Μία Μάσκα όλη Άνθρωπος



   






  Κατηγορημένες οι μάσκες, κι ασυγκίνητες, μπορείς να τις δώσεις ένα συναίσθημα κάθε φορά, μία λύπη και τίποτα άλλο, μία χαρά και τίποτα άλλο, ένα πένθος καθολικό, που μπορείς να το «σπάσεις» κάπως ζωγραφίζοντας στην επιφάνειά τους ένα λουλουδάκι, όμως αυτό είναι ειλικρίνεια. Οι μάσκες είναι σταθερές, είναι αυτό που βλέπεις, δεν είναι ύπουλες, δεν σε ξεγελούν, δεν στην φέρνουν πισώπλατα, δεν χύνουν δάκρυα κροκοδείλια, "ερωτεύτηκα την μάσκα σου", ποιος μπόρεσε να πει;
 Λες κι οι μάσκες δεν παίρνουν δέρμα με τον καιρό, λες κι οι μάσκες δεν έχουν λόγους, λες κι η μάσκα δεν αξίζει κι αυτή μιας πεντάρας παρόν. Λες κι η επιφάνεια αδίκως παρουσιάζεται και δεν έχει ρόλο να επιτελέσει. Όμως οι άνθρωποι αρέσκονται να μαντεύουν, για τους κρυμμένους είναι όλα κρυφά, "σε είδα κάτω απ' όλες τις μάσκες σου", λεν και συναρπάζονται. Το θεωρούν επίτευγμα να σκαλίζουν και να ξεβρακώνουν το πρόσωπο. Ενώ η μάσκα σου παρέχει όλα τα στοιχεία για ένα επαρκές συμπέρασμα κι είναι ακλόνητη. Αν η μάσκα με μάσκα ταιριάξει και το βάθος ταιριάζει, αν αδελφώσουν οι ρόλοι και το αίμα αδελφικό είναι, αν δύο μάσκες φιληθούν από ένα κοινό ράγισμα κατεβαίνουν και φτάνουν ως την ψυχή.
  Η υποκρισία δεν είναι στην μάσκα, είναι στην έκφραση, η μάσκα ανέκφραστη είναι. Η μάσκα τον χρόνο σταματά, η μάσκα παρουσιάζει, τη στιγμή παγώνει, η μάσκα θέλει να πει έτσι είναι. Είναι αμετάβλητη, μπορείς να την λάβεις υπόψιν. Σε πιστεύω όταν τη μάσκα σου φοράς, κι όταν τη βγάζεις πάλι σε πιστεύω.
  Η μάσκα σου είναι το χρώμα που δίνεις στην καταδίκη σου. Η μάσκα έχει δίκιο, οι δικαστές πρέπει να αλλάξουν. Ο κόσμος είναι σκληρός όταν δεν δείχνει επιείκεια στην μάσκα.
 
  Μία γυναίκα όλη φλόγα και πάθος, μία γυναίκα απ’ τον πόθο της συνεπαρμένη, μία γυναίκα που γύρεψε να ελευθερωθεί απ’ το σώμα της και πίστεψε με όλη την ψυχή της στον έρωτα, μία γυναίκα που παραδόθηκε γιατί θέλησε να προδοθεί. Ήταν μια γυναίκα ακέραια που φόρεσε μια μάσκα. Δεν συγχώρεσε, όχι τον εραστή της, μα τον εαυτό της, τον εραστή της τον λυπήθηκε. Την καταδίκασε να ζει πίσω από μία μάσκα. Κι όμως η γενναιότητά της ούτε στιγμή έσφαλε.
  Ο κόσμος όλος την εξανάγκασε να καταφύγει στην έρημο, δίχως να έχει καμιά απολύτως συμμετοχή στο έγκλημα. Κι αυτή τι κάνει; Χαμογελά πίσω απ’ την μάσκα της και τον εκδικείται. Σκέφτεται πως το όνειρο είχε άδικο και συνεχίζει. Οι δικαστές συνεχίζουν κι αυτοί να ασελγούν πάνω στην πρώτη της υπόσχεση για ζωή.
  Όμως εκείνη έκρινε και καταδίκασε πρώτη τον εαυτό της, όλα τα άλλα τώρα μοιάζουν γελοίοι παροξυσμοί, πράγματα για να περνάς την ώρα σου.
  Η γυναίκα δεν πιστεύει, περιφρονεί τις υποσχέσεις και χλευάζει τις συμπεριφορές, κρατά κάποια φορά τα υπονοούμενα για αλήθεια, κι απ’ αυτά ακόμα η διάθεσή της ελπίζει. Προσπάθησε να ξεχάσει μα δεν τα κατάφερε, προσπάθησε να στεγνώσει το βλέμμα της, ούτε κι αυτό στάθηκε προσιτό. Μελετάει, βρίσκει μέσα στα γραπτά και τα λόγια ακόμα ψίχουλα φτερωτά, ικανά να την ταξιδέψουν, δεν μπόρεσε ποτέ να καταφέρει να αποστερήσει τον εαυτό της απ’ το σώμα της, ολάκερο σαν μία τεράστια μνήμη την υπενθυμίζει διαρκώς την ευτυχία.
  Ο χρόνος γερνά, παίρνει μαζί του τις πεθυμιές, η γυναίκα κοιτάζει νοσταλγικά απ’ το παραθύρι κάτι που πάντα περίμενε. Έζησε τη ζωή της πίσω από μία μάσκα, την πλησίασε τόσο που έγινε το πρώτο της πρόσωπο. 
  
  Καταδικάστε λοιπόν αυτή τη μάσκα και θα έχετε καταδικάσει το πρόσωπο. Καταδικάστε την συμπεριφορά που φέρει και θα την κρατήσετε στην θέση της. Ή αρχίστε να αθωώνετε και να συγχωρείτε, ως να φτάσετε στην καρδιά της μάσκας. Τότε εκείνη, μην έχοντας λόγο ύπαρξης, σε σκόνη θα θρυμματισθεί κι άνθρωπος θα διαφανεί μέγας.
 
  Η επιλογή είναι δική σας: πάρτε λουλούδι ή τσεκούρι να σπάσετε τη μάσκα και θα διαπιστώσετε πως στο τσεκούρι αντέχει. 



Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία