25 Αυγούστου 2014

Γλυκιά Ζωή





   «Η ζωή είναι γλυκιά», μια φράση ξεχασμένη.
Κάποιος, δικαίως θα έλεγε: "άσε μας τώρα κι εσύ, που την είδες τη γλύκα της ζωής; Αυτό που μας κρατάει να αρχίσουμε να πηδούμε απ’ τα μπαλκόνια είναι η κεκτημένη ταχύτητα, που δεν στεκόμαστε ένα λεπτό να συλλογιστούμε, που δεν έχουμε αρκετή επίγνωση της ζωής, ιδιαίτερα της ζωής μας, ώστε να την κρίνουμε σωστά και με γνώμονα τα πουλιά. Άλλωστε όσοι προχώρησαν στα μυστικά της βρήκαν μόνο θλίψη και μοναχικότητα. Χαμογελαστό σοφό δεν είδαμε. Οι σοφοί αποχτούν μια πίκρα με το χρόνο. Η κατανόηση είναι ένα μυδράλιο που στρέφεται κατά της καρδιάς.
  Θα μπορούσες έτσι να πεις, αν το ήθελες να είσαι ειλικρινής, πως η ζωή είναι ανεκτή, σε κάποιες περιπτώσεις υποφερτή, ίσως για λίγους να φτάσει να γίνει όμορφη κι αυτό για λίγο, ως να κάνει ένα από εκείνα τα περίφημα γυρίσματά της κι απ’ την κορφή να πέσεις στον καιάδα, κι απ’ τα ύψη του έρωτα να σκάσεις με τα μούτρα, φαρδύς πλατύς στο χώμα, κι απ’ του φιλιού τη γλύκα να περάσεις στου χωρισμού την πίκρα.
   Όμως οι συνθήκες αυτές είναι αρκετά έντιμες για τους κυκλικούς νόμους που διέπουν τη ζωή. Το να κρατήσεις ψηλά τη ζωή σου είναι μόνο η προσπάθεια να κρατάς ψηλά τον εαυτό σου και την διάθεσή σου. Αν πέσεις εσύ ξεφτίζουν και γκρεμίζονται όλα γύρω σου. Εσύ τα ανεβάζεις εσύ τα γκρεμίζεις. Η τόλμη σου τα ωθεί ο φόβος σου τα γυρίζει πίσω, πιο πίσω απ΄το σημείο εκκίνησής τους. Ο κρυμμένος φόβος τα παίρνει όλα προς τα κάτω μαζί του γιατί θέλει να φανερωθεί.
  Όμως το μαρτύριό της, που έφτασε στις μέρες μας να γίνει πλέον ορατό, είναι να ζεις διαρκώς ανάμεσα στην κορφή και τον καιάδα. Να περνάς με ταχύτητα αστραπής απ’ τη χαρά στη δυστυχία κι απ’ την ανακούφιση στην οδύνη. Να ζεις σαν ένας νηστικός που μπουκώνει το στόμα του με κάθε λογής γεύση κι αδικεί έτσι όλες τις γεύσεις.
  Όμως γλυκιά; Αυτή είναι μία άλλη θέση κι αν θέλαμε να είμαστε έντιμοι με τον εαυτό μας δεν θα τη ξεστομίζαμε εύκολα. Ιδιαίτερα η σύγχρονη ζωή, με τις υποχρεώσεις, τα άγχη της, τον ξεπεσμό και την υποκρισία της, δεν έχει καμιά γλύκα. Ποια γλύκα υπάρχει σε ένα οχτάωρο καταναγκαστικής εργασίας με μισθό πείνας; Που την είδες τη γλύκα στις ξινές σχέσεις, στον αγώνα για επιβίωση και στη φτήνια των ημερών; Στην ελπίδα, τον πόθο και την τρομοκρατημένη διασκέδαση. Στην σωματοποίηση των πάντων και τη ματαιοδοξία, στο καθεστώς του χρήματος δεν υπάρχει καμιά γλύκα. Στην ανασφάλεια, το μαρασμό της επιβίωσης, υπάρχει μόνο αγωνία κι ανταγωνισμός. Το πολύ να πάρει κάποιος μια φάλτσα ικανοποίηση και μερικές αγχωμένες απολαύσεις, αυτά είναι όλα. 
  Αυτό είναι λοιπόν το διαβόητο μεγαλείο της ζωής; Μια φάλτσα ικανοποίηση και μερικές αγχωμένες απολαύσεις; κι αυτά αν είναι αρκετά αναίσθητος να μπορεί να γλεντά παράπλευρα της απώλειας, της φτώχειας και του πόνου.
  Κι όχι μόνο των άλλων αλλά παράπλευρα και των δικών του προβλημάτων, να κρατά ένα χώρο καθαρό για να γευτεί την εμπειρία της ζωής, ένα χώρο μικρό και μυστικό που διαρκώς βάλλεται απ’ τον τεράστιο κοινό χώρο που μεταγγίζει σε κάθε ψυχή την βλασφημία της ανθρωπότητας. Και μόνο ένας καθαρά αποστειρωμένος άνθρωπος φτάνει να έχει δικαίωμα στην ευτυχία. Ο συνεργάσιμος, αυτός που σχετίζεται με το κοινό και διατηρεί κάποια ανθρωπιά, μολύνεται απ’ την μετάγγιση. Έτσι, το λαμπερό στοιχείο της ζωής, για να το διακρατήσεις, φτάνει να ισοδυναμεί με την απανθρωπιά, την ενοχή και την τύψη. Θα ήταν, εκφραστικά και ηθικά τόσο αποτρόπαιο, σαν να πήγαινες σε έναν καταυλισμό αναξιοπαθούντων και να έσκαγες στα γέλια. Αν ήθελες να προδώσεις την χαρά σου μέσα στον κόσμο μας. Όμως κι αυτή η χαρά δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η προσπάθειά της κι η έντονη μαρτυρία της που την προδίδει. Υπάρχει αυτό που θα λέγαμε μία έντονη προσπάθεια πειθούς προς συγκομιδή φθόνου. Αυτό που θα λέγαμε κοιτάξτέ με! Πως σας φαίνομαι? Απ΄έξω πάντα".
Αυτά θα έλεγε κάποιος.

Η Γιαγιά μου
  Απ’ την πλευρά της μητέρας, ήταν μια περήφανη και δυνατή γυναίκα. Μέσα της παρέμεινε πάντα ευαίσθητη και τρυφερή, όμως ο χρόνος την είχε κλείσει σε ένα ατσάλινο κέλυφος. Συνάντησε πάρα πολλές δυσκολίες στη ζωή της, έμαθε να αντέχει και να αντέχει. Είχε πολλά παιδιά και τα καλοκαίρια, στους θερισμούς, τα έπαιρνε μαζί της στους αγρούς γιατί δεν είχε πουθενά να τα αφήσει. Τις νύχτες δεν επέστρεφαν στο σπίτι τους στο χωριό λόγο της μεγάλη απόστασης και κοιμόταν στην ύπαιθρο. Μερικές φορές, κυρίως όταν ξεσπούσαν μπουρίνια, κατέφευγαν σε εκκλησίες του κάμπου. Ήταν πολλές φορές που είχαν κοιμηθεί σε μια τέτοια παλιά εκκλησία.   
 Το φαντάζεστε? Έχετε κοιμηθεί ποτέ μέσα σε μια παλιά εκκλησία? Η εμπειρία θα είναι σίγουρα απόκοσμη. Έστρωνε τα στρωσίδια μπροστά στο άβατο, το ιερό, σε ένα χώρο αρωματισμένο απ’ τα λιβάνια και τα θυμιατά, με τα κεριά να τρεμοσβήνουν στα μανουάλια, με τις πέτρες τις αρχαίες εμποτισμένες απ’ τους ύμνους, τις ψαλμωδίες και τις προσευχές. Γιατί αυτά, αν και απευθύνονται στο υπερπέραν, μένουν ταυτόχρονα και στο τόπο που τα γεννά κι εμποτίζουν τους χώρους μιας εκκλησίας. Την έκδηλη λατρεία, το κλίμα του μυστηρίου, τα χωνεύει το άψυχο κτίσμα κι αποχτάει με τους αιώνες κάτι απ’ την ψυχή των ανθρώπων. 
  Αυτή η γυναίκα ήταν ατράνταχτη με ακλόνητη πίστη, τόσο αγνή και γενναία που δεν έκρυβε στην ψυχή της κανέναν φόβο, κι έτσι όλοι οι νυχτερινοί ψίθυροι της εκκλησίας γύρευαν το καλό της. Δεν έκλεινε τα μάτια να χαθεί τίποτα απ΄όσα τη νύχτα έβλεπε, τα έβλεπε, τα πίστευε και τ΄αγαπούσε κι εκείνα υποκλίνονταν στο μεγαλείο της. 
  Τότε ήταν νέα και τα παιδιά της μικρά. Άπλωνε τα χέρια της ξαπλωμένη μέσα στην εκκλησία κι ερχόταν τα μικρά της και κούρνιαζαν κοντά της. Ήταν σαν μια καλόψυχη Γερακίνα.  Άλλα μικρά έφτιαχναν προσκέφαλο την κοιλιά της κι άλλα πλάγιαζαν το κεφάλι τους στα χέρια της. Φαντάζεσθε την εικόνα; Μια γυναίκα, μια μάνα, να κοιμάται μέσα στην εκκλησία κι ολόγυρά της τα πέντε παιδιά της. Μια εικόνα που θα έκανε τον Λεονάρντο ντα Βίντσι να ψάξει να βρει βιαστικά τα πινέλα του, ή κάποιον βράχο τουλάχιστον να σμιλεύσει και να την αποτυπώσει στους αιώνες.
  Μια τέτοια νύχτα, ένας απ’ τους μικρούς άκουσε θόρυβο έξω κι ανησύχησε. Την ξύπνησε κι εκείνη τον καθησύχασε με ένα χάδι στα μαλλιά. "Κοιμήσου", του είπε, "μη φοβάσαι τίποτα εδώ, ο Αη Γιώργης είναι έξω και φέρνει βόλτες στην αυλή καβάλα στο άλογο να μας προστατέψει απ’ το κακό". Το παιδί την πίστεψε και κοιμήθηκε σαν άγγελος, αργότερα τα διηγιόταν.

  Η γυναίκα αυτή λύγισε μόνο στα ενενήντα πέντε της χρόνια. Όταν όλα τα παιδιά της είχαν παντρευτεί και τακτοποιηθεί κι είχε νιώσει πως είχε εκπληρώσει το χρέος της. Ο χρόνος είχε αυλακώσει το πρόσωπό της και παρέμεινε πάντα αγέρωχη. Αγαπούσε παράφορα τη ζωή και υπήρξε σκληρό και δύσκολο να αποκολληθεί απ’ την ιδέα της. Όταν την έλεγαν πως είχε γεράσει τους χλεύαζε και τους κοιτούσε με ειρωνεία. Μέχρι την τελευταία στιγμή στο κρεβάτι επέμενε πως μια απλή γρίπη την είχε βρει και σύντομα θα σηκώνονταν και θα έβγαινε στους κάμπους να δουλέψει γιατί πλησίαζε η εποχή του θερισμού. Μια μέρα την επισκέφτηκε ένας παλιός της φίλος.  

  Ήταν εκατόν πέντε χρόνων, της ιδίας ράτσας κι αντίληψης. Είδα τον γέροντα να δίνει κουράγιο στην γερόντισσα και να υψώνει τη φωνή του με σθένος, λες και την ύψωνε απέναντι στο Χάρο, τον άγγελο του θανάτου. Δεν θα τον επέτρεπε να πάρει τη φίλη του δίχως τουλάχιστον να δώσει μάχη μαζί του και να τον ξεπουπουλιάσει απ’ τις κατάμαυρες φτερούγες του.  
  Ένας γέρος που τον ξυπνούσε μικρό ο πατέρας του με το καμτσίκι την αυγή, που όπως έλεγε βάραγε στο ψαχνό. Που περνούσε ολάκερη τη μέρα του στα χωράφια με δύο σαρδέλες παστές κι ένα μπαγιάτικο ξεροκόμματο. Ένας γέρος που ακόμα σ’ αυτή την ηλικία μεριμνούσε για τους χειμώνες κόβοντας όλο το καλοκαίρι με το τσεκούρι του ξύλα. Εκείνο το καλοκαίρι που δεν μερίμνησε για τον επερχόμενο χειμώνα, πέθανε.
  Αυτή η γερόντισσα κι αυτός ο γέροντας διατυμπάνιζαν διαρκώς πως η ζωή είναι γλυκιά. Και ποια ζωή; Η δική τους, η ζωή τους που τους είχε φερθεί με τον πλέον σκληρό κι άδικο τρόπο. Όμως δεν έχαναν ευκαιρία να την υμνούν και να την δοξολογούν, να την αγαπούν μέσα από τα βάθη της ψυχής τους και σε κάθε δυνατή ευκαιρία να την χαίρονται, με όλη την ικμάδα της ύπαρξής τους να την χαίρονται.
  Αυτή την αντίληψη, αυτόν τον τρόπο σκέψης, δεν τον συνάντησα μετέπειτα στη ζωή μου, ανάμεσα σε ανθρώπους ολοφάνερα καλύτερης μοίρας και προοπτικών, μέσα σε σπίτια πλούσια, παλάτια και λεφτά.
  Είδα μόνο κρυμμένη, καλά κρυμμένη δυστυχία, ψυχοφάρμακα και σπίθες, πολλές σπίθες εξουσίας, εγωισμού και στρεβλών αντιφατικών διαθέσεων.
Είδα άφθονη τρέλα και παράνοια. Όμως ποτέ δεν άκουσα έναν τόσο απλό και πλούσιο λόγο απ΄τα παχύσαρκα χείλη τους: Πως η ζωή είναι γλυκιά. 



18 Αυγούστου 2014

Αναζητώντας το Γιατί






- Απομακρύνθηκα αρκετά.
- Τι ζητάς;
- Αυτά που δεν έζησα.
- Αυτά δεν θα τα βρεις.
- Το μπουκάλι της μπύρας είναι μεγαλύτερο από μένα.
- Χιούμορ. Μην αλλάζεις θέμα, τι θέλεις;
- Να γυρίσω εκεί να τα πιάσω απ’ την αρχή.
- Ξέχασέ το, άλλωστε είμαι βέβαιος πως ένιωσες πολλές φορές όπως τότε.
- Ελάχιστες κι αυτές παροδικές.
- Τι ζητάς;
- Να γυρίσω εκεί να τα πιάσω απ’ την αρχή.
- Τέλος. Τι ζητάς;
- Πάντα τα ίδια, πέντε απλά πράγματα, να ξεδιπλωθώ σαν ένα διπλωμένο σώμα, και να μείνω ξεδιπλωμένος.
- Είσαι περίπλοκος, ετούτη είναι η πρώτη σου θανάσιμη αμαρτία.
- Μα… είναι απλά αυτά που ζητώ.
- Είναι, όμως εσύ είσαι περίπλοκος κι υπάρχει ανάμεσά σας αντίφαση, αγώνας κι αφαίρεση. Ο μισός και περισσότερος, τα τρίτα τέταρτα από σένα πρέπει να χαθούν.
- Είναι απλά, έχεις δίκιο, όμως τα απλά πράγματα είναι ταυτόχρονα και μεγάλα, δυσβάσταχτα μεγάλα κι εμποτισμένα στο μεγαλείο τους, για αυτό δεν τα αποχτούμε, για αυτό δεν τα προσεγγίζουμε, δεν τα δεχόμαστε καν, μοιάζουν μηδαμινά, τα ξορκίζουμε, έχουν έναν τρόπο να μας κατεβάζουν πριν μας εξυψώσουν κι αυτό το κατέβασμα είναι οδυνηρό.
- Τι ζητάς;
- Να γυρίσω εκεί να τα πιάσω απ’ την αρχή.
- Η αρχή έγινε και δεν αλλάζει, η γέννησή σου προηγήθηκε, πριν ανοίξεις τα μάτια υπήρξες, κι όταν άρχισες να καταλαβαίνεις ήταν πια αργά να αλλάξεις την αρχή, πάνω σ’ αυτήν την αρχή χτίσε. Τι ζητάς;
- Είναι πολλά, δύο τρία πράγματα, όμως ολόκληρα, αυτό το ολόκληρα τα γιγαντώνει, τα κάνει να μοιάζουν τεράστια, να ζεις κάτι ολόκληρο, ολοκληρωτικά, δεν συμβαίνει, είναι σπάνιο, το ένα μάτι πάντα μένει ανοιχτό, κοιτάζει γύρω να ξεφύγει.
- Παραδειγματίσου.
- Αδύνατον. Έχει καιρό που καταλαβαίνω τον κόσμο.
- Άρα, σου απομένει μόνο η προσωπική σου συνταγή. Τι ζητάς;
- Παράξενο μα δεν ξέρω, είναι πολύ κι είναι όλο, τόσο που να το ζήσεις και να το χορτάσεις, να πεθάνεις γεμάτος. Βυζάξαμε τη ζωή.
- Τι ζητάς;
- Κάτι που με τρομάζει, κάτι που με φοβίζει, κάτι που ανοίγει και με περικλείει, κάτι που μέσα του με κλείνει με θαλπωρή.
- Τη μήτρα ζητάς.
- Δεν ξέρω. Κάτι ζεστό κι όμορφο, που δεν έχει σκέψη, ορισμό και ταυτότητα.
- Κάτι σαν την αγάπη.
- Δεν ξέρω, δεν ξέρω αν αρκεί, έχω ακούσει για αυτήν αλλά δεν νομίζω να φτάνει, να ησυχάσει ο άνθρωπος. Είδα, γνώρισα ανθρώπους που την είχαν, κι όμως δεν ησύχασαν, κάτι ζητούσαν, κάτι ακόμα λαχταρούσαν, τι είναι; τι μας συμβαίνει;
- Ησύχασε, ζωή είναι αυτό που μας συμβαίνει.
- Αλλόκοτο, παράξενο, διχαστικό πράγμα, γεμάτο αγώνα, αγωνία, πόνο κι επιστροφή. Τι ζητώ;
- Τι ζητάς;
- Τι ζητώ;
- Πολλές φορές νόμισα πως το βρήκα κι ήταν απλά για λίγο.
- Ξεκίνησες ξανά.
- Ξεκίνησα ξανά.
- Τι ζητάς;
- Μάλλον να πάψω να ξεκινώ.
- Δεν θα το βρεις. Θα κλείσει με το θάνατο. Κουράστηκες να ξεκινάς;
- Όχι. Απλά νομίζω πως είναι κάτι που αν το βρεις κάτι μέσα σου σταματά κι ησυχάζεις.
- Η καρδιά σου η άστατη είναι και τα πάθη της τα τρομερά. Αν σταματήσει θα πεθάνεις. Τον ύπνο περιγράφεις. Άλλωστε νομίζω έχεις τα λιγότερα βάσανα απ’ όλους.
- Δεν συμφιλιώνομαι εύκολα, με τίποτα, ούτε με τα βάσανα ούτε με την έλλειψή τους, ούτε με τις φυλακές ούτε με τις ελευθερίες, Ούτε με τις πληγές ούτε με τη γιατρειά τους. Με τίποτα δεν συμφιλιώνομαι. Δύσκολα και με τις ιδέες μου. Αυτές είναι γεμάτες συμφιλίωση κι αγάπη, εγώ ακόμα χτυπώ γροθιές στους τοίχους.
- Τι ζητάς; Πιες ένα ποτήρι κρασί και χόρεψε.
- Κάποτε μέσα μου γύρισε ένα κύμα ανάποδα κι έφερε όλο το βυθό του πελάγους στην επιφάνεια, από τότε δεν ζω παρά μόνο στη θάλασσα κι ανάμεσα στους αφρούς και τους βυθούς. Νομίζω πέρασαν μέσα στο σώμα μου μέδουσες, σαλάχια και καβούρια, τινάζομαι στον ύπνο μου. Κι όμως, θα μπορούσα να πάρω – αν υπήρχε – το βραβείο της γαλήνης. Η μορφή μου είναι γαλήνια, τι παράξενο! Όλος μου ο αγώνας έφτασε να γαληνέψει τη μορφή μου, η ψυχή μου, κάτω απ’ τη μορφή σπάνια γαληνεύει.
- Τι ζητάς; 
- Νομίζω την ευτυχία.
- Σ΄αυτούς τους καιρούς; Θα πρέπει να είσαι τρελός!
- Ας μη το κάνουμε θέμα.

17 Αυγούστου 2014

Τα Βαθιά και τα Ρηχά







  Εχθές - καθώς ήμουνα στη θάλασσα μέσα - γύρισα και κοίταξα την ακτή. Εκεί έξω με περίμεναν όλα όσα γνωρίζω. Οι άνθρωποι, ο πολιτισμός, η ασφάλεια, τα αυτοκίνητα, οι έγνοιες, οι στεναχώριες κι οι χαρές.
  Μετά γύρισα την πλάτη στην ακτή και κοίταξα στα βαθιά του πελάγους. Εκεί είδα την απεραντοσύνη, το άγνωστο, το φόβο, τον κίνδυνο, τη μοναξιά, την περιέργεια, την κρυμμένη αλήθεια, τη μαγεία. Όσο πλησίαζα την ακτή πλησίαζα τα πρώτα στοιχεία κι όσο απομακρυνόμουν τα δεύτερα. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, να γυρίσω την πλάτη στην ακτή και να χαθώ στο άγνωστο που με τραβούσε σαν μαγνήτης.
  Μετά κατάλαβα πως η ζωή μας ανήκει και στις δύο αυτές συνθήκες. Έχουμε μία ζωή που τη μοιραζόμαστε και δεν έχει νόημα αλλιώς όλη η ζωή. Και μία άλλη ζωή αυστηρά προσωπικής εμπειρίας και βιώματος, που δίχως αυτή πάλι δεν έχει νόημα όλη η ζωή. Και πρέπει να βρούμε χρόνο και για τις δύο αυτές ζωές και να τον μοιράζουμε, γιατί η μία τροφοδοτεί με νόημα κι ενέργεια την άλλη σαν μεταγγιζόμενα δοχεία με νερό.
  Και γιατί και με την ψυχή το ίδιο ακριβώς συμβαίνει. Απ’ το σημείο που υπάρχεις κινάς προς τα έξω να συναντήσεις τα γνωστά, και κινάς προς τα μέσα να βρεις να δεις τα άγνωστα. Κι άμα κινάς μόνο προς τα έξω ελάχιστα θα δεις και σύντομα το ενδιαφέρον σου για όλη τη ζωή θα σβήσει και θα χαθεί. Κι αν κινάς μόνο προς τα μέσα μπορεί να δεις σπουδαία κι όμορφα μαγικά πράγματα, μα αν δεν έχεις κανέναν να τα μοιραστείς θα σου μείνουν σαν πέτρες βαριές στο στήθος και θα σε πνίξει η ίδια η χαρά σου. Θα σε πνίξει η ίδια σου η εντύπωση.

10 Αυγούστου 2014

Φεγγάρι Ολόγιομο


  Φεγγάρι απόψε, ολόγιομο, όταν το βλέπω μου θυμίζει την απόλυτη ερημιά, όταν του λείπει μια φέτα περισσότερο το συμπαθώ, μου θυμίζει εμένα. Όμως ολόγιομο? Ποιος ολόγιομος να ταυτιστεί μαζί του; Άλλωστε, με ανθρώπινους όρους, δύο άνθρωποι κάνουν ένα ολόγιομο φεγγάρι κι απ’ αυτούς τους δύο να μη λείπουν τουλάχιστον τα απαραίτητα.
  Τα υπόλοιπα είναι ρομαντισμός. Τα μάτια, ας πούμε, είναι κατεξοχήν ρομαντισμός, μπορεί να λείπει από μέσα τους μισός άνθρωπος και επί τούτου να σε μαγεύουν. Μπορεί από ένα ζευγάρι μάτια να λείπεις εσύ που έρχεσαι, ή να βρεις τον εαυτό σου μέσα σε ένα φιλί.
  Ρομαντισμός κι αυτός, υπάρχει στα αλήθεια ένα τέτοιο φιλί;
Που θα μπορούσε να σε γιατρέψει; εγώ μόνο περιγραφές του είδα.
Όμως υπάρχει απόψε ψηλά ένα ολόγιομο φεγγάρι - ίσως επειδή είναι ψηλά αποκτά μία αίγλη άπιαστη -  όμως άνθρωπος σαν το φεγγάρι θα ήταν μοναχικός.
  Μετά, υπάρχει στα αλήθεια ρομαντισμός; Τον είδατε, τον βρήκατε, τον συναντήσατε; Τι είναι ο ρομαντισμός; Κάτι που βογκά, κάτι που αναστενάζει; Κάτι που θεοποιεί; Κάτι τελικά που πέφτει. Και που πέφτει ο ρομαντισμός; Σίγουρα μέσα σε κάποιο κενό.
  Κάτι όμορφο και συναρπαστικό είναι ο ρομαντισμός, το μαγικό. Ω! Ρομαντισμέ! Ρομαντισμός είναι μια γεύση νεκρή της ψυχής, μια απόλαυση καθαρή, ρομαντισμός εν διαμέσου της πραγματικότητας, είναι σαν να σκίζεις τα ρούχα σου και να έχεις ένα γυμνό ακάλυπτο παιδί, απροκάλυπτα αμέτοχο απ’ το στείρο πόλεμο, ένα ξερό τρυφερό πλάσμα εν μέσο σπαραγμών.
  Ρομαντισμός: είναι σαν να βάζεις χρώμα στις χυδαιότητες, ο γαμημένος αναστεναγμός της παρθένας είναι ρομαντικός.
  Μη μου μιλάτε για ρομαντισμούς, δεν αντέχω, είμαι πολύ ρομαντικός, μπορώ να πεθάνω από ρομαντισμό, όμως το σίγουρο είναι πως θα πεθάνω από έλλειψη ρομαντισμού. Ποιος θα σου εμπνεύσει ρομαντισμό; Ξέρω, ξέρω, το πεθαμένο ξερό φεγγάρι.
  Δίχως εσένα δεν έχει καμιά αξία αυτό το άψυχο κατάλοιπο της συμπαντικής έκρηξης. Εσύ είσαι ρομαντική; Το δέρμα σου είναι ρομαντικό; Το συμφέρον σου είναι ρομαντικό; Θα μπορούσες να μου επιτρέψεις να σε ξεγελάσω τόσο ώστε να πεθάνεις στη μέση του ταξιδιού; Αυτό είναι ρομαντισμός: Να πλανεύουμε ο ένας τον άλλον τόσο ώστε στο τέλος να ζήσουμε μια ευτυχισμένη πραγματικότητα.
  Άσε με να σε ξεγελάσω, άσε με να σου δείξω το φεγγάρι, άφησέ με να σε τυλίξω στα ψέματα απόψε που κουρασμένος απ’ τη ζωή και την αλήθεια είμαι. Άφησέ με να σ’ αγκαλιάσω σαν να μην υπάρχει αύριο κι άλλος άνθρωπος πάνω στη γη. Άφησέ με να ποτίσω την ψυχή μου απ’ την ψυχή σου. Μην την κρύβεις, μην την στερεύεις τη ματιά σου, μην την αποκόπτεις απ’ την ψυχή σου για του κόσμου το άκαμπτο δεκανίκι. Κράτα την πηγή σου δροσερή, κράτησέ την αγνή, καθαρή κι όμορφη, κράτησέ την πηγαία, λυσσαλέα κι αβυσσαλέα αν θέλει το πάθος και γεμάτη σπαραγμούς, αλλά κράτησέ την μούσκεμα στον πόνο, δακρυσμένη στον έρωτά και σε όλες τις θάλασσες νωπή και βουτηγμένη. 
  Μη τη στεγνώνεις, μην ασπρόμαυρη τη βάφεις, δώσε μια ευκαιρία στη ζωή και στον ήλιο να σε βρει, άνοιξε τις φλέβες σου στη χαρά, άφησε να περάσουν από μέσα σου όλοι οι στρατοί της οικουμένης και δίωξε τους, κράτα στο τέλος εκείνο το πενιχρό παιδί που ακολουθεί, μία σφαίρα και την αστείρευτη δίψα του για αγάπη.
  Άλλωστε τι είναι και το φεγγάρι το ολόγιομο αν όχι ένα τεράστιο μάτι, ολόγιομο με ζωή, η ευτυχία μπορεί να σχίσει το δέρμα σου και να τρέξει σαν ποτάμι σε όλους τους δρόμους, υπάρχει, μην την ξεχνάς.
Κοίτα το ολόγιομο φεγγάρι και κράτησέ το σαν δικό σου με άδεια απ΄το θεό.
Εγώ να σου χαρίσω και να σου τάξω έχω μόνο αστραπές.

Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...