Του Παρόντος Κάποτε







Ωραία ήταν όσο κράτησε: δέκα οχτώ νύχτες και σαράντα εφτά δευτερόλεπτα.
Έφτασε τόσος χρόνος για να γεμίσει το δωμάτιο ηχώ.
Πως αρπάζεται η ελπίδα ελάχιστοι γνωρίζουν·
αυτοί που ακούνε να σβήνουν οι ήχοι των τακουνιών
στα πέτρινα σκαλοπάτια
κι η καρδιά τους ακολουθεί τη φυγή
ως την πρώτη στροφή του δρόμου.
Χρειάζεσαι πάντα κάτι να κρατάς - έστω ένα αντίο
δεν ξέρω γιατί κρατούμε το χαμόγελο.
Η ανάμνησή σου είναι κόκκινο που χαράζει.
Από σένα θυμάμαι την ανάσα σου
κι ένα καπέλο γεμάτο μαλλιά·
έχω αρχίσει να ξεχνώ γυμνό το στήθος μου - μου λείπουν.
Κι ο τρόπος που έμπαινες απ’ το παράθυρο
πρώτα με το άρωμα, μετά με τη σκιά.
Ονειρεύομαι τη φωνή σου, βαθιά κι υγρή
αισθαντική σαν γεωμετρία του χώρου μου·
έφτανε να προσανατολίζομαι.
Μου περισσεύει πολύ μοναξιά - δεν ξέρω πως να τη χαλάσω.
Αγοράζω μουσική, ό,τι βρω, όλα τ' ακούω
προκειμένου να σιωπήσεις.
Αν σε άφηνα θα πέθαινες.




Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία