Η Περίπτωση της Ν.



  H Ν. είναι σε  ηλικία που πρέπει να πάρει κάποιες αποφάσεις. Έφτασε ως αυτή την ηλικία με κάποια... θα το έλεγες κι επιπολαιότητα. Τώρα όμως ο χρόνος στένεψε τα όριά του, δεν υπάρχουν πια περιθώρια για λάθη. Η Ν. αντιλαμβάνεται πως κάτι με αυτή δεν πάει καλά. Η Ν. αντιλαμβάνεται πως κάτι με όλους δεν πάει καλά.  

  Συχνά χλευάζει τις "εύκολες λύσεις", που πολλοί απ’ τον κοινωνικό της περίγυρό επιδόθηκαν και μοιάζουν μέσα στις επιλογές τους σχεδόν ολοκληρωμένοι άνθρωποι. Η Ν. μισεί αυτό το σχεδόν, το διακρίνει περισσότερο καθαρά κι απ’ το ολόκληρο και τελευταία προσπαθεί να το αποφεύγει. Δεν τα καταφέρνει πάντα, αισθάνεται σχεδόν υποχρεωμένη να καταφεύγει σε μεσοβέζικες λύσεις.

  Όλα πια στη ζωή μοιάζουν με συνδιαλλαγές. Μα το χειρότερο είναι πως σχεδόν όλοι, το έχουν αποδεχθεί σαν κάτι το απολύτως φυσιολογικό. Τα πάντα μπαίνουν σε μία ζυγαριά, μα κι αυτή ακριβώς τη ζυγαριά κανείς δεν τη σέβεται κι όλοι προσπαθούν να την κλέψουν. Η Ν. είναι κάποιας άλλης, πιο αφιλοκερδούς παιδείας άνθρωπος, πάντα προτιμούσε να δίνει αν έτσι ένοιωθε, κι αυτό κάποια στιγμή την κόλλησε με την πλάτη στον τοίχο.
 
  Κάτι μέσα της, παλιό κι αλάνθαστο, φωνάζει πως η ακεραιότητα είναι πια παρελθόν. Και πως για να καταφέρει να επιβιώσει - και να εξ-ελιχθεί ίσως - θα πρέπει να ελιχθεί ανάμεσα στους ανθρώπους και τις σχέσεις. Ίσως να χρησιμοποιήσει μερικούς, τους πιο κατάλληλους. Η Ν. γνωρίζει πως αυτό το πράγμα έχει κόστος, κόστος ψυχής και πως δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια γυναίκα. 

  Το σχεδόν για πολλούς, έφτασε με τον καιρό να γίνει καθ’ ολοκληρία. Σχεδόν οικογένεια, περίπου φίλοι, κάτι σαν σύζυγοι, παρολίγον σύντροφοι, κ.λ.π.  Ακόμα και για το φύλο των ανθρώπων δεν είναι πια σίγουρη. Οι γυναίκες δεν είναι ακριβώς γυναίκες και οι άντρες δεν είναι ακριβώς άντρες. Η Ν. αισθάνεται πως ζει σε μία εποχή όπου επαναπροσδιορίζονται όλες οι έννοιες κι οι αξίες, οι άνθρωποι ψηλαφίζουν ο ένας τον άλλον απ’ την αρχή. 

  Η Ν. βρίσκεται σε ένα κρίσιμο συναισθηματικό σταυροδρόμι κι είναι καιρός που παραμένει μετέωρη στο φάσμα του χρόνου. Δεν μπορεί να καταλάβει το λόγο που ξεθεμελιώθηκε η ύπαρξή της, κάποτε ήταν εύκολο να ακουμπήσεις σε κάποιον. Τώρα, τα στηρίγματα, ακόμα και οι ακρογωνιαίοι λίθοι βούλιαξαν μέσα στα ίδια τους τα λόγια. 

  Ό,τι γνώριζε αρχίζει και το ξεχνά, κι ό,τι καινούργιο μαθαίνει δεν της αρέσει πάντα. Σε αυτή την κατάσταση και το παραμικρό θα μπορούσε να αποβεί μοιραίο. Λίγη ακόμα μοναξιά, λίγη ακόμα απόγνωση και θα πιαστεί απ’ το επόμενο λάθος. Ένα ιδιαίτερο ένστικτο όμως την κρατά μακριά από κάθε εμπιστοσύνη.

  Η Ν. δεν έχει φίλους, βρίσκεται σε μία φάση γενικής αναθεώρησης και τελευταία απομάκρυνε απ’ τη ζωή της αρκετά αρνητικά άτομα, που ένοιωθε να την κρατούν σαν μέγγενες και να την πνίγουν με τις αξεδιάλυτες υποθέσεις τους.

  Η Ν. κατά βάθος θέλει ένα παιδί. Καταλαβαίνει πως κάτι τέτοιο θα ήταν ικανό να την κρατήσει και θα αντλούσε κάθε δύναμη να παλέψει με όλες τις αντίξοες συνθήκες. Ακριβώς όμως η επίγνωση πως χρειάζεται ένα παιδί για να την κρατήσει την αποτρέπει απ’ την γέννησή του. Θα ήθελε να φέρει στον κόσμο ένα παιδί από μία πιο υγιή ανάγκη μητρότητας. Όμως κι αυτή η ίδια η μητρότητα, που πηγάζει απ’ τα σπλάχνα της, δεν μπορεί παρά να έχει άμεσα συσχετιστεί με όσα την απασχολούν και όσα την βαραίνουν. Το να έβρισκε μία ξεκάθαρη λύση σε αυτό το ζήτημα θα ήταν το μάννα εξ ουρανού.

  Η Ν. στις σκέψεις της πάντα καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα: άντρας. Ο Κατάλληλος Άντρας. Θυμάται πως παλιά ο άντρας ήταν ένα ζώο δυνατό. Μπορούσε μία γυναίκα να μυριστεί τη δύναμη σαν ένα μυστικιστικό άρωμα, που έσβηνε από τις αισθήσεις όλες τις σκιές κι έφερνε τη θηλυκή ύπαρξη σε μία ευθεία γραμμή.

  Η γυναίκα χρειάζονταν απλά να αισθάνεται γυναίκα, κι ήταν καλή σ’ αυτό, όλα τα υπόλοιπα τα αναλάμβανε η φύση της και την έβγαζε στην ευτυχία. Η γυναίκα δεν έπεφτε συχνά σε αδιέξοδα. Έπαιρνε έναν παρασκηνιακό ρόλο που δεν απείχε πολύ απ’ την εξουσία, και μπορούσε ένα ζευγάρι να αλληλοσυμπληρώνεται και να ζει αρμονικά.
 
  Η Ν. αισθάνεται πως τώρα "πήρε κεφάλι" σ’ αυτή την αρχέγονη σχέση και την βασανίζει η μοναξιά. Ο άντρας δεν είναι ούτε πίσω της ούτε μπροστά της. Είναι μπλεγμένος μέσα στα πόδια της. Η Ν. μισεί αυτόν τον αβέβαιο ρόλο, θέλει να ξέρει ποια είναι.

  Έναν άντρα "σκυλάκι" δεν τον θέλει, αισθάνεται να σβήνει και να αναιρείται η ύπαρξή της. Η Ν. αυτά περί ισότητας δεν τα καταλαβαίνει. Καταλαβαίνει μόνο εκείνα περί των ρόλων. Ο ρόλος της είναι ξεκάθαρος σαν φωτεινή επιγραφή στο μυαλό της. Το ίδιο και τον αντρικό ρόλο θα μπορούσε να εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια. Αν ισότητα είναι αυτοί οι δύο αρχέγονοι και φυσικοί ρόλοι να διεισδύει ο ένας στον άλλον και να θολώνουν το τοπίο της ζωής και των σχέσεων... τότε δεν την θέλει. Θέλει κάποια ισότητα που θα είναι όμως σε πλήρη αρμονία με το ρόλο της, ειδάλλως η φύση της έχει σθεναρές αντιρρήσεις και χάνει τον εαυτό της.

  Η Ν. αισθάνεται κάθε νύχτα να σκληραίνει και περισσότερο. Είναι σαν ένα πέπλο νεκροφάνειας να την σκεπάζει που την κάνει να ανησυχεί για την ψυχή της κι έτσι να μην το επιτρέπει να την καλύψει. Γνωρίζει πως αν το άφηνε να την εμποτίσει ίσως κέρδιζε τη βιτρίνα της ζωής, την πρόσοψή της, τις εντυπώσεις.  

  Το ίδιο γνωρίζει όμως, πως θα έχανε τη γλυκύτητα, το βάθος και την ουσία της, και πως αν κάποτε κάποιος άνοιγε την πόρτα της δεν θα έβρισκε τίποτα μέσα της, παρά το κενό. Δεν θα έβρισκε τίποτα το ικανό να τον συγκινήσει και να τον κρατήσει κοντά της.
 
  Έτσι, καταπολεμά αυτή τη διάθεση με τη σκέψη να παραμένει τρυφερή κι ευαίσθητη. Άλλωστε σ’ αυτές τις δύο μακρινές ιδιότητες, που είχε κι η μητέρα της,  αναγνωρίζει ακόμα τον εαυτό της. Αν τις χάσει θα έχει χαθεί τελείως κάθε ελπίδα της να προσανατολιστεί.
 
  Τις νύχτες προτιμά να βλέπει κάποιες παλιές αισθηματικές και ρομαντικές ταινίες, αφήνεται να την παρασύρουν και να την συνεπαίρνουν και συχνά κλαίει. Αυτή η κατάσταση μοιάζει να είναι η τελευταία ψυχαγωγία της. Όμως της αρέσει και εμμένει σ’ αυτή.

  Η Ν. κρύβει ένα βαθύ κι αδιόρθωτο πείσμα. Ακόμα κι αν καταρρεύσει κι η τελευταία ηθική, ακόμα κι αν ο κόσμος γίνει ένα τεράστιο νεκροταφείο, ακόμα κι αν ζόμπι κυκλοφορούν ανάμεσά μας, αυτή είναι αποφασισμένη να μη χάσει τον συναισθηματισμό της. Τον περιθάλπει και τον υποστηρίζει σαν το στερνό της καταφύγιο. Είναι η μόνη πηγή ζωής που την έχει απομείνει και δεν σκοπεύει να την σκεπάσει, έστω κι αν αναβλύζει πόνο κάποιες σκληρές νύχτες.
 
  Συχνά απορεί, πως γίνεται να νοιώθει τόσο σαν μητέρα δίχως να έχει γεννήσει. Μα η φαντασία της, την παρουσιάζει ένα μικρό πλασματάκι που κάνει την αγκαλιά της να ανοίγει και να το υποδέχεται. Μερικές νύχτες το νανουρίζει, άλλες το σκεπάζει με την μαλακή κουβερτούλα του, άλλες ανησυχεί για αυτό, το πλασματάκι που δεν υπάρχει.

  Απόψε η Ν. θα βγει πρώτο ραντεβού. Είναι κάποιος τύπος που δεν γνωρίζει πολλά για αυτόν κι ούτε θέλησε να μάθει. Στον καιρό της μοναξιάς της έχει αρχίσει να εμπιστεύεται περισσότερο την καρδιά της και να ξεπερνάει εύκολα τα λόγια. Όταν τον δει, αυτά που θα νοιώσει θα είναι όλες οι πληροφορίες, όσα πρέπει να γνωρίζει.

   Εκείνος κάθεται απέναντί της σε ένα τραπεζάκι. Παράξενο να αισθάνεται τόσο όμορφα, δεν το περίμενε μα τώρα το απολαμβάνει και δεν έχει διάθεση να μιλήσει. Αργά η ψυχή της προβάλει και ταυτίζεται στο πρόσωπό του. Η κάθε σκέψη της μπαίνει σε ένα κουτάκι λες με αόρατη τοποθέτηση. Έχει χαλαρώσει τόσο όσο δεν θυμάται τα τελευταία χρόνια στη ζωή της. Μία γλυκιά παράδοση την κυριεύει, σαν να έτρεχε όλον αυτόν τον καιρό και τώρα να έφτασε στο τέρμα του δρόμου. Βαθιά κούραση αναδύεται από την ψυχή της και κάνει τα βλέφαρά της να βαραίνουν. Παράξενο, μα γνωρίζει πως δεν την παρεξηγεί. 
  
  Είναι εκείνος. Έχει το πρόσωπο του παιδιού της· τα μάτια του. Δεν χρειάζεται τίποτα άλλο, παρά μόνο να κλειστεί στην αγκαλιά του. Βαθιά ευγνωμοσύνη την κατακλύζει και τα μάτια της λάμπουν. Εκείνος την κοιτάζει κι αρκείται σαυτό το κοίταγμα.
4 σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία