28 Ιουλίου 2014

Θανατηφόρα Κακογουστιά


  Προχωρώ σε μια παραλία, θα έλεγα ξέπεσα σ’ αυτή την παραλία, τι γυρεύω εγώ εδώ? (Κάτι μέσα μου φωνάζει εδώ είναι η θέση σου, άσχετο εσύ που ανήκεις και δύο φορές άσχετο για που υπολογίζεις τον εαυτό σου). Κάτι μέσα μου φωνάζει η θέση σου είναι κάθε στιγμή εκεί που είσαι.
  Κάποτε εδώ ήταν όμορφα, πάλι είναι όμορφα μόνο που τώρα την ομορφιά την σκέπασε ένα πέπλο κατάντιας κι ερημιάς. Και για μένα, που βαθιά στην καρδιά μου διατηρώ ακόμα κάποια ομορφιά, είναι ανυπόφορο αυτό το μέρος.
  Δεν μπορώ να ταυτιστώ. Δεν μπορώ να το δω δίχως την προσπάθεια να το αλλάξω, να το φέρω στα μέτρα μου να μου ταιριάζει. Ειδάλλως θα με καταστρέψει, θα με μικρύνει, για αυτό πρώτος το καταστρέφω εγώ. Ξεπλένω την ασχήμια του με το βλέμμα μου, το κοιτάζω σε βάθος, πριν το χτυπήσει η εγκατάλειψη ήταν όμορφο μέρος. Έτσι το βλέπω και τώρα. Το να μετακινούμε μέσα στο χρόνο είναι εύκολο. 
  Κάποτε σ’ αυτή την παραλία δεν υπήρχαν τα ξεφτισμένα τσιμέντα, τα σκουριασμένα κάγκελα, αυτή η τρομερή φτήνια κι η κακογουστιά που μια ζωή συγκρούομαι μαζί της. Αυτή η θανατηφόρα έλλειψη αγάπης που έχει περάσει σαν επιδημία απ’ αυτήν την παραλία και προσπάθησε άνθρωπος να την κάνει πρακτική. Αυτή την πρακτική προσπάθεια του ανθρώπου τη συναντώ παντού, την ξεχωρίζω από χιλιόμετρα, έχω μάθει να την φτύνω.
  Το τοπίο, το σκηνικό, το σπίτι σου, μέσα σε όλα όσα ζεις σε εμποτίζουν, σε αφομοιώνουν, σε κάνουν κτήμα τους και παιδί τους, τέκνο τους. Και μια μέρα θα σβήσεις σαν κεράκι μέσα στην αλλόκοτη ασχήμια των συνοικιών, θα περάσει μέσα στο αίμα σου, θα σε εμποτίσει, θα γίνεις κι εσύ άνθρωπος πρακτικός, πράγμα που το αντιλαμβάνομαι ως ευθανασία.
  Στις ατέλειωτες βόλτες μου, στους περιπάτους μου τους μοναχικούς, ελάχιστα μέρη συνάντησα πραγματικά φιλικά κι όμορφα, φτιαγμένα με μεράκι και αγάπη. Αμέσως το καταλαβαίνεις, το τοπίο, όλα τα πράγματα που έχουν γίνει με αγάπη σε αγκαλιάζουν, σε φιλούν στα μάγουλα και το στόμα, όλα τα άλλα σε απεχθάνονται και τα απεχθάνεσαι, αν μέσα σου ακόμα δεν ξεράθηκες, για αυτό λέω τα φτύνω.
  Μία μέρα (και τώρα κοντά μάλιστα) θα κινήσω για έναν τόπο όμορφο και φωτεινό, γεμάτο δροσερούς και φρέσκους ανθρώπους, ξεχειλισμένο από γέλια παιδιών. Θα πέσω ανάμεσά τους σαν κομήτης και με εμπιστοσύνη θα παραδοθώ. Τόσο όμορφος τόπος με τόσο καλούς κι όμορφους ανθρώπους θα είναι... κι όλα με τέτοια αγάπη δημιουργημένα... που κι αν ακόμα εγώ είμαι ένα πλάσμα γεμάτο ελλείψεις κι αδυναμίες ο τόπος θα με γιατρέψει. Γιατί, το προσπάθησα μα δεν γίνεται, δεν το μπορώ να γιατρέψω εγώ τη γη και σ΄αυτή τη μάχη επάνω κινδυνεύω να με συντρίψει. Η εγκαθιδρυμένη κοινή αντίληψη κι η πρακτικότητα, οι αιώνιοι καθηλωμένοι εχθροί μου. Κι αν σχίζω τα ρούχα που φορώ εγώ μόνο αλλάζω.  
  Για αυτό θα κινήσω νωρίς και γοργά, για έναν τόπο μικρό κι ευλογημένο. Εκεί θα περιφράξω λίγο καθαρό ουρανό, μία γωνιά ήσυχης αρωματικής νύχτας, ένα τριζόνι, ένα δέντρο, μια αγκαλιά θάλασσα κι ένα-δυο άστρα, και μ’ αυτά θα ζήσω.  
  Γιατί σακατεύτηκα με τα πράγματα όπως τα βρήκα, και τώρα πια είναι αργά να μετανιώσω για την γέννησή μου. 




Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...