Η Ιστορία της Τ.







 Την Τ. όταν πήγαινα αργά τη νύχτα στο σπίτι της κάθονταν πάντα στο μισοσκόταδο, έκανα να ανάψω το φως και το απέκρουε με μια βίαιη κίνηση του χεριού της, «άσε, καλά είμαι», έλεγε. Προσπαθούσα να της μεταφέρω νέα απ’ τον κόσμο, έκλεινε τα αυτιά της, «δεν θέλω να ακούσω», έλεγε. Μα κι εκείνη η μανία της να αγκαλιάζει τη γάτα.
 Αγαπούσε υπερβολικά το σώμα της, την είχα πιάσει να το εξετάζει πολλές φορές προσεχτικά, τα λακκάκια, τις εσοχές του, τις καμπύλες του. Κάτι σαν πάντα να έλειπε, ανησυχούσε για αυτό.
 Άλλες φορές την έπιανε το παράπονο, «κάτι μου πήραν», μουρμούριζε στα αναφιλητά της. Δεν έμαθα ποτέ τι ήταν, κάτι απ’ τα νιάτα της σίγουρα, κάτι που κάπου ταίριαζε κι είχε μείνει ένα αγιάτρευτο κενό.
 Το γέμιζε κάθε νύχτα με έρωτα και λίγο αλκοόλ. Τα μάτια της λαμπύριζαν παράξενα στο σκοτάδι, σαν του αγριμιού. Είχε διαρκώς την αίσθηση πως κάποιος γύρευε να την υποτάξει, κανείς δεν το γύρευε μα δεν μπορούσες να της αφαιρέσεις την αίσθηση.
 Ήθελε να είναι ελεύθερη. Δεν ξέρω πως, δεν ξέρω γιατί, είχε βρει όμως έναν παράξενο τρόπο να είναι ελεύθερη, κι όλα αυτά δεν γίνονταν να της τα στερήσεις. Όσο για να διορθωθεί ούτε λόγος.
 Το περισσότερο που είχε καταφέρει ήταν να αισθάνεται διαρκώς κάποια ανεπάρκεια και κάποια έλλειψη, που της έφερνε όμως ένα αίσθημα προσμονής και την κρατούσε στη ζωή. Φοβόταν πως καθώς μεγάλωνε θα έχανε όλους τους λόγους που είχε να ζει. Και τους έχανε, παιδιά δεν είχε, μόνο μια γάτα.
 Με θύμωνε να τη βλέπω να έχει εγκαταλειφθεί. Εκείνη έλεγε πως είχε βρει τη σωτηρία. Πάντως το φιλί της ήταν το πιο βαθύ φιλί που μπορεί να έχει στόμα γυναίκας. Δεν ξέρω αν ερωτεύονταν, πάντως τον έρωτα τον ζούσε καθολικά, και λιγάκι παραπάνω θαρρώ. Σε κατασπάραζε από ειλικρίνεια, σου δίνονταν με τέτοιο τρόπο που η μισή περίσσευε. Κι όλο αυτό ήταν ένας αγιάτρευτος πόθος να ζήσει, να χορτάσει τη ζωή και την καρδιά της.
 Ο διάβολος είχε ριζώσει στο αίμα της. Τι αλλόκοτο πλάσμα, είχε όμως μια αθωότητα από εκείνες που σου δίνουν την εντύπωση πως είναι διαρκώς το άτομο έτοιμο για θάνατο, ενώ ζει και πεθαίνει ταυτόχρονα κάθε στιγμή με έναν τρόπο που δεν ξέρεις αν είναι επιλογή, απελπισία ή εκδίκηση.
 Πάντως, όλο αυτό που ήταν μπορούσε να το συμμαζέψει. Της έλεγα να βγούμε, να πάμε σε ένα ρεστοράν. Ντυνόταν υπέροχα, ούτε πρόστυχα ούτε μη πρόστυχα, στη μέση. Είχε γούστο, τα χέρια της ήταν λεπτά και μεγάλα, τα δάχτυλά της περιποιημένα και μακριά γεμάτα δαχτυλίδια. Αρχόντισσα γεμάτη περηφάνια. Της άρεσε η επίδειξη, κάπνιζε με πίπα.
 Μου κλωτσούσε τα πόδια με νόημα κάτω απ’ το τραπέζι. Σχολίαζε τους συνδαιτυμόνες στο ρεστοράν, κάτι γέρους, κάτι γριές ξοφλημένες, κάτι ζευγάρια ετοιμόρροπα που τα λεφτά πια δεν τα διασκέδαζαν. Δεν ξέρω γιατί ένιωθα πως πάντα μέσα της έκλαιγε, τόσο το ένιωθα που μερικές φορές έκανα να σκουπίσω τα μάτια της.
 Φαντάσου όμως. Όλη αυτή την εξωτερική πορνεία - γιατί πορνεία ήταν - την είχε αφήσει ανέγγιχτη, εκείνη την είχε για αξιοπρέπεια. Όποιος τολμούσε να την θίξει θα τον μαχαίρωνε, έστω με το βλέμμα.
 Κάτι, κάτι υπήρχε μέσα της που δεν το κατάλαβα ποτέ, σαν να την είχε βλάψει η ανθρωπότητα ανεπανόρθωτα και δεν της το συγχωρούσε. Ήταν κατά βάθος αναρχική αλλά δεν μοιράζονταν τις ιδέες της. Άλλωστε κι εγώ πίστευα πως: {...} και ποιος δεν είναι κατά βάθος αναρχικός?
 Προσπαθούσα να την καταλάβω. Υπήρχαν στιγμές που δεν μπορούσες να πας κοντά της, δεν το επέτρεπε, πονούσε. Το γνώριζα. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα.
 Ήταν μια θλιμμένη γυναίκα. Δεν ξέρω τι μέσα της έφταιγε, ούτε την παιδική της ηλικία, σπάνια μιλούσε για αυτά. Μια νύχτα τη ρώτησα γιατί με επέλεξε. Είσαι, είσαι. Τίποτα. Δεν απάντησε. Έκλαψε. Δεν την ξαναρώτησα.
  Ήξερα πως ένα πρωί θα σηκωθώ και δεν θα την βρω εκεί. Πράγματι, ένα πρωί σηκώθηκα κι είχε φύγει. Δεν απόρησα, ούτε την αναζήτησα, μόνο που καμιά φορά τη σκέφτομαι και τη νοσταλγώ. Υπήρξα ερωτευμένος μαζί της. Δεν της το είπα ποτέ. Δεν ήθελε να μιλούμε για αυτά.
 Τώρα, μετά από καιρό, πιστεύω πως ήταν ένα υπέροχο πλάσμα, τόσο υπέροχο που ο κόσμος δεν το άντεξε, το τσάκισε, το συνέτριψε, προσπάθησε να το αφανίσει για να μην του θυμίζει το όμορφό του πρόσωπο. Τώρα πιστεύω πως ήταν απλά μια μικρή ιστορία σαν του Χριστού, ένα κορίτσι πήρε πάνω του τις αμαρτίες του κόσμου. 




Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία