25 Αυγούστου 2014

Γλυκιά Ζωή





   «Η ζωή είναι γλυκιά», μια φράση ξεχασμένη.
Κάποιος, δικαίως θα έλεγε: "άσε μας τώρα κι εσύ, που την είδες τη γλύκα της ζωής; Αυτό που μας κρατάει να αρχίσουμε να πηδούμε απ’ τα μπαλκόνια είναι η κεκτημένη ταχύτητα, που δεν στεκόμαστε ένα λεπτό να συλλογιστούμε, που δεν έχουμε αρκετή επίγνωση της ζωής, ιδιαίτερα της ζωής μας, ώστε να την κρίνουμε σωστά και με γνώμονα τα πουλιά. Άλλωστε όσοι προχώρησαν στα μυστικά της βρήκαν μόνο θλίψη και μοναχικότητα. Χαμογελαστό σοφό δεν είδαμε. Οι σοφοί αποχτούν μια πίκρα με το χρόνο. Η κατανόηση είναι ένα μυδράλιο που στρέφεται κατά της καρδιάς.
  Θα μπορούσες έτσι να πεις, αν το ήθελες να είσαι ειλικρινής, πως η ζωή είναι ανεκτή, σε κάποιες περιπτώσεις υποφερτή, ίσως για λίγους να φτάσει να γίνει όμορφη κι αυτό για λίγο, ως να κάνει ένα από εκείνα τα περίφημα γυρίσματά της κι απ’ την κορφή να πέσεις στον καιάδα, κι απ’ τα ύψη του έρωτα να σκάσεις με τα μούτρα, φαρδύς πλατύς στο χώμα, κι απ’ του φιλιού τη γλύκα να περάσεις στου χωρισμού την πίκρα.
   Όμως οι συνθήκες αυτές είναι αρκετά έντιμες για τους κυκλικούς νόμους που διέπουν τη ζωή. Το να κρατήσεις ψηλά τη ζωή σου είναι μόνο η προσπάθεια να κρατάς ψηλά τον εαυτό σου και την διάθεσή σου. Αν πέσεις εσύ ξεφτίζουν και γκρεμίζονται όλα γύρω σου. Εσύ τα ανεβάζεις εσύ τα γκρεμίζεις. Η τόλμη σου τα ωθεί ο φόβος σου τα γυρίζει πίσω, πιο πίσω απ΄το σημείο εκκίνησής τους. Ο κρυμμένος φόβος τα παίρνει όλα προς τα κάτω μαζί του γιατί θέλει να φανερωθεί.
  Όμως το μαρτύριό της, που έφτασε στις μέρες μας να γίνει πλέον ορατό, είναι να ζεις διαρκώς ανάμεσα στην κορφή και τον καιάδα. Να περνάς με ταχύτητα αστραπής απ’ τη χαρά στη δυστυχία κι απ’ την ανακούφιση στην οδύνη. Να ζεις σαν ένας νηστικός που μπουκώνει το στόμα του με κάθε λογής γεύση κι αδικεί έτσι όλες τις γεύσεις.
  Όμως γλυκιά; Αυτή είναι μία άλλη θέση κι αν θέλαμε να είμαστε έντιμοι με τον εαυτό μας δεν θα τη ξεστομίζαμε εύκολα. Ιδιαίτερα η σύγχρονη ζωή, με τις υποχρεώσεις, τα άγχη της, τον ξεπεσμό και την υποκρισία της, δεν έχει καμιά γλύκα. Ποια γλύκα υπάρχει σε ένα οχτάωρο καταναγκαστικής εργασίας με μισθό πείνας; Που την είδες τη γλύκα στις ξινές σχέσεις, στον αγώνα για επιβίωση και στη φτήνια των ημερών; Στην ελπίδα, τον πόθο και την τρομοκρατημένη διασκέδαση. Στην σωματοποίηση των πάντων και τη ματαιοδοξία, στο καθεστώς του χρήματος δεν υπάρχει καμιά γλύκα. Στην ανασφάλεια, το μαρασμό της επιβίωσης, υπάρχει μόνο αγωνία κι ανταγωνισμός. Το πολύ να πάρει κάποιος μια φάλτσα ικανοποίηση και μερικές αγχωμένες απολαύσεις, αυτά είναι όλα. 
  Αυτό είναι λοιπόν το διαβόητο μεγαλείο της ζωής; Μια φάλτσα ικανοποίηση και μερικές αγχωμένες απολαύσεις; κι αυτά αν είναι αρκετά αναίσθητος να μπορεί να γλεντά παράπλευρα της απώλειας, της φτώχειας και του πόνου.
  Κι όχι μόνο των άλλων αλλά παράπλευρα και των δικών του προβλημάτων, να κρατά ένα χώρο καθαρό για να γευτεί την εμπειρία της ζωής, ένα χώρο μικρό και μυστικό που διαρκώς βάλλεται απ’ τον τεράστιο κοινό χώρο που μεταγγίζει σε κάθε ψυχή την βλασφημία της ανθρωπότητας. Και μόνο ένας καθαρά αποστειρωμένος άνθρωπος φτάνει να έχει δικαίωμα στην ευτυχία. Ο συνεργάσιμος, αυτός που σχετίζεται με το κοινό και διατηρεί κάποια ανθρωπιά, μολύνεται απ’ την μετάγγιση. Έτσι, το λαμπερό στοιχείο της ζωής, για να το διακρατήσεις, φτάνει να ισοδυναμεί με την απανθρωπιά, την ενοχή και την τύψη. Θα ήταν, εκφραστικά και ηθικά τόσο αποτρόπαιο, σαν να πήγαινες σε έναν καταυλισμό αναξιοπαθούντων και να έσκαγες στα γέλια. Αν ήθελες να προδώσεις την χαρά σου μέσα στον κόσμο μας. Όμως κι αυτή η χαρά δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η προσπάθειά της κι η έντονη μαρτυρία της που την προδίδει. Υπάρχει αυτό που θα λέγαμε μία έντονη προσπάθεια πειθούς προς συγκομιδή φθόνου. Αυτό που θα λέγαμε κοιτάξτέ με! Πως σας φαίνομαι? Απ΄έξω πάντα".
Αυτά θα έλεγε κάποιος.

Η Γιαγιά μου
  Απ’ την πλευρά της μητέρας, ήταν μια περήφανη και δυνατή γυναίκα. Μέσα της παρέμεινε πάντα ευαίσθητη και τρυφερή, όμως ο χρόνος την είχε κλείσει σε ένα ατσάλινο κέλυφος. Συνάντησε πάρα πολλές δυσκολίες στη ζωή της, έμαθε να αντέχει και να αντέχει. Είχε πολλά παιδιά και τα καλοκαίρια, στους θερισμούς, τα έπαιρνε μαζί της στους αγρούς γιατί δεν είχε πουθενά να τα αφήσει. Τις νύχτες δεν επέστρεφαν στο σπίτι τους στο χωριό λόγο της μεγάλη απόστασης και κοιμόταν στην ύπαιθρο. Μερικές φορές, κυρίως όταν ξεσπούσαν μπουρίνια, κατέφευγαν σε εκκλησίες του κάμπου. Ήταν πολλές φορές που είχαν κοιμηθεί σε μια τέτοια παλιά εκκλησία.   
 Το φαντάζεστε? Έχετε κοιμηθεί ποτέ μέσα σε μια παλιά εκκλησία? Η εμπειρία θα είναι σίγουρα απόκοσμη. Έστρωνε τα στρωσίδια μπροστά στο άβατο, το ιερό, σε ένα χώρο αρωματισμένο απ’ τα λιβάνια και τα θυμιατά, με τα κεριά να τρεμοσβήνουν στα μανουάλια, με τις πέτρες τις αρχαίες εμποτισμένες απ’ τους ύμνους, τις ψαλμωδίες και τις προσευχές. Γιατί αυτά, αν και απευθύνονται στο υπερπέραν, μένουν ταυτόχρονα και στο τόπο που τα γεννά κι εμποτίζουν τους χώρους μιας εκκλησίας. Την έκδηλη λατρεία, το κλίμα του μυστηρίου, τα χωνεύει το άψυχο κτίσμα κι αποχτάει με τους αιώνες κάτι απ’ την ψυχή των ανθρώπων. 
  Αυτή η γυναίκα ήταν ατράνταχτη με ακλόνητη πίστη, τόσο αγνή και γενναία που δεν έκρυβε στην ψυχή της κανέναν φόβο, κι έτσι όλοι οι νυχτερινοί ψίθυροι της εκκλησίας γύρευαν το καλό της. Δεν έκλεινε τα μάτια να χαθεί τίποτα απ΄όσα τη νύχτα έβλεπε, τα έβλεπε, τα πίστευε και τ΄αγαπούσε κι εκείνα υποκλίνονταν στο μεγαλείο της. 
  Τότε ήταν νέα και τα παιδιά της μικρά. Άπλωνε τα χέρια της ξαπλωμένη μέσα στην εκκλησία κι ερχόταν τα μικρά της και κούρνιαζαν κοντά της. Ήταν σαν μια καλόψυχη Γερακίνα.  Άλλα μικρά έφτιαχναν προσκέφαλο την κοιλιά της κι άλλα πλάγιαζαν το κεφάλι τους στα χέρια της. Φαντάζεσθε την εικόνα; Μια γυναίκα, μια μάνα, να κοιμάται μέσα στην εκκλησία κι ολόγυρά της τα πέντε παιδιά της. Μια εικόνα που θα έκανε τον Λεονάρντο ντα Βίντσι να ψάξει να βρει βιαστικά τα πινέλα του, ή κάποιον βράχο τουλάχιστον να σμιλεύσει και να την αποτυπώσει στους αιώνες.
  Μια τέτοια νύχτα, ένας απ’ τους μικρούς άκουσε θόρυβο έξω κι ανησύχησε. Την ξύπνησε κι εκείνη τον καθησύχασε με ένα χάδι στα μαλλιά. "Κοιμήσου", του είπε, "μη φοβάσαι τίποτα εδώ, ο Αη Γιώργης είναι έξω και φέρνει βόλτες στην αυλή καβάλα στο άλογο να μας προστατέψει απ’ το κακό". Το παιδί την πίστεψε και κοιμήθηκε σαν άγγελος, αργότερα τα διηγιόταν.

  Η γυναίκα αυτή λύγισε μόνο στα ενενήντα πέντε της χρόνια. Όταν όλα τα παιδιά της είχαν παντρευτεί και τακτοποιηθεί κι είχε νιώσει πως είχε εκπληρώσει το χρέος της. Ο χρόνος είχε αυλακώσει το πρόσωπό της και παρέμεινε πάντα αγέρωχη. Αγαπούσε παράφορα τη ζωή και υπήρξε σκληρό και δύσκολο να αποκολληθεί απ’ την ιδέα της. Όταν την έλεγαν πως είχε γεράσει τους χλεύαζε και τους κοιτούσε με ειρωνεία. Μέχρι την τελευταία στιγμή στο κρεβάτι επέμενε πως μια απλή γρίπη την είχε βρει και σύντομα θα σηκώνονταν και θα έβγαινε στους κάμπους να δουλέψει γιατί πλησίαζε η εποχή του θερισμού. Μια μέρα την επισκέφτηκε ένας παλιός της φίλος.  

  Ήταν εκατόν πέντε χρόνων, της ιδίας ράτσας κι αντίληψης. Είδα τον γέροντα να δίνει κουράγιο στην γερόντισσα και να υψώνει τη φωνή του με σθένος, λες και την ύψωνε απέναντι στο Χάρο, τον άγγελο του θανάτου. Δεν θα τον επέτρεπε να πάρει τη φίλη του δίχως τουλάχιστον να δώσει μάχη μαζί του και να τον ξεπουπουλιάσει απ’ τις κατάμαυρες φτερούγες του.  
  Ένας γέρος που τον ξυπνούσε μικρό ο πατέρας του με το καμτσίκι την αυγή, που όπως έλεγε βάραγε στο ψαχνό. Που περνούσε ολάκερη τη μέρα του στα χωράφια με δύο σαρδέλες παστές κι ένα μπαγιάτικο ξεροκόμματο. Ένας γέρος που ακόμα σ’ αυτή την ηλικία μεριμνούσε για τους χειμώνες κόβοντας όλο το καλοκαίρι με το τσεκούρι του ξύλα. Εκείνο το καλοκαίρι που δεν μερίμνησε για τον επερχόμενο χειμώνα, πέθανε.
  Αυτή η γερόντισσα κι αυτός ο γέροντας διατυμπάνιζαν διαρκώς πως η ζωή είναι γλυκιά. Και ποια ζωή; Η δική τους, η ζωή τους που τους είχε φερθεί με τον πλέον σκληρό κι άδικο τρόπο. Όμως δεν έχαναν ευκαιρία να την υμνούν και να την δοξολογούν, να την αγαπούν μέσα από τα βάθη της ψυχής τους και σε κάθε δυνατή ευκαιρία να την χαίρονται, με όλη την ικμάδα της ύπαρξής τους να την χαίρονται.
  Αυτή την αντίληψη, αυτόν τον τρόπο σκέψης, δεν τον συνάντησα μετέπειτα στη ζωή μου, ανάμεσα σε ανθρώπους ολοφάνερα καλύτερης μοίρας και προοπτικών, μέσα σε σπίτια πλούσια, παλάτια και λεφτά.
  Είδα μόνο κρυμμένη, καλά κρυμμένη δυστυχία, ψυχοφάρμακα και σπίθες, πολλές σπίθες εξουσίας, εγωισμού και στρεβλών αντιφατικών διαθέσεων.
Είδα άφθονη τρέλα και παράνοια. Όμως ποτέ δεν άκουσα έναν τόσο απλό και πλούσιο λόγο απ΄τα παχύσαρκα χείλη τους: Πως η ζωή είναι γλυκιά. 



Δημοσίευση σχολίου

Το Πλήθος των Μοναχικών

Υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται μες στους ανθρώπους φέρνουν στα μάτια τους το φως προσπαθούν αλη...