09 Ιουλίου 2014

Συλλέκτης Μαργαριταριών




   - Θα φορέσεις αυτό το σκάφανδρο και θα κατέβεις βαθιά. Εκεί θα βρεις το πρώτο κοχύλι. Θα το ανοίξεις, θα πάρεις το μαργαριτάρι κι αμέσως θα ανέβεις στην επιφάνεια. Πρόσεξε μην ξεχαστείς και το θαυμάζεις γιατί θα κινδυνέψεις να σε μαγέψει και δεν θα γυρίσεις πίσω. Είπε ο δάσκαλος κατάδυσης στο μαθητή. Εκείνος τον κοίταξε παραξενεμένος.
  - Αν έχει δίπλα άλλο κοχύλι και παραδίπλα άλλο, θα τα αφήσω κλειστά εκεί;  
  Ο εκπαιδευτής έξυσε σκεπτικός το πηγούνι του και του έριξε μια εξεταστική ματιά.
  - Υπάρχει κι η απληστία του φωτός, μπορείς να καθίσεις όλη τη ζωή σου εκεί και να συλλέγεις μαργαριτάρια, αλλά πρέπει να ανέβεις στην επιφάνεια, να βρεις άλλους ανθρώπους, να τα ξοδέψεις να τα μοιραστείς.
  Ο μαθητής τον κοίταξε λυπημένος.
  - Πάντα θα ξέρω πως άφησα πίσω μου θησαυρούς κι αυτό θα πονάει, με τη σκέψη αυτή πως θα ζήσω; Και με πόση χαρά, με πόση ομορφιά να μοιραστώ ένα μαργαριτάρι ενώ μου λείπουν δέκα. Θα μείνω εκεί, να ανοίγω τα κοχύλια, θα ψάξω σε κάθε γωνιά του βυθού και μόνο όταν σιγουρευτώ πως δεν κρύβει κανέναν θησαυρό θα βγω στην επιφάνεια.
  Ο δάσκαλος τον κοίταξε με θλίψη. Πριν καιρό, πριν γίνει εκπαιδευτής, είχε βουτήξει κι αυτός να βρει μαργαριτάρια. Είχε βρει ένα στα ψηλά του βυθού, σε ένα κοχύλι που αιωρούνταν. Όμως το βάθος τον τρόμαξε κι η λογική του τον απέτρεψε να προχωρήσει. Κράτησε εκείνο το ένα και με έξαψη κι ενθουσιασμό άρχισε να το επιδεικνύει στους φίλους του σαν εύρημα πολύτιμο.
  Όμως σύντομα εκείνο ξεθώριασε, δεν είχε άλλη λάμψη να του χαρίσει. Έπρεπε πάλι να βουτήξει, να ψάξει, να ανοίξει άλλο κοχύλι, να βρει άλλο μαργαριτάρι. Όμως φοβόταν να το επιχειρήσει κι οι δυσάρεστες μνήμες τον απέτρεπαν. Γιατί τα κοχύλια αυτά ζούσαν σε ένα τόπο αυστηρά μοναχικό κι έφτανες ως εκεί περνώντας μέσα από έναν σκοτεινό αγωγό, σαν σπείρα, κι ο τόπος ήταν γεμάτος σειρήνες και σαρκοφάγες νεράιδες. Κι ήταν αβάσταχτη η σιωπή σε εκείνα τα μέρη, τόση που τελικά σε έκανε να αναρωτηθείς αν άξιζε τον κόπο να κατέβεις. Όμως θα πέθαινε μ’ αυτή την απορία, μ’ αυτόν τον καημό, δίχως να μάθει ποτέ για τους θησαυρούς των βυθών.
  Μεγάλη θλίψη τον κυρίεψε, μεγάλη μελαγχολία κι ήταν προς το τέλος της ζωής του. Είπε τότε στο μαθητή, με όση αξόδευτη ορμή και δύναμη είχε, με μια παλικαριά που την κρατούσε για τις συμβουλές του, να βουτήξει βαθιά, να μάθει όλα τα άγνωστα εκείνα νερά, να ανοίξει όλα τα κοχύλια, να γυρίσει ανάποδα όλες τις πέτρες, να ακούσει όλους του μυστικούς ψιθύρους, να τρομάξει και να βγάλει όλα τα χταπόδια απ’ τις θαλάμες τους, να κοιτάξει όλα τα πλάσματα του βυθού στα μάτια, για να μπορέσει να ζήσει πλούσιος και να πεθάνει ήσυχος.
  Γιατί η δική του ώρα πλησίαζε να φύγει κι ήταν ανέτοιμος για ένα τόσο μακρινό ταξίδι. Επειδή ο θάνατος θα τον πήγαινε σε εκείνα τα ίδια άγνωστα νερά που απέφυγε στη ζωή του κι επιλογή δεν θα είχε πια να διαφύγει.
  Ο μαθητής τον κοίταξε με ελπίδα και φόρεσε το σκάφανδρο. Όμως καθώς ετοιμάζονταν ένιωσε έναν δισταγμό και μια λύπη βαθιά τον κυρίεψε. Κοίταξε γύρω του τον κόσμο σαν να τον αποχαιρετούσε, θυμήθηκε τους φίλους του κι όλα όσα άφηνε πίσω του για ένα τόσο ριψοκίνδυνο εγχείρημα και οι αμφιβολίες χτύπησαν σαν σφυριά το κεφάλι του. Έριξε το βλέμμα του στον μαύρο βυθό και τον κυρίεψε φόβος. Ίσως όλοι αυτοί οι άνθρωποι, κι ο δάσκαλός του ακόμα, που δεν είχαν ποτέ επιχειρήσει να κατέβουν σε εκείνα τα άγνωστα νερά να είχαν δίκιο. Ποιος ήταν αυτός που θα πήγαινε ενάντια στα γιγάντια ρεύματα του βυθού;
  Όμως αμέσως μετά η ίδια λύπη τον κυρίεψε για τα μαργαριτάρια. Τα φαντάστηκε κλεισμένα χρόνια μέσα στα κοχύλια τους, ανθρώπου μάτι τη λάμψη τους να μην έχει δει κι αναρωτήθηκε για το σκοπό τους. Αν δεν γεννιόνταν για να ομορφύνουν τον κόσμο ποιον άλλο σκοπό είχαν; Τόσα μαργαριτάρια κλεισμένα στα κοχύλια τους, τόση ομορφιά να τον περιμένει κι ο κόσμος γύρω του άσχημος. Μεγάλος ο πειρασμός και πήρε την απόφασή του. Προχώρησε ως την άκρη του καϊκιού κι από κει έδωσε μια και βούτηξε στην ταραγμένη θάλασσα.    
  Ο δάσκαλος μάζεψε τα σύνεργα κι ετοιμάστηκε να φύγει. Τα μάτια του ήταν πλημμυρισμένα στα δάκρια. Ήθελε κι αυτός να πέσει στα νερά και να τον ακολουθήσει αλλά ήταν πλέον αργά κι η καρδιά του αδύναμη. Αν ήταν πιο νέος, αν είχε άλλη μία ζωή, θα την αφιέρωνε στη συλλογή των μαργαριταριών.
  Νοσταλγία τον κυρίεψε και θυμήθηκε το ένα μοναδικό του μαργαριτάρι. Ένα αχνό χαμόγελο ομορφιάς σχηματίστηκε στη μορφή του. Έλεγε ψέματα στον εαυτό του. Το είχε φυλάξει στο σπίτι του, δεν το είχε μοιραστεί ποτέ από φόβο μη του το κλέψουν. Τις νύχτες το γυάλιζε κι έπειθε τον εαυτό του πως το κρατούσε για κάποια ειδική περίπτωση. Όμως εκείνη δεν είχε φανεί ποτέ και τον πονούσε να κρατάει μόνος του το μυστικό του.
  Μόλις έφτανε στην στεριά θα το χάριζε στην πρώτη γυναίκα που θα συναντούσε και δεν θα γύρευε κανένα αντάλλαγμα. Γερνούσε, και δεν ήθελε να πεθάνει με έναν μικρό θησαυρό φυλαγμένο στα στήθια για μια ώρα που δεν είχε έρθει. Όμως είχε ακόμα χρόνο και καταλάβαινε, πως κι αν δεν είχε έρθει η ώρα θα την έφερνε εκείνος.


Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...