Το Ταξίδι



  




 Ο Νικόλας έφτιαχνε τη βάρκα στην αυλή, την επιδιόρθωνε, την είχε κληρονομήσει απ’ τον πατέρα του, εκείνος απ’ τον δικό του, είχε ραγίσματα. Ο Νικόλας ονειρεύονταν ένα ταξίδι, θα τους φόρτωνε όλους τους πεθαμένους πάνω της και θα τους ταξίδευε.
 Κόσμος περνούσε απ’ το δρόμο πολύς. Μερικοί γελούσαν μαζί του. Το παλιό αυτό σκαρί δεν έμοιαζε να έχει ζωηρή προδιάθεση για μακρινά ταξίδια, σκέφτονταν θα σκοτωθεί αν επιχειρούσε να ανοιχθεί στο πέλαγος, με ένα τέτοιο φαγωμένο σκαρί. Όμως ο Νικόλας δούλευε, μέρα νύχτα δούλευε με επιμονή και υπομονή, μπάλωνε, έραβε το πανί.

 Μια μέρα την κατέβασε στην ακροθαλασσιά για τις τελευταίες λεπτομέρειες, κάτι παιδιά μόνο τον ακολουθούσαν κρυφά, από περιέργεια, μόνο αυτά σαν να ένιωθαν τη λαχτάρα του για τα μακρινά ταξίδια, οι υπόλοιποι είχαν από καιρό πάψει να πιστεύουν. Και δεν συμπαθούσαν τον Νικόλα, γιατί τους θύμιζε κάτι που είχαν πασχίσει καιρό να ξεχάσουν: πως υπάρχουν ταξίδια.

 Σκέφτονταν πως ματαιοπονούσε και πως μόλις έριχνε τη βάρκα στη θάλασσα κι ανοίγονταν λιγάκι… εκείνη θα μπατάριζε, θα έπαιρνε νερά κι ο Νικόλας θα πνίγονταν. Θα έδειχναν τότε λιγάκι λυπημένοι, λιγάκι θλιμμένοι, όμως μέσα τους θα ήταν χαρούμενοι γιατί θα είχαν δικαιωθεί. Δεν υπήρχαν αυτά τα πράγματα που σκέφτονταν, θα έπρεπε να το πάρει απόφαση σαν εκείνους και να εγκαταλείψει τα σχέδια και τα όνειρα για ταξίδια.

 Όμως ο Νικόλας διάβαζε τις σκέψεις τους και πείσμωνε περισσότερο, χρωστούσε στον εαυτό του ένα μακρινό ταξίδι, το χρωστούσε στη ζωή του, όλα τα άλλα δεν είχαν καμιά σημασία. Απόψεις υπήρχαν και για τη μία περίπτωση και για την άλλη, ήταν όμως μόνο απόψεις, αυτό που είχε σημασία ήταν το ταξίδι και τίποτα άλλο, δεν επέτρεπε τίποτα να του αποσπάσει την προσοχή απ’ αυτό.

 Ο καιρός ήταν ενάντια, ο κόσμος ενάντια, όλα, όλοι φώναζαν πως έκανε λάθος, όμως εκείνος είχε έναν σύμμαχο, τον εαυτό του και κανείς δεν καταλάβαινε πόσο μεγάλη σημασία είχε αυτό το ταξίδι για εκείνον. Για εκείνους είχαν σημασία τα δικά τους πράγματα και για εκείνον τα δικά του. Ενώ μερικά απ’ τα δικά τους, που εκείνοι τα είχαν ψηλά στην εκτίμησή τους, εκείνος τα είχε βάλει στην τελευταία θέση.

 Για αυτόν ακριβώς το λόγο ήταν κάπως παράξενος και μοναχικός, όχι για κάτι άλλο αλλά επειδή είχε δικές του αξίες. Εκεί που έριχνε τις τελευταίες πινελιές στη βάρκα άκουσε πίσω του μια φωνή: εγώ σε πιστεύω. Τον άγγιξε βαθιά. Γύρισε κι είδε μια γυναίκα, την Πηνελόπη, τον κοιτούσε με ζεστό βλέμμα κι ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα, κανείς ποτέ δεν είχε πιστέψει σε αυτόν κι ήταν μελωδία να ακούς κάτι τέτοιο απ’ τα χείλη της.

 Ο Νικόλας αντέδρασε. Ήταν πολύ να πιστεύει κάποιος σ’ αυτόν, έφερνε ευθύνη. Όμως εκείνη τον κοίταζε σταθερά και δεν έμοιαζε να αστειεύεται. «Θέλω να έρθω μαζί σου», του είπε. Ο Νικόλας ταράχτηκε, αυτή ήταν μια διαφορετική περίπτωση, αλλιώτικη με όσα είχε ως τώρα σκεφτεί. Να ταξιδέψει μόνος του, με ευθύνη μόνο του εαυτού του, ήταν απλό. Μα να πάρει την ευθύνη της απαιτούσε μια άλλη βεβαιότητα πρωτίστως για τον εαυτό του, θα έπρεπε να ήταν διπλά σίγουρος.

 Από τη μία τον στήριζε η θέση της, έφτιαχνε τη θέση του διπλή, την ενίσχυε, από την άλλη του έφερνε μια μικρή ζάλη που τον έκανε να αναθεωρήσει όλες τις ως τώρα σκέψεις του και να καταλάβει πως ως τώρα ποτέ δεν ήταν αρκετά σίγουρος για τις αποφάσεις του. Μέχρι που εκείνη του είπε: πιστεύω σε σένα.

 Το επόμενο λεπτό η στιγμή έγινε κρίσιμη, τώρα έπρεπε να προχωρήσει λίγο βαθύτερα στις αποφάσεις του ή να πετάξει τον εαυτό του στα βράχια. Σκέφτηκε λιγάκι κι είπε: Ωραία λοιπόν, αφού το θέλεις έλα, όμως έρχεσαι με δική σου ευθύνη. Μετά δάγκωσε τη γλώσσα του και την κοίταξε ικετευτικά. Δεν έπρεπε να το πει αυτό. Φυσικά κι η πίστη της ήταν δική της ευθύνη.

 Κανείς δεν είπε τίποτα για δύο λεπτά, μιλούσαν μόνο τα μάτια. «Αύριο ξεκινούμε», είπε χαμηλόφωνα και μετανιωμένος που είχε προφέρει απερίσκεπτα εκείνη τη βαριά κουβέντα. Εκείνη όμως την προσπέρασε, τον κοίταξε τρυφερά και με ενθουσιασμό στα μάτια αλλά και με χτυποκάρδι.

 Ονειρεύονταν κι εκείνη ένα ταξίδι κι έδωσε μάχη με τον εαυτό της για να τον πλησιάσει. Όμως πως τον καταλάβαινε! Όσο κανείς άλλος, η καρδιά της φώλιαζε στην καρδιά του κι οι σκέψεις της συγχωνεύονταν με τις σκέψεις του όπως το νερό αφομοιώνει το νερό.

 Την επόμενη μέρα ήταν από νωρίς εκεί και πίσω τους στον λόφο μαζεμένοι όλοι οι κάτοικοι του χωριού που τους άφηναν πίσω τους. Η Πηνελόπη τους έριξε μια ματιά εγκάρδια και τους χαιρέτισε. Κανείς δεν ανταποκρίθηκε κι αυτό την πλήγωσε λιγάκι. Όμως εκείνη τη στιγμή σημασία είχε το σκαρί, ο Νικόλας κι η θάλασσα. Κάθισε στην κουπαστή κι έριξε τα πόδια της στο νερό, ήταν δροσερό και καθαρό, την αναζωογόνησε.

 Ο Νικόλας έσπρωξε τη βάρκα μακριά απ’ τα ρηχά και στη συνέχεια ανέβηκε· έπιασε τα κουπιά κι άρχισε να κωπηλατεί με δύναμη κι όρεξη· απομακρύνονταν ολοένα και περισσότερο ως που άνοιξε το πανί. Κοίταξε την ακτή που ξεθώριαζε καθώς απομακρύνονταν και μετά έριξε το βλέμμα του στο άγνωστο πέλαγος· μέτρησε την καρδιά του: υπήρχε ένας φόβος όμως ήταν ανάμικτος με ενθουσιασμό, ελπίδα κι εμπιστοσύνη, ένα φόβος που το μόνο που κατάφερνε  ήταν να ενισχύει περισσότερο τη δύναμη κι αποφασιστικότητά του.

 Μετά έριξε το βλέμμα του σε εκείνη. Πόσο τυχερός ήταν! Είχε έρθει την κατάλληλη ώρα κι είχε πάρει τη θέση της μέσα σε ένα κενό που κρατούσε καιρό ακριβώς για εκείνη. Τώρα η καρδιά του, το σώμα κι η σκέψη του, είχαν γίνει μια συμπαγή ενέργεια. Όλα ήταν ένα κι εκείνος μαζί της. Κάτω απ’ αυτήν την προοπτική όλος ο ορίζοντας γίνονταν μια ορθάνοιχτη αγκαλιά υποδοχής.

 Έριξε το βλέμμα για μια τελευταία φορά πίσω του κι είδε μερικά λευκά μαντήλια να ανεμίζουν στην ακτή, μάντεψε ανάμεσά τους και μερικά δάκρυα.
Ήταν ελάχιστοι οι άνθρωποι που ονειρεύονταν ζωηρά κι αληθινά σ' εκείνα τα μέρη, ελάχιστοι αυτοί που τολμούσαν, οι περισσότεροι ήθελαν, κάτι ήθελαν και συνέχιζαν ως τα βαθιά τους γεράματα να το θέλουν.

 Όμως τί τυχερός που είχε σταθεί να την έχει μαζί του. Μα τί τυχερός! Προσπαθούσε να το πιστέψει πως ήταν εκεί. Ως που πήγε και την άγγιξε. «Είσαι αληθινή», της είπε.
Εκείνη του χαμογέλασε.
Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία