21 Απριλίου 2015

Ο Μαμμωνάς








 Παράξενη εποχή, αλλόκοτη, γεμάτη προβλήματα, όλη στον αέρα. Το ανικανοποίητο, η έλλειψη, η επιθυμία, ο πόθος, ο φόβος, όλα σέρνονται και τρυπώνουν τις νύχτες απ’ τις καμινάδες. Όχι, δεν είναι ο Άγιος Βασίλης, ένα ακόμα πρόβλημα είναι που ήρθε να προστεθεί στα προβλήματα, ένα ακόμα άγχος, λιγάκι στεναχώρια περισσότερη, πραγματική ή φανταστική.
 Βέβαια, κι ο άνθρωπος φταίει. Αν κρατούσε μόνο τη στεναχώρια του σήμερα… πόση να ήταν αυτή; Μα του εξαμήνου και βάλε… δεν την παλεύει. Στεναχωριέται, θα μου πεις, ο άνθρωπος από τώρα για του χρόνου; Μη σου πω και για του παραχρόνου. Αν θέλεις να στεναχωριέσαι μέχρι δεκαετίας το φτάνεις.  
 Ο Χριστός, είπε, φτάνουν τα προβλήματα της μίας μέρας για εκείνη, το αύριο θα θρέψει τον εαυτό του. Βέβαια, τότε δεν χρειάζονταν να έχεις οικονομίες, άλλωστε δεν υπήρχαν λογαριασμοί, μόνο ένας φοροεισπράκτορας έρχονταν και του έδινες λίγα απ’ τα ψάρια ή τα σιτηρά, έστω κι όλα να στα άρπαζε, πάλι μια χούφτα σου έμενε να φας.
 Μετά οι φοροεισπράκτορες πλήθυναν, γωνιά και φοροεισπράκτορας, τώρα αν δεν κάνεις το κουμάντο σου δεν βγαίνει ο μήνας, τώρα και να θες να είσαι σαν τα πετεινά του ουρανού, ο θεός της οικονομίας δεν σου το επιτρέπει. Άλλωστε σε ποιον αρκούν τώρα μια χούφτα σπόροι; Εδώ έχουν εκατό στρέμματα σιτηρά και δηλώνουν νηστικοί. Εδώ βγάζουν έναν τόνο ψάρια στην ψαριά και λένε πως έχουν έλλειψη φωσφόρου.
 Να ανησυχείς για το μέλλον έγινε πια αναπόφευκτο. Ακόμα κι αν μέλλον δεν υπάρχει. Τουλάχιστον μερικοί φρονούν να το περιορίσουν στο κοντινό, όσο δηλαδή στο θυμίζουν οι λογαριασμοί, λογαριασμός και μέλλον, έτσι πάει.
 Πολλά είπαν για το αύριο, πως κανείς δεν το ξέρει, πως είναι έτσι κι αλλιώς, είπαν οι σοφοί. Μα έχει κι αυτό το άτιμο μια σιγουριά σαν ελβετικό ρολόι. Καταρχήν ο φόβος σου ποτέ δεν αποτυγχάνει, είναι ένα σιγουράκι. Λαχείο; Θα μου πεις. Ναι, ακριβώς λαχείο αλλά απ’ την ανάποδη. Και τι να βάλουμε στην θέση του φόβου; Μήπως ελπίδα; Άλλη πόρνη αυτή. Φόβος κι ελπίδα είναι δίδυμα αδέρφια, και τα δύο απ’ τις ίδιες μητέρες, την απελπισία και την απόγνωση. Αν σηκώσεις μια πέτρα με ελπίδα βλέπεις απελπισία από κάτω. Αν σηκώσεις μια με αισιοδοξία βλέπεις μαύρη, κατάμαυρη απαισιοδοξία. Ο απαισιόδοξος είναι απλά ένας άνθρωπος με αυτογνωσία. Στην ωριμότητά τους οι περισσότεροι γίνονται απαισιόδοξοι. Οι απαισιόδοξοι είναι κοντύτερα στο παρόν τους.
 Το χρήμα κύριε, μεγάλη υπόθεση, τσαλαπατιούνται εκεί έξω για λίγο χρήμα. Βρίζουν τους άπληστους χρηματιστές, καταριούνται τον Μαμμωνά, λένε πως οι πλούσιοι θα πάνε όλοι στην Κόλαση. Tην επόμενη στιγμή φτιάχνουν ένα πλούσιο όνειρο και φθονούν τους πλουσίους. Μετά, για μία δεκάρα, φτιάχνουν την ίδια αμαρτία που οι άλλοι φτιάχνουν για ένα εκατομμύριο. Όμως επειδή είναι για μία δεκάρα, κοστίζει λιγότερη κόλαση. Αυτός είναι ο άνθρωπος κύριε.
 Το χρήμα, λένε, διαφθείρει τον άνθρωπο. Αν δεν υπάρχει άνθρωπος μέσα στον άνθρωπο κι η φτώχεια τον διαφθείρει. Το χρήμα, λένε, είναι κακό. Αν δεν υπάρχει καλοσύνη στον άνθρωπο κι η φτώχεια κακιά είναι. Το χρήμα, λένε, είναι σάπιο. Για τον σάπιο όλα είναι σάπια, το χρήμα απλά φέρνει την σαπίλα στην επιφάνεια.

 Παράξενοι καιροί κι αλλόκοτοι, τσακώνονται σε ένα υψηλό επίπεδο οι οικονομίες και μεταφέρουν τον καυγά στην γειτονιά, γεννάει η ανθρωπότητα έναν φόβο στις παρυφές της και φτάνει στο σπίτι σου, τον παίρνει ο άνθρωπος, δεν ξέρει πώς να τον διαχειρισθεί και τον αυξάνει, τον μεταφέρει σαν μέλισσα και κρεμούν όλα τα λουλούδια της άνοιξης τα πέταλά τους. Η μολυσμένη γύρη μεταφέρεται σαν ιός, απ’ τις τηλεοράσεις και τα κανάλια, κι εκείνος που θέλει να είναι σίγουρος για το αύριο… στην κακή την είδηση προσθέτει και λίγον τρόμο δικό του.

 Άμα δεν κατεβάσεις τις προσδοκίες σου ζωή στο σήμερα δεν έχει. Άμα δεν πεις, είμαι ευτυχισμένος στο τώρα με όσα έχω… ούτε στο αύριο θα το πεις, με όσα κι αν έχεις.
 Άμα δεν πεις εδώ είναι ο παράδεισος παράδεισο δεν βλέπεις. Ενώ άμα θέλεις κόλαση την έχεις. Κόλαση να θες και με το φτυάρι στην προσφέρουν. Αρκεί να την θέλεις, να σου είναι γνωστή, αρκεί να θέλεις λίγη κόλαση για την νύχτα σου και με το τσουβάλι μέσα στο σπίτι σου την αδειάζουν.
 Τι είναι τέχνη σήμερα; Να αποκρούεις την κόλαση. Να σταθείς φρουρός των Θερμοπυλών σου και να ελέγχεις ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει απ’ το στομάχι σου.




19 Απριλίου 2015

Συναισθηματικός Κύκλος









Πρέπει να περάσεις πολλές φορές από μέσα σου και να βγεις
να λειαίνεις τις τραχιές επιφάνειες
να κλείνεσαι και να ανοίγεσαι - σαν ακορντεόν·
κάθε φορά να σκοτώνεις κάτι,
κάτι άλλο να ανασταίνεις, πρέπει
να κάνεις τον κύκλο, συνεχώς κι αδιαλείπτως
να περνάς απ’ τα λημέρια τα παλιά
να χαιρετάς τα παιδιά και να φεύγεις
να ξεμακραίνεις, να ξεχνάς.
Να κατεβαίνεις τις νύχτες αθόρυβα
κι απ' τις συμπληγάδες σου να ξεγλιστράς
να τρυπώνεις στο συρτάρι σου,
να κάθεσαι εκεί, με τη σκόνη, με υπομονή να αγρυπνάς
να διαβάζεις παλιές εφημερίδες, σταυροπόδι
στο στομάχι σου, να μιλάς με τους γειτόνους,
τα ζωτικά σου όργανα, να χουχουλιάζεις τη φύση σου,
να την γυαλίζεις, να επιτρέπεις το μαύρο
να αναδύεται, και με την ανάσα σου να κατεβάζεις
μέσα απ’ το ασανσέρ των πνευμόνων σου…
καινούργιες ιδέες πάνω στις παλιές ξαπλώστρες.
Να κάνεις τον κύκλο αλλά να μην επαναλαμβάνεσαι
κάθε φορά να φέρνεις στην επιφάνεια
ένα απομεινάρι από δάκρυ
ή κάποιο ξέφτι τρωικού πολέμου
ή ένα πνιγμένο πουλί
ή δύο χείλη γυναικός
που έμειναν στον βυθό
από ένα παλιό φιλί.
Κάποιο άρωμα που
οι σκιές το έκρυψαν·
μέσα στην παλιά μέρα
να φυτεύεις μια νέα.
Να κάνεις τον κύκλο
να αφήνεις το νερό να σε σκεπάζει
να ζεις σαν ψάρι 
και το κεφάλι να βγάζεις
στον νέο σου κόσμο 

Πρέπει να κάνεις τον κύκλο -τον επώδυνο
να πλησιάζεις να πλησιάζεις
να λιγοστεύεις και να αυξάνεσαι
με το κέρδος της απωλείας.
Κοντά, κοντά, στην υπαρξιούλα σου
στην αληθειούλα σου,
κοντά στην ψυχούλα σου, 
να σιμώνεις τον καλό εαυτό σου. 



10 Απριλίου 2015

Θύμα & Θύτης Ιούδας






 "Λοιπόν Ιούδα, κατάλαβες τον ρόλο σου ή να στον εξηγήσω άλλη μια φορά;" είπε η συνείδησή του στον Ιούδα. 
 "Δεν έχω καταλάβει ακόμα γιατί προδίδω", απεφάνθη ο Ιούδας. 
 "Προδίδεις γιατί δεν πίστεψες ποτέ αρκετά στον εαυτό σου, γιατί σου είναι αδύνατον να πλάσεις αισθήματα που να μην τα προδώσεις. Προδίδεις γιατί δεν έχεις γαλήνη, γιατί ποθείς το χάος, γιατί έχεις μέσα σου ριζωμένη μια αμφιβολία, γιατί το να προδίδεις σε κάνει ξεχωριστό και έξυπνο, έτσι τουλάχιστον νιώθεις".
 "Μα το ξέρω, το ξέρω, το ξέρω, πως θα μετανοήσω, όμως μου είναι αδύνατον να μην το κάνω, τί, τί, τί είναι αυτό που με υποκινεί;"
 "Α, Ιούδα προδότη, πως θα μπορούσες να ζήσεις δίχως προδοσία, δίχως διαρκώς να αναιρείς την πίστη σου σε κάτι. Αυτό για σένα είναι κίνηση, θα μούχλιαζες αν δεν πρόδιδες και δεν κοίταζες καχύποπτα κάθε αθωότητα, Α Ιούδα, δεν πιστεύεις στην αθωότητα και σε τίποτα το αγνό, όμως παραδόξως, βαθύτερα από σένα πιστεύεις και τρέμεις μην πιστέψεις, γιατί τότε θα έπρεπε να παραδοθείς κι η παράδοση φτάνει ως τον θάνατο Ιούδα.
 Έτσι το προλαβαίνεις πάντα πριν συμβεί και το γυρίζεις να είναι σύμφωνο με το αίσθημα σου το προδομένο, σκαρφίζεσαι έναν λόγο και μια δικαιολογία και προδίδεις, τρέμεις την προδοσία Ιούδα για αυτό προδίδεις πρώτος· είσαι άνθρωπος προδομένος".

 "Ωιμέ. Δεν το θέλω, το κάνω απ’ τον εαυτό μου κρυφά, όμως κανείς δεν θα με καταλάβει, κανείς δεν θα βρεθεί εμένα να με συγχωρέσει. Στην περίπτωση του Ιησού, Εκείνος με κατάλαβε και μου επέτρεψε να δράσω, να εκφραστώ, με χρησιμοποίησε για να κλείσει τον κύκλο του, το ουράνιο σχέδιό του.
 Όμως και σε άλλες περιπτώσεις, λιγότερο σημαντικές, πάντα παίζω έναν ρόλο σωτήρα του παρασκηνίου, πάντα υποβοηθώ να αναδειχθεί το φως, είμαι ένας μοχλός, είμαι ο έναντι της ακεραιότητας, δίχως εμένα να προδίδω κανείς δεν θα είχε φτιάξει έναν εαυτό πλατύ και γεμάτο δόξα.
 Αν δεν πρόδιδα εγώ τον έρωτα κανείς δεν θα ξεσκέπαζε τον εαυτό του να του αποκαλυφθεί, κι όμως, γεύομαι όλο το μίσος και την περιφρόνηση, εγώ ο Ιούδας, ο σωτήρας απ’ την ανάποδη του ουρανού, εγώ που χρειάζομαι να μπαίνω στο ανθρώπινο ζύγι".

 "Αλήθεια Ιούδα, στην περίπτωση του Ιησού γιατί τον πρόδωσες με ένα φιλί; το έκανες από κάποια πρωτοτυπία; ή μήπως ήταν αυθόρμητο; πες μας Ιούδα, είχε η προδοσία σου αγάπη μέσα της; θαρρώ τον φίλησες για να τον υποτιμήσεις, σε ενόχλησε βαθιά θαρρώ η αγιοσύνη του, ήταν αβάσταχτη, δεν την άντεξες.
 Θαρρώ καθώς τον φιλούσες έλεγες με τον τρόπο σου: κοίτα με, δεν έχω καμιά κακία, δεν το κάνω από κακία, το κάνω περισσότερο από άγνοια και παιδική αφέλεια, δεν ξέρω τι κάνω και γιατί το κάνω, όμως το κάνω κατά πως η φύση μου ορίζει, και δεν ξέρω αν αισθάνομαι καλά για αυτό ή άσχημα, δεν ξέρω πως αισθάνομαι· άλλωστε αργότερα θα αυτοκτονήσω.
 Όμως το κάνω, γιατί αν δεν το κάνω είμαι καταδικασμένος σε κάτι που ούτε κι αυτό το καταλαβαίνω".

 "Α, Ιούδα, προδότη γλυκύτατε εσύ, που πάντα με μισάνοιχτο το στόμα κοιτάζεις κι απορείς γιατί το κάνεις. Όμως το κάνεις. Και δίχως να το χαίρεσαι, δίχως να το απολαμβάνεις, πάλι το κάνεις. Είσαι ένας ρόλος Ιούδα και μάλιστα εποικοδομητικός. Θα ήταν ευχής έργο να μην έχεις τύψεις. Μα έχεις τύψεις Ιούδα και καλά κάνεις που τις έχεις. Γιατί κι εσύ, θέλεις απ’ αυτόν τον ρόλο σου να βγεις".

 "Θέλησα με την προδοσία μου να κοροϊδέψω λιγάκι όσα έλεγε, να τα ελαφρύνω, ήταν οδυνηρό για μένα να ζω τόσο κοντά Του και να τον ακούω τόσο καθαρά, να βλέπω τα μάτια Του, υπήρξε δυσβάσταχτο, θέλησα να τον αναιρέσω και να τα ανατρέψω, λίγο πριν φτάσουν στην καρδιά μου και με κυριέψουν, γιατί μετά, καθαρά το καταλάβαινα, πως δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. 
 Αλλά κι έτσι, όπως συνέβησαν τα πράγματα, πάλι δεν υπήρχε δρόμος επιστροφής. Και μόνο να ζεις κοντά Του ήταν φορτίο αβάσταχτο, δεν μπορούσα να φύγω δεν μπορούσα να μείνω, δεν μπορούσα να τον δεχθώ δεν μπορούσα να τον απορρίψω, κι έτσι πρόδωσα. Συγχωρέστέ με. Εκείνος ξέρω πως με συγχώρεσε".






Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...