11 Νοεμβρίου 2013

Η Πεταλούδα



  H κυρία Πεταλούδα κυλάει κάτω απ’ τα σεντόνια της τις νύχτες κι αγκαλιάζει το πουπουλένιο της σώμα. (Κυρία Πεταλούδα τη βαπτίσαμε εμείς, τα αγόρια της γειτονιάς που την ποθούμε και δεν μπορούμε να την έχουμε).
  Η κυρία Πεταλούδα έχει μόνο έναν στόχο στη ζωή της: να ζήσει μία τέλεια μέρα και μετά να καταστραφεί. Η ευαίσθητη κυρία Πεταλούδα ξέρει καλά να κρύβεται κι όσο κι αν προσπαθήσαμε να την αγγίξουμε δεν τα καταφέραμε. Η έξυπνη κυρία Πεταλούδα γνωρίζει απ’ τη φύση της τις προθέσεις μας. Ετούτη η Πεταλούδα, που μας έχει πιασμένους στα νύχια της, παίζει μαζί μας την ώρα που την εξιστορούμε τον πόνο μας.
   
  Η κυρία Πεταλούδα καταλαβαίνει μόνο έναν νόμο, της δύναμης και της αρπαγής, τις νύχτες ονειρεύεται πως είναι η ωραία Ελένη και για χάρη της ποθεί έναν πόλεμο τρωικό. Η κυρία Πεταλούδα μας δίνει πάντα όσα χρειαζόμαστε για να τη σκεφτόμαστε. Μας δίνει την αγάπη με το σταγονόμετρο και τη ζητάει με τον κατακλυσμό.
   
  Η κυρία Πεταλούδα κυνηγάει πάντα το άπιαστο· είναι ειδική στο να βασανίζεται και να πληγώνεται. Το να την υποτιμάς είναι ο τρόπος να την ελκύσεις, το να αδιαφορείς για αυτή είναι ο τρόπος να την πιάσεις. Το μυαλό της κυρίας Πεταλούδας σχηματίζει πάντα το εύκολο δύσκολο· το δύσκολο για αυτήν είναι και ερεθιστικό. Το να δοθείς στην κυρία Πεταλούδα, είναι τόσο μάταιο να την κατακτήσεις, σαν να πέφτεις με τα μούτρα σε τοίχο. 

  Η Πεταλούδα λατρεύει το παιγνίδι κι ιδιαίτερα της εξουσίας, η υποταγή της είναι ο ανώτερος σκοπός που έθεσε στον εαυτό της, όμως πρόκειται για μία υποταγή πέρα απ’ το γνωστό νόημα της υποταγής, εκείνη την καθορίζει με χαρακτήρα ατομικό. Ακόμα κι αν τη ζητούσαν να εξηγήσει τα συστατικά αυτής της υποταγής θα ήταν δύσκολο. Είναι κάτι που το νοιώθει και κάνει το σώμα της να υποκλίνεται, μπροστά σε κάτι, το ανεξήγητο.
 
   Η κυρία Πεταλούδα απ’ όλα τα αγόρια λατρεύει τον απόμακρο Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος δεν είναι σαν εμάς, δεν γεννήθηκε να είναι σαν εμάς. Έχει μια θλίψη και μια μελαγχολία στην βαθιά φύση του που τον εξωθεί διαρκώς να απομακρύνεται από την παρέα μας. Περνάει μέρες ολόκληρες μοναχικός στο ποτάμι, σαν κάτι να αναζητεί, σαν να διαβάζει το πεπρωμένο του. Είναι συνήθως αφηρημένος και κλεισμένος στον μεγάλο κόσμο του. Ο Αλέξανδρος είναι ένα παράξενο παιδί, προορισμένο να μεγαλουργήσει ή απλά να χαθεί. Ξέρουμε όλοι πως ακολουθεί τη φύση του κι άλλο δρόμο δεν έχει, ποτέ δεν του δόθηκε επιλογή.

  Η κυρία Πεταλούδα παρακολουθεί τον Αλέξανδρο από μακριά, σαν θεατής, ποτέ δεν τον πλησιάζει, ανάμεσά τους υπάρχει μία μεγάλη κι αγεφύρωτη απόσταση, ένας μεγάλος και μακρύς δρόμος. Κι όσο πλησιάζει κανείς τον Αλέξανδρο αυτή η απόσταση μεγαλώνει, γιατί ο Αλέξανδρος καταφεύγει στον κόσμο του, κι είναι πολύ ψηλά εκεί, δεν μπορείς να τον ακολουθήσεις. Το να αγγίζεις τον Αλέξανδρο είναι ένας τρόπος να τον ωθείς, το να τον πληγώνεις είναι ένας τρόπος να τον εξωθείς να φεύγει. 
  Δεν μπορείς να βλάψεις τον Αλέξανδρο με κανέναν τρόπο. Μπορείς μόνο να γίνεις μάρτυρας της ζωής του, και με τις χειρότερες σκέψεις σου ακόμα... μπορείς μονάχα να τον βοηθήσεις να αποκαλύψει καθαρότερα στα μάτια του το σκοπό του.

  Η Πεταλούδα τον θαυμάζει, δεν ξέρει γιατί, αισθάνεται μόνο τη δύναμή του. Η Πεταλούδα έχει ταυτιστεί από απόσταση μαζί του, πάντα ακολουθεί νοερά τον Αλέξανδρο στα ταξίδια του. Την βγάζει σε μία ελευθερία που την ποθεί όσο τίποτα άλλο στον κόσμο, κι είναι επίσης από το ελάχιστα εκείνα άτομα που δεν την φοβάται. Η περήφανη Πεταλούδα θα μπορούσε να γίνει πολύ ταπεινή μπροστά στο μεγαλείο του Αλέξανδρου, θα μπορούσε να του αφιερωθεί. 
  Όμως δεν είναι τόσο εύκολο, μία πλειάδα χαρακτηριστικών την εμποδίζουν: εγωισμός, πείσμα, υπερηφάνεια, παραδοχή, μα πάνω απ΄όλα ο έρωτας και το φιλί. Η Πεταλούδα ανατριχιάζει σύγκορμη στην ιδέα να τη φιλήσει. Αισθάνεται σαν να την διαπερνούν χιλιάδες βολτ ηλεκτρικού ρεύματος, άθελά της, και μόνο στη σκέψη, η Πεταλούδα βαθιά αναστενάζει και ποθεί. Αυτό το φιλί όπως η Κλεοπάτρα πόθησε την Αίγυπτο. 

  Είναι απόγευμα καλοκαιριού κι ο Αλέξανδρος είναι καθισμένος σε μία μεγάλη πέτρα μπροστά στο ποτάμι και πετάει βότσαλα στα νερά του. Η πεταλούδα έχει βγει μια βόλτα στο λιβάδι και τον κοιτάζει από μακριά, κρυμμένη πίσω από έναν χοντρό κορμό δέντρου. Η καρδιά της χτυπάει γοργά και της ξεφεύγει απ΄το χέρι. Πλησιάζει εκείνον αόρατα και για πρώτη φορά αισθάνεται πόσο τον αγαπάει.   
  
  Τι παράξενη αγάπη, άγνωστη και τρελή, εντελώς φανταστική, την έπλασε τις νύχτες κάτω απ’ τα αρωματισμένα σεντόνια της, κι αν δεν τη δώσει σάρκα θα σβήσει και θα χαθεί, σαν μία αγάπη που ποτέ δεν υπήρξε, σαν ένα λάθος που το έπλασε η νοσταλγία ιδανικό. 
  Πως να περάσει στην πραγμάτωσή της; Τεράστια η απόσταση απ’ το φανταστικό ως το πραγματικό. Ως εδώ ήταν εύκολος ο δρόμος, μα τώρα απομένει ένα τελευταίο βήμα, το καθοριστικό. Όσοι δεν το έριξαν αυτό το βήμα, όσοι δεν το τόλμησαν, για πάντα μέσα στον εαυτό τους φυλακίστηκαν. 

  Η Πεταλούδα απομένει σαν άγαλμα ακίνητη, καμιά σκέψη δεν φτάνει ως το μυαλό της και σε λίγο ξεσπάει σε κλάματα. Αυτό το τελευταίο καθοριστικό βήμα αποζητάει και την τελευταία ικμάδα της θέλησή της, της δύναμής της, την κάνει να σφίγγει τα σαγόνια αποφασιστικά, είναι σαν να διαμελίζεται ο κόσμος και να την συντρίβει, είναι η ίδια που νικάει όλα τα άκαιρα συστατικά του εαυτού της.     
  Πρέπει τώρα να πέσει, τόσο χαμηλά όσο για πρώτη φορά στη ζωή της, αν θέλει να ανυψωθεί πρέπει να το τολμήσει, ακόμα κι η αξιοπρέπειά της είναι εχθρός σ’ αυτή την απόφαση, όλα πρέπει να τα χάσει, έτσι ακριβώς αισθάνεται, κι όλα όσα χάνει μπαίνουν αυτόματα στο ζύγι, απ’ την άλλη πλευρά της δικαιοσύνης ένα μοναχικό φιλί, κάνει τη ζυγαριά να γέρνει επικίνδυνα με το βάρος του.

  Όταν περνάει αυτό το σοκ η Πεταλούδα έχει πάρει την απόφασή της και τα πόδια της την οδηγούν λες πέρα κι απ’ τη θέλησή της. Είναι μεγάλο το βάσανο και το αισθάνεται μήνες τώρα, θέλει με μιας, με ένα χτύπημα καθοριστικό, να περάσει σε μία από τις δύο νέες καταστάσεις που την φανέρωσε η καρδιά της: η στην ευτυχία που μέσα της ζύμωσε και να τη ζήσει, ή στην δυστυχία και τη μοναξιά, που έβαλε ως αντίβαρο και να θρηνήσει, αυτόν τον έρωτα που ακόμα δεν γεύτηκε. 

  Προσπαθεί να είναι χαρούμενη κι ανέμελη καθώς τον πλησιάζει, δεν θέλει να την προδώσουν όσα αισθάνεται. Η κυρία Πεταλούδα είναι πανέμορφη με τα καστανά μπουκλάτα μαλλιά της να πέφτουν στους ζωηρούς και γυμνούς ώμους της και το μεσάτο καλοκαιρινό φουστάνι. Δεν αισθάνεται καμιά ανασφάλεια για τον εαυτό της, θα το έλεγες επ ακριβώς πως αισθάνεται απαθείς. Στο μέσον εκείνης την κατάστασης που κάποιος είναι προετοιμασμένος και για τα δύο ενδεχόμενα.

  Είναι δύο βήματα πίσω του και δεν την έχει πάρει είδηση, όταν μία άξαφνη διάθεση παιγνιδιού της ξυπνάει, θέλει να τον πειράξει και βαδίζοντας ανάλαφρα του κλείνει με τις παλάμες της τα μάτια. Ο Αλέξανδρος ξαφνιάζεται, λίγο, λες και το περίμενε, μα είναι μία από εκείνες τις στιγμές και τις διαθέσεις του της εξωστρέφειας.

  Ο Αλέξανδρος, με κλεισμένα τα μάτια, δεν έχει πολλές επιλογές στο οπλοστάσιό του ώστε να την ανακαλύψει, παρά τις αισθήσεις του, κι έτσι τη μυρίζει. Η μυρουδιά της του φέρνει ζωηρά χρώματα στον νου, σίγουρα δεν μυρίζουν έτσι οι φίλοι του και τα χέρια της είναι απαλά, τα νοιώθει σαν βελουδένια στο πρόσωπό του. 
  Το να κλείνεις τα μάτια του Αλέξανδρου είναι ο τρόπος που βλέπει. Το να τον κρατάς με κλειστά τα μάτια είναι ο τρόπος που βλέπει ακόμα περισσότερο. Το να επιμένεις είναι ο τρόπος που διαβάζει την καρδιά του.

  Την έχει καταλάβει από το πρώτο κιόλας λεπτό μα δεν το μαρτυράει. Αισθάνεται υπέροχα έτσι που η Πεταλούδα έχει γείρει πάνω του και το στήθος της αγγίζει την πλάτη του. Θα μπορούσε να περάσει ώρες σ΄αυτή τη στάση, μέχρι εκείνη κουρασμένη να άφηνε το σώμα της πιο ελεύθερο να ενωθεί με το δικό του. Ο Αλέξανδρος ψηλαφίζει τους λεπτούς καρπούς της, απαλά κι ερωτικά. Όση ώρα μένει με κλειστά μάτια ένα σχέδιο έχει φανερωθεί στην σκέψη του, δεν είναι λιγότερο μαζί της ερωτευμένος απ’ όσο είμαστε όλα τα αγόρια στη γειτονιά, όμως εκείνος δεν έχει τον δικό μας τρόπο να το δείχνει, για την ακρίβεια δεν έχει κανέναν τρόπο, εκείνος μόνο εμπιστεύεται κι αφήνει τα πράγματα να φανερωθούν.

  Αργά πιάνει τα χέρια της απ’ τους καρπούς και τα κατεβάζει απ’ τα μάτια του. Στη συνέχεια τα φιλάει απαλά κι αργά, ένα - ένα. Η Πεταλούδα έχει κοκκινίσει ολόκληρη μα δεν τη βλέπει, η Πεταλούδα θέλει να τρέξει, να γελάσει και να κυλιστεί στα χόρτα και τις παπαρούνες, αισθάνεται μια βαθιά, λεπτή κι απέραντη συνάμα συγκίνηση που δεν γνωρίζει άλλο τρόπο να την διαχειριστεί παρά με δάκρυα. Κι αυτή τη φορά αποφασίζει να μην κρυφτεί. Περνάει μπροστά του με μάτια δακρυσμένα.

  Ο Αλέξανδρος την βλέπει και εκείνη χάνεται μέσα στο βλέμμα του. Πρώτη φορά τον κοιτάζει από τόσο κοντά, ό,τι σκέφτονταν για αυτόν ήταν λίγο.
Εκείνος της κρατάει ακόμα τα χέρια στα δικά του. Η πεταλούδα είναι ακόμα γεμάτη ερωτική συγκίνηση, τώρα είναι η κατάλληλη ώρα για το φιλί και κλείνει τα μάτια της. 

  Ο Αλέξανδρος τη φιλάει εδώ και ώρα στο στόμα. Εκείνη αισθάνεται πως θα πεθάνει. Ήταν η τέλεια μέρα για κείνη, τώρα θέλει να σβήσει και να χαθεί, να ξυπνήσει σε μία άλλη ζωή.
Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...