26 Σεπτεμβρίου 2015

Το Ταξίδι



  




 Ο Νικόλας έφτιαχνε τη βάρκα στην αυλή, την επιδιόρθωνε, την είχε κληρονομήσει απ’ τον πατέρα του, εκείνος απ’ τον δικό του, είχε ραγίσματα. Ο Νικόλας ονειρεύονταν ένα ταξίδι, θα τους φόρτωνε όλους τους πεθαμένους πάνω της και θα τους ταξίδευε.
 Κόσμος περνούσε απ’ το δρόμο πολύς. Μερικοί γελούσαν μαζί του. Το παλιό αυτό σκαρί δεν έμοιαζε να έχει ζωηρή προδιάθεση για μακρινά ταξίδια, σκέφτονταν θα σκοτωθεί αν επιχειρούσε να ανοιχθεί στο πέλαγος, με ένα τέτοιο φαγωμένο σκαρί. Όμως ο Νικόλας δούλευε, μέρα νύχτα δούλευε με επιμονή και υπομονή, μπάλωνε, έραβε το πανί.

 Μια μέρα την κατέβασε στην ακροθαλασσιά για τις τελευταίες λεπτομέρειες, κάτι παιδιά μόνο τον ακολουθούσαν κρυφά, από περιέργεια, μόνο αυτά σαν να ένιωθαν τη λαχτάρα του για τα μακρινά ταξίδια, οι υπόλοιποι είχαν από καιρό πάψει να πιστεύουν. Και δεν συμπαθούσαν τον Νικόλα, γιατί τους θύμιζε κάτι που είχαν πασχίσει καιρό να ξεχάσουν: πως υπάρχουν ταξίδια.

 Σκέφτονταν πως ματαιοπονούσε και πως μόλις έριχνε τη βάρκα στη θάλασσα κι ανοίγονταν λιγάκι… εκείνη θα μπατάριζε, θα έπαιρνε νερά κι ο Νικόλας θα πνίγονταν. Θα έδειχναν τότε λιγάκι λυπημένοι, λιγάκι θλιμμένοι, όμως μέσα τους θα ήταν χαρούμενοι γιατί θα είχαν δικαιωθεί. Δεν υπήρχαν αυτά τα πράγματα που σκέφτονταν, θα έπρεπε να το πάρει απόφαση σαν εκείνους και να εγκαταλείψει τα σχέδια και τα όνειρα για ταξίδια.

 Όμως ο Νικόλας διάβαζε τις σκέψεις τους και πείσμωνε περισσότερο, χρωστούσε στον εαυτό του ένα μακρινό ταξίδι, το χρωστούσε στη ζωή του, όλα τα άλλα δεν είχαν καμιά σημασία. Απόψεις υπήρχαν και για τη μία περίπτωση και για την άλλη, ήταν όμως μόνο απόψεις, αυτό που είχε σημασία ήταν το ταξίδι και τίποτα άλλο, δεν επέτρεπε τίποτα να του αποσπάσει την προσοχή απ’ αυτό.

 Ο καιρός ήταν ενάντια, ο κόσμος ενάντια, όλα, όλοι φώναζαν πως έκανε λάθος, όμως εκείνος είχε έναν σύμμαχο, τον εαυτό του και κανείς δεν καταλάβαινε πόσο μεγάλη σημασία είχε αυτό το ταξίδι για εκείνον. Για εκείνους είχαν σημασία τα δικά τους πράγματα και για εκείνον τα δικά του. Ενώ μερικά απ’ τα δικά τους, που εκείνοι τα είχαν ψηλά στην εκτίμησή τους, εκείνος τα είχε βάλει στην τελευταία θέση.

 Για αυτόν ακριβώς το λόγο ήταν κάπως παράξενος και μοναχικός, όχι για κάτι άλλο αλλά επειδή είχε δικές του αξίες. Εκεί που έριχνε τις τελευταίες πινελιές στη βάρκα άκουσε πίσω του μια φωνή: εγώ σε πιστεύω. Τον άγγιξε βαθιά. Γύρισε κι είδε μια γυναίκα, την Πηνελόπη, τον κοιτούσε με ζεστό βλέμμα κι ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα, κανείς ποτέ δεν είχε πιστέψει σε αυτόν κι ήταν μελωδία να ακούς κάτι τέτοιο απ’ τα χείλη της.

 Ο Νικόλας αντέδρασε. Ήταν πολύ να πιστεύει κάποιος σ’ αυτόν, έφερνε ευθύνη. Όμως εκείνη τον κοίταζε σταθερά και δεν έμοιαζε να αστειεύεται. «Θέλω να έρθω μαζί σου», του είπε. Ο Νικόλας ταράχτηκε, αυτή ήταν μια διαφορετική περίπτωση, αλλιώτικη με όσα είχε ως τώρα σκεφτεί. Να ταξιδέψει μόνος του, με ευθύνη μόνο του εαυτού του, ήταν απλό. Μα να πάρει την ευθύνη της απαιτούσε μια άλλη βεβαιότητα πρωτίστως για τον εαυτό του, θα έπρεπε να ήταν διπλά σίγουρος.

 Από τη μία τον στήριζε η θέση της, έφτιαχνε τη θέση του διπλή, την ενίσχυε, από την άλλη του έφερνε μια μικρή ζάλη που τον έκανε να αναθεωρήσει όλες τις ως τώρα σκέψεις του και να καταλάβει πως ως τώρα ποτέ δεν ήταν αρκετά σίγουρος για τις αποφάσεις του. Μέχρι που εκείνη του είπε: πιστεύω σε σένα.

 Το επόμενο λεπτό η στιγμή έγινε κρίσιμη, τώρα έπρεπε να προχωρήσει λίγο βαθύτερα στις αποφάσεις του ή να πετάξει τον εαυτό του στα βράχια. Σκέφτηκε λιγάκι κι είπε: Ωραία λοιπόν, αφού το θέλεις έλα, όμως έρχεσαι με δική σου ευθύνη. Μετά δάγκωσε τη γλώσσα του και την κοίταξε ικετευτικά. Δεν έπρεπε να το πει αυτό. Φυσικά κι η πίστη της ήταν δική της ευθύνη.

 Κανείς δεν είπε τίποτα για δύο λεπτά, μιλούσαν μόνο τα μάτια. «Αύριο ξεκινούμε», είπε χαμηλόφωνα και μετανιωμένος που είχε προφέρει απερίσκεπτα εκείνη τη βαριά κουβέντα. Εκείνη όμως την προσπέρασε, τον κοίταξε τρυφερά και με ενθουσιασμό στα μάτια αλλά και με χτυποκάρδι.

 Ονειρεύονταν κι εκείνη ένα ταξίδι κι έδωσε μάχη με τον εαυτό της για να τον πλησιάσει. Όμως πως τον καταλάβαινε! Όσο κανείς άλλος, η καρδιά της φώλιαζε στην καρδιά του κι οι σκέψεις της συγχωνεύονταν με τις σκέψεις του όπως το νερό αφομοιώνει το νερό.

 Την επόμενη μέρα ήταν από νωρίς εκεί και πίσω τους στον λόφο μαζεμένοι όλοι οι κάτοικοι του χωριού που τους άφηναν πίσω τους. Η Πηνελόπη τους έριξε μια ματιά εγκάρδια και τους χαιρέτισε. Κανείς δεν ανταποκρίθηκε κι αυτό την πλήγωσε λιγάκι. Όμως εκείνη τη στιγμή σημασία είχε το σκαρί, ο Νικόλας κι η θάλασσα. Κάθισε στην κουπαστή κι έριξε τα πόδια της στο νερό, ήταν δροσερό και καθαρό, την αναζωογόνησε.

 Ο Νικόλας έσπρωξε τη βάρκα μακριά απ’ τα ρηχά και στη συνέχεια ανέβηκε· έπιασε τα κουπιά κι άρχισε να κωπηλατεί με δύναμη κι όρεξη· απομακρύνονταν ολοένα και περισσότερο ως που άνοιξε το πανί. Κοίταξε την ακτή που ξεθώριαζε καθώς απομακρύνονταν και μετά έριξε το βλέμμα του στο άγνωστο πέλαγος· μέτρησε την καρδιά του: υπήρχε ένας φόβος όμως ήταν ανάμικτος με ενθουσιασμό, ελπίδα κι εμπιστοσύνη, ένα φόβος που το μόνο που κατάφερνε  ήταν να ενισχύει περισσότερο τη δύναμη κι αποφασιστικότητά του.

 Μετά έριξε το βλέμμα του σε εκείνη. Πόσο τυχερός ήταν! Είχε έρθει την κατάλληλη ώρα κι είχε πάρει τη θέση της μέσα σε ένα κενό που κρατούσε καιρό ακριβώς για εκείνη. Τώρα η καρδιά του, το σώμα κι η σκέψη του, είχαν γίνει μια συμπαγή ενέργεια. Όλα ήταν ένα κι εκείνος μαζί της. Κάτω απ’ αυτήν την προοπτική όλος ο ορίζοντας γίνονταν μια ορθάνοιχτη αγκαλιά υποδοχής.

 Έριξε το βλέμμα για μια τελευταία φορά πίσω του κι είδε μερικά λευκά μαντήλια να ανεμίζουν στην ακτή, μάντεψε ανάμεσά τους και μερικά δάκρυα.
Ήταν ελάχιστοι οι άνθρωποι που ονειρεύονταν ζωηρά κι αληθινά σ' εκείνα τα μέρη, ελάχιστοι αυτοί που τολμούσαν, οι περισσότεροι ήθελαν, κάτι ήθελαν και συνέχιζαν ως τα βαθιά τους γεράματα να το θέλουν.

 Όμως τί τυχερός που είχε σταθεί να την έχει μαζί του. Μα τί τυχερός! Προσπαθούσε να το πιστέψει πως ήταν εκεί. Ως που πήγε και την άγγιξε. «Είσαι αληθινή», της είπε.
Εκείνη του χαμογέλασε.

20 Σεπτεμβρίου 2015

Ψήφος από Έρωτα







Τι θα ψηφίσεις; τον ρώτησα.
Ψήφισα από συμφέρον φορές τρις, απάντησε
από συμπάθια δύο
από ελπίδα τέσσερις
κάμποσες από αλλαγή
κι από εκδίκηση.
Ψήφισα και στην τύχη
έριξα την ψήφο και στο βρόντο
την έδωσα και στους τυφλούς
την έδωσα και στους κωφούς
την έδωσα στους υποσχόμενους
και στους μη υποσχόμενους
και μετά από τόση ποικιλία
κατάλαβα πως σταθερά ψήφιζα
ανεβοκατέβαζα στις ίδιες καρέκλες
άλλα άδεια σώματα.
Τώρα ψήφισα από ιδέα την ομορφιά
μια υποψήφια με αέρα
όχι από κόμμα αλλά απ’ το βάδισμά της
την είδα μια μέρα να περπατά
και με έπεισε με το λίκνισμά της
πως έχει δίκιο.
Το άρωμά της ψήφισα
κάποια ταχυπαλμία που ένιωσα
μια θέρμη κάτω από το δέρμα
μια έξαψη κι ένα όραμα μικρό που είδα
μιας νύχτας που περάσαμε μαζί
χωρίς εκείνη να το ξέρει.
Την ψήφισα γιατί τη θέλω
γιατί έχει μάτια που σε παίρνουν μακριά
για εκείνα τα δύο εκατοστά μόνο
που ανεβάζει πιο ψηλά τη φούστα απ’ το γόνατο
κι επειδή τα στήθη της είναι θαρραλέα
και ξεμυτίζουν περήφανα απ’ το μπούστο της.
Μου έκλεψε την ψήφο, ναι, το ομολογώ
όμως κρυφά μέσα μου την έριξα χαλάλι
δε μετρώ αν την άξιζε ή αν δεν την άξιζε
άκουσα την καρδιά μου
γιατί η πολιτική για μένα χρειάζεται κάποια φινέτσα
λιγάκι στυλ.
Την ψήφισα γιατί είμαι ιδεολόγος
γιατί αν κάτι με έσωσε στην ζωή
είναι αυτός ο έρωτας
αυτή η απόκλιση που πάντα παίρνω
απ’ τις ορθές αποφάσεις.
Έχω ένα άλλο σωστό.

13 Σεπτεμβρίου 2015

Παράλληλος Κόσμος






Στην αρχή ονειρεύεσαι
νομίζεις πως είναι σωστό να ονειρεύεσαι
κι είναι σωστό επειδή είναι σε εκείνη τη διάρκεια.
Στην αρχή ελπίζεις
νομίζεις πως είναι σωστό να ελπίζεις
κι είναι σωστό σε εκείνη τη διάρκεια.
Στην αρχή φοβάσαι
νομίζεις πως είναι σωστό να φοβάσαι
κι είναι σωστό.
Όλοι γύρω σου ονειρεύονται, ελπίζουν και φοβούνται
οι καταστάσεις όλες συνηγορούν
είναι αυτή μια αλήθεια κι ένα δίκιο με μεγάλη πειθώ
μόνο επειδή είναι έτσι μέσα κι έξω
και κάτι άλλο δεν υπάρχει.
Μπορεί να φτάνει ως τα αυτιά σου κάτι διαφορετικό - σαν απόηχος
πως υπάρχει, που ενώ ένας το ζει άλλος το ονειρεύεται
που ενώ ένας το γεύεται άλλος το ελπίζει
που ενώ ένας το κατακτά άλλος το φοβάται.
Είναι ο κόσμος παράλληλος
το κενό χωρισμένο σε φέτες
όπως είναι και το φεγγάρι κι ο ήλιος
όπως είναι κι ο χρόνος χωρισμένος σε διάρκειες.
Μα αν προχωράς περνάς απ’ τη μια διάρκεια στην άλλη
η ελπίδα, το όνειρο κι ο φόβος εξασθενούν
έρχεσαι παράλληλος με άλλη πραγματικότητα
καθώς μέσα σου κάτι νέο γεννιέται και κάτι παλιό πεθαίνει διαρκώς
ενώ εσύ πρέπει το ένα να το επιτρέπεις να πεθάνει
το άλλο να το επιτρέπεις να γεννηθεί.
Οι καταστάσεις αλλάζουν - από σένα παρακμάζουν κι ευδοκιμούν
συναντάς πράγματα που δεν έχουν ελπίδα, φόβο κι όνειρο
ενώ θεωρούσες φυσικό να έχουν
τα πουλιά, τα ψάρια και τα δέντρα
κάτι δικό σου.
Είσαι εσύ που χρωματίζεις τον κόσμο
είναι όλα εσύ όπως είσαι
ο φόβος, η ελπίδα σου και το όνειρό σου
είναι μέσα σου κι έξω
τα συναντάς σε όλη σου τη διάρκεια
τα βλέπεις σε καταστάσεις και πρόσωπα
είναι αυτό μια αλήθεια παράλληλη.
Μα μέσα στον κόσμο υπάρχει ένας άλλος κόσμος
κι ένας άλλος μέσα στον άλλον και συνεχίζουν επ΄αόριστο
καθώς εξελίσσεσαι το βλέπεις καθαρά
αφήνεις πίσω σου μια κατάσταση να ξεθωριάζει
περνάς σε άλλη και καθώς κάτι ατονεί μέσα σου
χάνεται κι απ’ τη ζωή.
Το θεωρείς πάντα φυσικό να είναι έτσι όπως είναι
επειδή είναι πάντα έτσι όπως είσαι.
Κι υπάρχει σ’ αυτόν τον συμπαγή παραλληλισμό μια σχισμή
όπου είναι μια πιθανότητα και μια εκδοχή να μην είναι έτσι
απ’ αυτή τη σχισμή φτάνει σε σένα το καινούργιο
γιατί ποτέ δεν είναι έτσι όπως είναι
και γιατί πάντα έτσι είναι προσωρινά
γιατί πάντα έτσι είναι και δεν είναι
είναι η προσωρινή αλήθεια σου
αλήθεια των πάντων και ρευστή.
Ακολουθείς την εκδοχή να μην είναι έτσι – όταν είναι δυσάρεστα
την εκδοχή να είναι έτσι – όταν είναι ευχάριστα.

Όταν είσαι έτοιμος για κάτι άλλο το βλέπεις
το συναντάς πάντα. Ενώ υπάρχει κι όταν δεν είσαι έτοιμος,
μα δίχως εσένα έτοιμο δεν σε φτάνει.
Παραλληλίζεσαι με αυτό, ευθυγραμμίζεσαι
ετοιμάσου για κάτι άλλο – σε περιμένουν τόσα αόρατα
να σε δουν.
Πίστεψε κάτι άλλο και θα γίνει παρόν
δες κάτι άλλο κι εκείνο θα υπάρξει
εφόσον υπάρχει μα δεν το βλέπεις.

«Όποιος κοιτάζει προς τα μέσα ξυπνά
όποιος κοιτάζει προς τα έξω ονειρεύεται»,
είπε ένας ποιητής που ξεχνώ το όνομά του.




06 Σεπτεμβρίου 2015

Δρόμος






Θα πρέπει κανείς να προχωρά
έχουμε να διανύσουμε χιλιάδες χιλιόμετρα δρόμου
θα πρέπει να ξεχνά, να αφήνει πίσω του, να αφήνει
εκτός κι αν δεν χρειάζεται
μα σχεδόν πάντα χρειάζεται.

Θα πρέπει κανείς να προσπερνά
υπάρχουν πολλά εμπόδια
που η δουλειά τους είναι να σε γυμνάζουν
να είσαι καλός στους ελιγμούς
να έχεις τον έλεγχο της σημασίας
αλλιώς χάθηκες.

Θα πρέπει κανείς να συγχωρά
όλη μέρα να συγχωρά
απ’ το πρωί ως το βράδυ
τίποτα να μην κρατά
όλα να τα ρίχνει στο πηγάδι
των προσευχών και των ευχών.

Θα πρέπει κανείς απεριόριστες νύχτες
να καθίσει να φτιάξει μια ιδανική
καθαρή εικόνα του εαυτού του
να την ξεκαθαρίσει μέσα απ’ τις άλγεβρες
να την τραβήξει μέσα απ’ τις χημείες
να τη βρει μέσα στις αχυρώνες
να μείνει σ’ αυτήν προσηλωμένος
ως το τέλος εις τους αιώνας των αιώνων
ενώ γύρω του θα γίνεται ένα πανδαιμόνιο
αντιπερισπασμού, παραισθήσεων
αμφιβολιών και πειρασμών
Αυτός να μείνει πιστός ως το τέλος
στην αγάπη του για κάτι
κι όλες τις ευκαιρίες της παρέκκλισης
να τις μετατρέψει σε ευκαιρίες
μιας ευθείας.

Θα πρέπει κανείς ατέλειωτες νύχτες
να καθίσει και να αφαιρέσει απ’ το τοπίο
ένα ένα όλα τα αγκάθια απ’ τα λουλούδια.



Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...