27 Φεβρουαρίου 2015

Λόγια Παράφορα



   




  Πέσαμε σε παγίδα αγαπημένη για αυτό επαναστατούμε. Μας έπιασαν αγαπημένη, φυλάκισαν τον άνεμο μέσα μας, φωνάζουμε απ’ το στόμα και βγαίνει ένα φφφφ. Κι έχουμε σταθεροποιηθεί αγαπημένη, σε μία σχέση, σε μία εργασία, τόσο που όταν γυρίζουμε το κεφάλι δεξιά ή αριστερά πάει απ’ τον λαιμό να σπάσει.
  Πόσα μας δίδαξε το φιλί που τα ξεχάσαμε, θυμάσαι που το μοιράζαμε στα δύο, εσύ πάντα κρατούσες λιγάκι περισσότερο κι ύστερα έτριβες τα χέρια ικανοποιημένη, έλεγες πως είχαμε βρει τον αστάθμητο παράγοντα και ζυγιάζαμε την ζωή μας με τον έρωτα.
  Θυμάσαι που παλεύαμε μέσα σε μια κάμαρα με την ηδονή, καθώς μοιραζόμασταν το σώμα σου· έλεγες κράτα το όλο εσύ, δύσκολο να το πεις μα το έλεγες. Το φροντισμένο σου σώμα πόσο το πρόσεχα, μην σπάσει απ’ την ευαισθησία του, το ραγισμένο σου σώμα, γεμάτο από εικόνες που είχαν εισβάλει παλιά απ’ τα ανοιχτά σου μάτια κι αναζητούσε την δικαίωση.
  Προσπαθούσαν τα χέρια μου να σε βρουν, πόσο βαθιά είχες κρυφτεί μέσα στο σώμα σου, έσκαψα με το χάδι μέσα στο χώμα να σε βρω.
  Είχες τόσο φοβηθεί που κατάφερες να κρυφτείς μέσα στον κήπο σου. Μέσα στην ησυχία σου και πως δίψασες τόσο με τον καιρό που άνοιξες το καπάκι, που άνοιξες το στόμα να περάσει ξανά στα σωθικά σου ο κίνδυνος. Κέρδισε την εμπιστοσύνη σου ο κίνδυνος. Ήταν προτιμότερο απ’ το να μην εμπιστεύεσαι και να μην κινδυνεύεις.
  Ρίσκαρες τότε, θυμάσαι πως χορεύαμε στην κόψη του ξυραφιού. Απ’ όποια μεριά και να πέφταμε ουρανό είχε, πόσο είχαμε στερηθεί αυτόν τον ουρανό και τι δίψα! π' ακροβατούσαμε ο ένας στα λόγια του άλλου κι ανταμώναμε στο σημείο της στέρησης, ανίκανοι για περισσότερη ευθανασία.
  Εσύ ξανά ξεκίνησες να διαβάζεις ένα τριαντάφυλλο κι εγώ ένα μαχαίρι. Πως κόβουν τα τριαντάφυλλα, αυτό διάβαζες, κι εγώ πως σωπαίνουν τα μαχαίρια αν τα πνίξεις στο άρωμα.
  Τι αντάμωμα! Γεμάτο όλεθρο και συντριβή. Απ’ τη μία. Απ’ την άλλη γεμάτο ανάταση και σημασία. Κι η χαρά, η ομορφιά μας τυφλή, να κρούει στα τοιχώματα του στήθους μας. Πίσω απ’ τα μάτια μας δύο σαύρες και δύο θεοί να διαβάζουν τον πόθο τους. Ένα βιβλίο το σώμα σου, διάβαζα τα σημάδια του με τα σημάδια μου. 
  Μετά την παρθενία μας αποχτούμε μία δεύτερη γλώσσα, πόσο καλά την μάθαμε αυτήν την δεύτερη γλώσσα να την μιλούμε και να την διαβάζουμε.
  Πόση επιθυμία αντέχει ο άνθρωπος; Αυτό υπήρξε το κρίσιμο ερώτημα που δεν το απαντήσαμε ποτέ. Πόση προσμονή αντέχει. Αυτή η φράση υπήρξε η μάθησή μας. Όμως γιατί τα μαθαίνουμε όλα αυτά; Αφού το παρακάτω είναι εδώ.
  Θυμάμαι πως όλο το σώμα σου πονούσε κι είχες δυο χέρια μόνο να το προφυλάξεις, μα άφηνες την πλάτη σου πάντα ακάλυπτη κι από κει περνούσαν μέσα του οι εραστές.
  Θυμάσαι; που μία νύχτα μου ομολόγησες πως επίτηδες άφηνες την πλάτη σου ανοιχτή, μυστικά απ’ τον εαυτό σου.
  Θυμάσαι; που κι εγώ σου ομολόγησα, πως επίτηδες αφήνω την πλάτη μου ανοιχτή, μυστικά απ’ τον εαυτό μου. Γιατί, δεν έχουμε άλλη ελπίδα εξόν απ’ αυτήν αγαπημένη: Να περάσουν μέσα στον ναό μας κρυφά, να τον συλήσουν.      
  Γιατί και τα παραθύρια και τις πόρτες τα σφαλίσαμε κι έμεινε μέσα ο κλέφτης της ζωής μας. 


Δημοσίευση σχολίου

Η Μοίρα των Ζωγράφων

Υπάρχει μια μοίρα όταν γράφεις να στρέφεσαι προς τα μέσα είναι η μοίρα της απομόνωσης αν αντιστέκεσαι σ’ αυτή...