη σε ρίξει καμιά γρίπη στο κρεβάτι έτσι που προκαλείς. Και μου τελειώνουν και μένα τα λόγια της παρηγοριάς.

Γεια σου.




11 Νοεμβρίου 2013

Η Πεταλούδα



  H κυρία Πεταλούδα κυλάει κάτω απ’ τα σεντόνια της τις νύχτες κι αγκαλιάζει το πουπουλένιο της σώμα. (Κυρία Πεταλούδα τη βαπτίσαμε εμείς, τα αγόρια της γειτονιάς που την ποθούμε και δεν μπορούμε να την έχουμε).
  Η κυρία Πεταλούδα έχει μόνο έναν στόχο στη ζωή της: να ζήσει μία τέλεια μέρα και μετά να καταστραφεί. Η ευαίσθητη κυρία Πεταλούδα ξέρει καλά να κρύβεται κι όσο κι αν προσπαθήσαμε να την αγγίξουμε δεν τα καταφέραμε. Η έξυπνη κυρία Πεταλούδα γνωρίζει απ’ τη φύση της τις προθέσεις μας. Ετούτη η Πεταλούδα, που μας έχει πιασμένους στα νύχια της, παίζει μαζί μας την ώρα που την εξιστορούμε τον πόνο μας.
   
  Η κυρία Πεταλούδα καταλαβαίνει μόνο έναν νόμο, της δύναμης και της αρπαγής, τις νύχτες ονειρεύεται πως είναι η ωραία Ελένη και για χάρη της ποθεί έναν πόλεμο τρωικό. Η κυρία Πεταλούδα μας δίνει πάντα όσα χρειαζόμαστε για να τη σκεφτόμαστε. Μας δίνει την αγάπη με το σταγονόμετρο και τη ζητάει με τον κατακλυσμό.
   
  Η κυρία Πεταλούδα κυνηγάει πάντα το άπιαστο· είναι ειδική στο να βασανίζεται και να πληγώνεται. Το να την υποτιμάς είναι ο τρόπος να την ελκύσεις, το να αδιαφορείς για αυτή είναι ο τρόπος να την πιάσεις. Το μυαλό της κυρίας Πεταλούδας σχηματίζει πάντα το εύκολο δύσκολο· το δύσκολο για αυτήν είναι και ερεθιστικό. Το να δοθείς στην κυρία Πεταλούδα, είναι τόσο μάταιο να την κατακτήσεις, σαν να πέφτεις με τα μούτρα σε τοίχο. 

  Η Πεταλούδα λατρεύει το παιγνίδι κι ιδιαίτερα της εξουσίας, η υποταγή της είναι ο ανώτερος σκοπός που έθεσε στον εαυτό της, όμως πρόκειται για μία υποταγή πέρα απ’ το γνωστό νόημα της υποταγής, εκείνη την καθορίζει με χαρακτήρα ατομικό. Ακόμα κι αν τη ζητούσαν να εξηγήσει τα συστατικά αυτής της υποταγής θα ήταν δύσκολο. Είναι κάτι που το νοιώθει και κάνει το σώμα της να υποκλίνεται, μπροστά σε κάτι, το ανεξήγητο.
 
   Η κυρία Πεταλούδα απ’ όλα τα αγόρια λατρεύει τον απόμακρο Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος δεν είναι σαν εμάς, δεν γεννήθηκε να είναι σαν εμάς. Έχει μια θλίψη και μια μελαγχολία στην βαθιά φύση του που τον εξωθεί διαρκώς να απομακρύνεται από την παρέα μας. Περνάει μέρες ολόκληρες μοναχικός στο ποτάμι, σαν κάτι να αναζητεί, σαν να διαβάζει το πεπρωμένο του. Είναι συνήθως αφηρημένος και κλεισμένος στον μεγάλο κόσμο του. Ο Αλέξανδρος είναι ένα παράξενο παιδί, προορισμένο να μεγαλουργήσει ή απλά να χαθεί. Ξέρουμε όλοι πως ακολουθεί τη φύση του κι άλλο δρόμο δεν έχει, ποτέ δεν του δόθηκε επιλογή.

  Η κυρία Πεταλούδα παρακολουθεί τον Αλέξανδρο από μακριά, σαν θεατής, ποτέ δεν τον πλησιάζει, ανάμεσά τους υπάρχει μία μεγάλη κι αγεφύρωτη απόσταση, ένας μεγάλος και μακρύς δρόμος. Κι όσο πλησιάζει κανείς τον Αλέξανδρο αυτή η απόσταση μεγαλώνει, γιατί ο Αλέξανδρος καταφεύγει στον κόσμο του, κι είναι πολύ ψηλά εκεί, δεν μπορείς να τον ακολουθήσεις. Το να αγγίζεις τον Αλέξανδρο είναι ένας τρόπος να τον ωθείς, το να τον πληγώνεις είναι ένας τρόπος να τον εξωθείς να φεύγει. 
  Δεν μπορείς να βλάψεις τον Αλέξανδρο με κανέναν τρόπο. Μπορείς μόνο να γίνεις μάρτυρας της ζωής του, και με τις χειρότερες σκέψεις σου ακόμα... μπορείς μονάχα να τον βοηθήσεις να αποκαλύψει καθαρότερα στα μάτια του το σκοπό του.

  Η Πεταλούδα τον θαυμάζει, δεν ξέρει γιατί, αισθάνεται μόνο τη δύναμή του. Η Πεταλούδα έχει ταυτιστεί από απόσταση μαζί του, πάντα ακολουθεί νοερά τον Αλέξανδρο στα ταξίδια του. Την βγάζει σε μία ελευθερία που την ποθεί όσο τίποτα άλλο στον κόσμο, κι είναι επίσης από το ελάχιστα εκείνα άτομα που δεν την φοβάται. Η περήφανη Πεταλούδα θα μπορούσε να γίνει πολύ ταπεινή μπροστά στο μεγαλείο του Αλέξανδρου, θα μπορούσε να του αφιερωθεί. 
  Όμως δεν είναι τόσο εύκολο, μία πλειάδα χαρακτηριστικών την εμποδίζουν: εγωισμός, πείσμα, υπερηφάνεια, παραδοχή, μα πάνω απ΄όλα ο έρωτας και το φιλί. Η Πεταλούδα ανατριχιάζει σύγκορμη στην ιδέα να τη φιλήσει. Αισθάνεται σαν να την διαπερνούν χιλιάδες βολτ ηλεκτρικού ρεύματος, άθελά της, και μόνο στη σκέψη, η Πεταλούδα βαθιά αναστενάζει και ποθεί. Αυτό το φιλί όπως η Κλεοπάτρα πόθησε την Αίγυπτο. 

  Είναι απόγευμα καλοκαιριού κι ο Αλέξανδρος είναι καθισμένος σε μία μεγάλη πέτρα μπροστά στο ποτάμι και πετάει βότσαλα στα νερά του. Η πεταλούδα έχει βγει μια βόλτα στο λιβάδι και τον κοιτάζει από μακριά, κρυμμένη πίσω από έναν χοντρό κορμό δέντρου. Η καρδιά της χτυπάει γοργά και της ξεφεύγει απ΄το χέρι. Πλησιάζει εκείνον αόρατα και για πρώτη φορά αισθάνεται πόσο τον αγαπάει.   
  
  Τι παράξενη αγάπη, άγνωστη και τρελή, εντελώς φανταστική, την έπλασε τις νύχτες κάτω απ’ τα αρωματισμένα σεντόνια της, κι αν δεν τη δώσει σάρκα θα σβήσει και θα χαθεί, σαν μία αγάπη που ποτέ δεν υπήρξε, σαν ένα λάθος που το έπλασε η νοσταλγία ιδανικό. 
  Πως να περάσει στην πραγμάτωσή της; Τεράστια η απόσταση απ’ το φανταστικό ως το πραγματικό. Ως εδώ ήταν εύκολος ο δρόμος, μα τώρα απομένει ένα τελευταίο βήμα, το καθοριστικό. Όσοι δεν το έριξαν αυτό το βήμα, όσοι δεν το τόλμησαν, για πάντα μέσα στον εαυτό τους φυλακίστηκαν. 

  Η Πεταλούδα απομένει σαν άγαλμα ακίνητη, καμιά σκέψη δεν φτάνει ως το μυαλό της και σε λίγο ξεσπάει σε κλάματα. Αυτό το τελευταίο καθοριστικό βήμα αποζητάει και την τελευταία ικμάδα της θέλησή της, της δύναμής της, την κάνει να σφίγγει τα σαγόνια αποφασιστικά, είναι σαν να διαμελίζεται ο κόσμος και να την συντρίβει, είναι η ίδια που νικάει όλα τα άκαιρα συστατικά του εαυτού της.     
  Πρέπει τώρα να πέσει, τόσο χαμηλά όσο για πρώτη φορά στη ζωή της, αν θέλει να ανυψωθεί πρέπει να το τολμήσει, ακόμα κι η αξιοπρέπειά της είναι εχθρός σ’ αυτή την απόφαση, όλα πρέπει να τα χάσει, έτσι ακριβώς αισθάνεται, κι όλα όσα χάνει μπαίνουν αυτόματα στο ζύγι, απ’ την άλλη πλευρά της δικαιοσύνης ένα μοναχικό φιλί, κάνει τη ζυγαριά να γέρνει επικίνδυνα με το βάρος του.

  Όταν περνάει αυτό το σοκ η Πεταλούδα έχει πάρει την απόφασή της και τα πόδια της την οδηγούν λες πέρα κι απ’ τη θέλησή της. Είναι μεγάλο το βάσανο και το αισθάνεται μήνες τώρα, θέλει με μιας, με ένα χτύπημα καθοριστικό, να περάσει σε μία από τις δύο νέες καταστάσεις που την φανέρωσε η καρδιά της: η στην ευτυχία που μέσα της ζύμωσε και να τη ζήσει, ή στην δυστυχία και τη μοναξιά, που έβαλε ως αντίβαρο και να θρηνήσει, αυτόν τον έρωτα που ακόμα δεν γεύτηκε. 

  Προσπαθεί να είναι χαρούμενη κι ανέμελη καθώς τον πλησιάζει, δεν θέλει να την προδώσουν όσα αισθάνεται. Η κυρία Πεταλούδα είναι πανέμορφη με τα καστανά μπουκλάτα μαλλιά της να πέφτουν στους ζωηρούς και γυμνούς ώμους της και το μεσάτο καλοκαιρινό φουστάνι. Δεν αισθάνεται καμιά ανασφάλεια για τον εαυτό της, θα το έλεγες επ ακριβώς πως αισθάνεται απαθείς. Στο μέσον εκείνης την κατάστασης που κάποιος είναι προετοιμασμένος και για τα δύο ενδεχόμενα.

  Είναι δύο βήματα πίσω του και δεν την έχει πάρει είδηση, όταν μία άξαφνη διάθεση παιγνιδιού της ξυπνάει, θέλει να τον πειράξει και βαδίζοντας ανάλαφρα του κλείνει με τις παλάμες της τα μάτια. Ο Αλέξανδρος ξαφνιάζεται, λίγο, λες και το περίμενε, μα είναι μία από εκείνες τις στιγμές και τις διαθέσεις του της εξωστρέφειας.

  Ο Αλέξανδρος, με κλεισμένα τα μάτια, δεν έχει πολλές επιλογές στο οπλοστάσιό του ώστε να την ανακαλύψει, παρά τις αισθήσεις του, κι έτσι τη μυρίζει. Η μυρουδιά της του φέρνει ζωηρά χρώματα στον νου, σίγουρα δεν μυρίζουν έτσι οι φίλοι του και τα χέρια της είναι απαλά, τα νοιώθει σαν βελουδένια στο πρόσωπό του. 
  Το να κλείνεις τα μάτια του Αλέξανδρου είναι ο τρόπος που βλέπει. Το να τον κρατάς με κλειστά τα μάτια είναι ο τρόπος που βλέπει ακόμα περισσότερο. Το να επιμένεις είναι ο τρόπος που διαβάζει την καρδιά του.

  Την έχει καταλάβει από το πρώτο κιόλας λεπτό μα δεν το μαρτυράει. Αισθάνεται υπέροχα έτσι που η Πεταλούδα έχει γείρει πάνω του και το στήθος της αγγίζει την πλάτη του. Θα μπορούσε να περάσει ώρες σ΄αυτή τη στάση, μέχρι εκείνη κουρασμένη να άφηνε το σώμα της πιο ελεύθερο να ενωθεί με το δικό του. Ο Αλέξανδρος ψηλαφίζει τους λεπτούς καρπούς της, απαλά κι ερωτικά. Όση ώρα μένει με κλειστά μάτια ένα σχέδιο έχει φανερωθεί στην σκέψη του, δεν είναι λιγότερο μαζί της ερωτευμένος απ’ όσο είμαστε όλα τα αγόρια στη γειτονιά, όμως εκείνος δεν έχει τον δικό μας τρόπο να το δείχνει, για την ακρίβεια δεν έχει κανέναν τρόπο, εκείνος μόνο εμπιστεύεται κι αφήνει τα πράγματα να φανερωθούν.

  Αργά πιάνει τα χέρια της απ’ τους καρπούς και τα κατεβάζει απ’ τα μάτια του. Στη συνέχεια τα φιλάει απαλά κι αργά, ένα - ένα. Η Πεταλούδα έχει κοκκινίσει ολόκληρη μα δεν τη βλέπει, η Πεταλούδα θέλει να τρέξει, να γελάσει και να κυλιστεί στα χόρτα και τις παπαρούνες, αισθάνεται μια βαθιά, λεπτή κι απέραντη συνάμα συγκίνηση που δεν γνωρίζει άλλο τρόπο να την διαχειριστεί παρά με δάκρυα. Κι αυτή τη φορά αποφασίζει να μην κρυφτεί. Περνάει μπροστά του με μάτια δακρυσμένα.

  Ο Αλέξανδρος την βλέπει και εκείνη χάνεται μέσα στο βλέμμα του. Πρώτη φορά τον κοιτάζει από τόσο κοντά, ό,τι σκέφτονταν για αυτόν ήταν λίγο.
Εκείνος της κρατάει ακόμα τα χέρια στα δικά του. Η πεταλούδα είναι ακόμα γεμάτη ερωτική συγκίνηση, τώρα είναι η κατάλληλη ώρα για το φιλί και κλείνει τα μάτια της. 

  Ο Αλέξανδρος τη φιλάει εδώ και ώρα στο στόμα. Εκείνη αισθάνεται πως θα πεθάνει. Ήταν η τέλεια μέρα για κείνη, τώρα θέλει να σβήσει και να χαθεί, να ξυπνήσει σε μία άλλη ζωή.

08 Νοεμβρίου 2013

Μαύροι και Λευκοί Άγγελοι

... Και μετά μου παρουσιάστηκαν δύο μαύροι άγγελοι
και μου είπαν εμείς θα σου τα πάρουμε όλα
και εγώ τους είπα δικά σας είναι, πάρτε τα όλα.

Μετά ήρθαν δύο άγγελοι λευκοί
και μου είπαν, μην ανησυχείς,
αφού τους τα δίνεις όλα και δεν φοβάσαι να μείνεις γυμνός
εμείς θα σου τα επιστρέψουμε όλα και περισσότερα.
Και εγώ τους είπα δεν ανησυχώ, δικά σας είναι, 
επιστρέψτε τα όλα και περισσότερα.

Μετά είδα τους λευκούς γύρω απ' το κρεβάτι μου
να σταυρώνουν τα χέρια στο στήθος 
αποφασιστικά με θέληση να με προστατέψουν 
κι οι μαύροι διστακτικοί, αργά να υποχωρούν.

Αργότερα - καθώς ηρεμούσα περισσότερο 
απ’ την αναπάντεχη αυτή επίσκεψη - 
τους είδα ψηλά στην οροφή της κάμαρας
να κουβεντιάζουν με θέμα εμένα και να συμμαχούν,
δίχως φιλονικία κι άνοιξα το παράθυρο
να βγουν και να πετάξουν.  

Από τότε αυτό συμβαίνει:
έρχονται φέρνουν έρχονται παίρνουν 
οι λευκοί με προστατεύουν οι μαύροι με τιμωρούν
εγώ τους αφήνω να περνούν
ουδέποτε τη διέλευση τους απαγορεύω
όποια κι αν είναι η πρόθεσή τους 
δεν δύναμαι τοιαύτη μεσολάβηση·
άλλωστε, υποψιάζομαι, είναι επιτετραμμένοι κάποιας αποστολής
κάποιας συμφέρουσας υποθέσεως 
που άμεσα με αφορά ενώ λίγο τη γνωρίζω 
ενώ αυτοί, είναι των ουρανίων
υποθέσεων σεβάσμιοι επαγγελματίες.

Και εγώ, βεβαίως, με το χάος απασχολούμαι
αλλά πιο ερασιτεχνικά και δεν είναι το ίδιο
αυτοί, είναι των πνευμάτων αποστολείς 
και μπροστά τους οφείλω να παραμερίζω,
γνωρίζουν τις υποθέσεις του φωτός 
και του σκότους καλύτερα
και σε μεγαλύτερο βάθος
απροσέγγιστο από εμένα.  

Άλλωστε για το καλό μου αισθάνομαι πως είναι
όλη αυτή η διέλευση των αγγέλων στο σπίτι μου.
Μόνο που έχω χάσει κάπως 
την ησυχία μου τώρα τελευταία
γιατί δεν έχουν μία ώρα σταθερή που έρχονται. 


05 Νοεμβρίου 2013

Με το ένα Φτερό στον Τάφο




 Με το ένα Φτερό στον Τάφο



Κουτσοί και ελλιπείς οι στίχοι σήμερα - προπάντων ελλιπείς
ακέφαλα πτώματα με θέμα το νεκροτομείο
τους διαβάζεις και δεν βγάζουν πουθενά
- μήπως κι οι άνθρωποι βγάζουν -
γυροφέρνουν μέσα στο ποίημα και το δαγκώνουν
το ματώνουν, είναι σαν να το φτύνουν
και στο τέλος το κλείνουν,
το σφραγίζουν με μία ασφυκτική κατάληξη
και χτυπάει τα φτερά του.
Όλοι οι δρόμοι στον τάφο οδηγούν.

Τους διαβάζει ο αναγνώστης και βρίσκει
τον εαυτό του στο δημόσιο νεκροταφείο
διαβάζει το όνομά του στην μαρμάρινη επιγραφή:
ενταύθα κείται, θαμμένος από πάππου προς πάππου ο ίδιος
οικογενειακός ο τάφος, κι ακόμα παραπέρα, ιστορικός.
Όμως, "ωραίο ποίημα", σκέφτεται, "αποστειρωμένο,
μηδέ γαλανόλευκο
σκεπασμένο απ’ τον ουρανό ξεκομμένο κι απ' τη γη
με περιγράφει θαυμάσια, τι είναι ο άνθρωπος;
ένα σπασμένο χέρι, ένα σπασμένο πόδι
μία κυοφορούσα έρημος
ένα φλας που αναβοσβήνει διαρκώς
μα αποφεύγει του δρόμου τη στροφή
μία μνήμη εφτασφράγιστη είναι ο άνθρωπος
ένας αξόδευτος πόθος
και μία απόλαυση συνουσίας
με τη φρίκη της αιχμαλωσίας".

Να βάλεις μέσα στο ποίημα ένα πανί
να βάλεις κι ένα κατάρτι
να βάλεις κι άνεμο
και να το ρίξεις στις πέτρες - αυτό είναι ο άνθρωπος.
 
Να ΄χει κι ένα φάρο ξεχασμένο να τρεμοσβήνει
κι έναν έρωτα αβυσσαλέο να γλύφει τις πληγές του
να ΄χει και μια μυρωδιά βασιλικού
και μία ανεμόσκαλα δαρμένη απ' την καταιγίδα
να περιγράφει ένα ωραίο ναυάγιο
ένα λιμάνι πρωτοειδωμένο
μία πόρνη ξακουστή
μία θύελλα χρωμάτων
ένα παιδί ζητιάνο
μία λέξη ανείπωτη
ένα καταφύγιο στερνό
μία παγίδα
και μη ξεχάσεις την ελπίδα. 

Αυτό είναι ο άνθρωπος. 



01 Νοεμβρίου 2013

Η Περίπτωση της Ν.



  H Ν. είναι σε  ηλικία που πρέπει να πάρει κάποιες αποφάσεις. Έφτασε ως αυτή την ηλικία με κάποια... θα το έλεγες κι επιπολαιότητα. Τώρα όμως ο χρόνος στένεψε τα όριά του, δεν υπάρχουν πια περιθώρια για λάθη. Η Ν. αντιλαμβάνεται πως κάτι με αυτή δεν πάει καλά. Η Ν. αντιλαμβάνεται πως κάτι με όλους δεν πάει καλά.  

  Συχνά χλευάζει τις "εύκολες λύσεις", που πολλοί απ’ τον κοινωνικό της περίγυρό επιδόθηκαν και μοιάζουν μέσα στις επιλογές τους σχεδόν ολοκληρωμένοι άνθρωποι. Η Ν. μισεί αυτό το σχεδόν, το διακρίνει περισσότερο καθαρά κι απ’ το ολόκληρο και τελευταία προσπαθεί να το αποφεύγει. Δεν τα καταφέρνει πάντα, αισθάνεται σχεδόν υποχρεωμένη να καταφεύγει σε μεσοβέζικες λύσεις.

  Όλα πια στη ζωή μοιάζουν με συνδιαλλαγές. Μα το χειρότερο είναι πως σχεδόν όλοι, το έχουν αποδεχθεί σαν κάτι το απολύτως φυσιολογικό. Τα πάντα μπαίνουν σε μία ζυγαριά, μα κι αυτή ακριβώς τη ζυγαριά κανείς δεν τη σέβεται κι όλοι προσπαθούν να την κλέψουν. Η Ν. είναι κάποιας άλλης, πιο αφιλοκερδούς παιδείας άνθρωπος, πάντα προτιμούσε να δίνει αν έτσι ένοιωθε, κι αυτό κάποια στιγμή την κόλλησε με την πλάτη στον τοίχο.
 
  Κάτι μέσα της, παλιό κι αλάνθαστο, φωνάζει πως η ακεραιότητα είναι πια παρελθόν. Και πως για να καταφέρει να επιβιώσει - και να εξ-ελιχθεί ίσως - θα πρέπει να ελιχθεί ανάμεσα στους ανθρώπους και τις σχέσεις. Ίσως να χρησιμοποιήσει μερικούς, τους πιο κατάλληλους. Η Ν. γνωρίζει πως αυτό το πράγμα έχει κόστος, κόστος ψυχής και πως δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια γυναίκα. 

  Το σχεδόν για πολλούς, έφτασε με τον καιρό να γίνει καθ’ ολοκληρία. Σχεδόν οικογένεια, περίπου φίλοι, κάτι σαν σύζυγοι, παρολίγον σύντροφοι, κ.λ.π.  Ακόμα και για το φύλο των ανθρώπων δεν είναι πια σίγουρη. Οι γυναίκες δεν είναι ακριβώς γυναίκες και οι άντρες δεν είναι ακριβώς άντρες. Η Ν. αισθάνεται πως ζει σε μία εποχή όπου επαναπροσδιορίζονται όλες οι έννοιες κι οι αξίες, οι άνθρωποι ψηλαφίζουν ο ένας τον άλλον απ’ την αρχή. 

  Η Ν. βρίσκεται σε ένα κρίσιμο συναισθηματικό σταυροδρόμι κι είναι καιρός που παραμένει μετέωρη στο φάσμα του χρόνου. Δεν μπορεί να καταλάβει το λόγο που ξεθεμελιώθηκε η ύπαρξή της, κάποτε ήταν εύκολο να ακουμπήσεις σε κάποιον. Τώρα, τα στηρίγματα, ακόμα και οι ακρογωνιαίοι λίθοι βούλιαξαν μέσα στα ίδια τους τα λόγια. 

  Ό,τι γνώριζε αρχίζει και το ξεχνά, κι ό,τι καινούργιο μαθαίνει δεν της αρέσει πάντα. Σε αυτή την κατάσταση και το παραμικρό θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Λίγη ακόμα μοναξιά, λίγη ακόμα απόγνωση και θα πιαστεί απ’ το επόμενο λάθος. Ένα ιδιαίτερο ένστικτο όμως την κρατά μακριά από κάθε εμπιστοσύνη.

  Η Ν. δεν έχει φίλους, βρίσκεται σε μία φάση γενικής αναθεώρησης και τελευταία απομάκρυνε απ’ τη ζωή της αρκετά αρνητικά άτομα, που ένοιωθε να την κρατούν σαν μέγγενες και να την πνίγουν με τις αξεδιάλυτες υποθέσεις τους.

  Η Ν. κατά βάθος θέλει ένα παιδί. Καταλαβαίνει πως κάτι τέτοιο θα ήταν ικανό να την κρατήσει και θα αντλούσε κάθε δύναμη να παλέψει με όλες τις αντίξοες συνθήκες. Ακριβώς όμως η επίγνωση πως χρειάζεται ένα παιδί για να την κρατήσει την αποτρέπει απ’ την γέννησή του. Θα ήθελε να φέρει στον κόσμο ένα παιδί από μία πιο υγιή ανάγκη μητρότητας. Όμως κι αυτή η ίδια η μητρότητα, που πηγάζει απ’ τα σπλάχνα της, δεν μπορεί παρά να έχει άμεσα συσχετιστεί με όσα την απασχολούν και όσα την βαραίνουν. Το να έβρισκε μία ξεκάθαρη λύση σε αυτό το ζήτημα θα ήταν το μάννα εξ ουρανού.

  Η Ν. στις σκέψεις της πάντα καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: άντρας. Ο Κατάλληλος Άντρας. Θυμάται πως παλιά ο άντρας ήταν ένα ζώο δυνατό. Μπορούσε μία γυναίκα να μυριστεί τη δύναμη σαν ένα μυστικιστικό άρωμα, που έσβηνε από τις αισθήσεις όλες τις σκιές κι έφερνε τη θηλυκή ύπαρξη σε μία ευθεία γραμμή.

  Η γυναίκα χρειάζονταν απλά να αισθάνεται γυναίκα, κι ήταν καλή σ’ αυτό, όλα τα υπόλοιπα τα αναλάμβανε η φύση της και την έβγαζε στην ευτυχία. Η γυναίκα δεν έπεφτε συχνά σε αδιέξοδα. Έπαιρνε έναν παρασκηνιακό ρόλο που δεν απείχε πολύ απ’ την εξουσία, και μπορούσε ένα ζευγάρι να αλληλοσυμπληρώνεται και να ζει αρμονικά.
 
  Η Ν. αισθάνεται πως τώρα "πήρε κεφάλι" σ’ αυτή την αρχέγονη σχέση και την βασανίζει η μοναξιά. Ο άντρας δεν είναι ούτε πίσω της ούτε μπροστά της. Είναι μπλεγμένος μέσα στα πόδια της. Η Ν. μισεί αυτόν τον αβέβαιο ρόλο, θέλει να ξέρει ποια είναι.

  Έναν άντρα "σκυλάκι" δεν τον θέλει, αισθάνεται να σβήνει και να αναιρείται η ύπαρξή της. Η Ν. αυτά περί ισότητας δεν τα καταλαβαίνει. Καταλαβαίνει μόνο εκείνα περί των ρόλων. Ο ρόλος της είναι ξεκάθαρος σαν φωτεινή επιγραφή στο μυαλό της. Το ίδιο και τον αντρικό ρόλο θα μπορούσε να εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια. Αν ισότητα είναι αυτοί οι δύο αρχέγονοι και φυσικοί ρόλοι να διεισδύει ο ένας στον άλλον και να θολώνουν το τοπίο της ζωής και των σχέσεων... τότε δεν την θέλει. Θέλει κάποια ισότητα που θα είναι όμως σε πλήρη αρμονία με το ρόλο της, ειδάλλως η φύση της έχει σθεναρές αντιρρήσεις και χάνει τον εαυτό της.

  Η Ν. αισθάνεται κάθε νύχτα να σκληραίνει και περισσότερο. Είναι σαν ένα πέπλο νεκροφάνειας να την σκεπάζει που την κάνει να ανησυχεί για την ψυχή της κι έτσι να μην το επιτρέπει να την καλύψει. Γνωρίζει πως αν το άφηνε να την εμποτίσει ίσως κέρδιζε τη βιτρίνα της ζωής, την πρόσοψή της, τις εντυπώσεις.  

  Το ίδιο γνωρίζει όμως, πως θα έχανε τη γλυκύτητα, το βάθος και την ουσία της, και πως αν κάποτε κάποιος άνοιγε την πόρτα της δεν θα έβρισκε τίποτα μέσα της, παρά το κενό. Δεν θα έβρισκε τίποτα το ικανό να τον συγκινήσει και να τον κρατήσει κοντά της.
 
  Έτσι, καταπολεμά αυτή τη διάθεση με τη σκέψη να παραμένει τρυφερή κι ευαίσθητη. Άλλωστε σ’ αυτές τις δύο μακρινές ιδιότητες, που είχε κι η μητέρα της,  αναγνωρίζει ακόμα τον εαυτό της. Αν τις χάσει θα έχει χαθεί τελείως κάθε ελπίδα της να προσανατολιστεί.
 
  Τις νύχτες προτιμά να βλέπει κάποιες παλιές αισθηματικές και ρομαντικές ταινίες, αφήνεται να την παρασύρουν και να την συνεπαίρνουν και συχνά κλαίει. Αυτή η κατάσταση μοιάζει να είναι η τελευταία ψυχαγωγία της. Όμως της αρέσει και εμμένει σ’ αυτή.

  Η Ν. κρύβει ένα βαθύ κι αδιόρθωτο πείσμα. Ακόμα κι αν καταρρεύσει κι η τελευταία ηθική, ακόμα κι αν ο κόσμος γίνει ένα τεράστιο νεκροταφείο, ακόμα κι αν ζόμπι κυκλοφορούν ανάμεσά μας, αυτή είναι αποφασισμένη να μη χάσει τον συναισθηματισμό της. Τον περιθάλπει και τον υποστηρίζει σαν το στερνό της καταφύγιο. Είναι η μόνη πηγή ζωής που την έχει απομείνει και δεν σκοπεύει να την σκεπάσει, έστω κι αν αναβλύζει πόνο κάποιες σκληρές νύχτες.
 
  Συχνά απορεί, πως γίνεται να νοιώθει τόσο σαν μητέρα δίχως να έχει γεννήσει. Μα η φαντασία της, την παρουσιάζει ένα μικρό πλασματάκι που κάνει την αγκαλιά της να ανοίγει και να το υποδέχεται. Μερικές νύχτες το νανουρίζει, άλλες το σκεπάζει με την μαλακή κουβερτούλα του, άλλες ανησυχεί για αυτό, το πλασματάκι που δεν υπάρχει.

  Απόψε η Ν. θα βγει πρώτο ραντεβού. Είναι κάποιος τύπος που δεν γνωρίζει πολλά για αυτόν κι ούτε θέλησε να μάθει. Στον καιρό της μοναξιάς της έχει αρχίσει να εμπιστεύεται περισσότερο την καρδιά της και να ξεπερνάει εύκολα τα λόγια. Όταν τον δει, αυτά που θα νοιώσει θα είναι όλες οι πληροφορίες, όσα πρέπει να γνωρίζει.

   Εκείνος κάθεται απέναντί της σε ένα τραπεζάκι. Παράξενο να αισθάνεται τόσο όμορφα, δεν το περίμενε μα τώρα το απολαμβάνει και δεν έχει διάθεση να μιλήσει. Αργά η ψυχή της προβάλει και ταυτίζεται στο πρόσωπό του. Η κάθε σκέψη της μπαίνει σε ένα κουτάκι λες με αόρατη τοποθέτηση. Έχει χαλαρώσει τόσο όσο δεν θυμάται τα τελευταία χρόνια στη ζωή της. Μία γλυκιά παράδοση την κυριεύει, σαν να έτρεχε όλον αυτόν τον καιρό και τώρα να έφτασε στο τέρμα του δρόμου. Βαθιά κούραση αναδύεται από την ψυχή της και κάνει τα βλέφαρά της να βαραίνουν. Παράξενο, μα γνωρίζει πως δεν την παρεξηγεί. 
  
  Είναι εκείνος. Έχει το πρόσωπο του παιδιού της· τα μάτια του. Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο, παρά μόνο να κλειστεί στην αγκαλιά του. Βαθιά ευγνωμοσύνη την κατακλύζει και τα μάτια της λάμπουν. Εκείνος την κοιτάζει κι αρκείται σαυτό το κοίταγμα.

Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...