23 Φεβρουαρίου 2016

Η Γυναίκα που δεν μπορούσε να το πει








Δεν μπορούσε να εκφράσει αυτό που ένιωθε
και το λύγιζε με τις καμπύλες της
και τη λύγιζε με το βάρος του
έβλεπες τον άνεμο στα μαλλιά της
κι έλεγες έχει αέρα.
Σκορπούσε το άρωμα μιας περιπέτειας
αναζητούσε έναν ζωγράφο
να τη ζωγραφίσει όπως είναι
- μαζί με τον καημό της κι όχι χώρια απ' το παράπονό της -
να μην είναι χωριστή απ’ τη νύχτα της
επειδή ο καιρός της την έφερε όλη στο σώμα
μα δεν ήθελε να χάσει τα μάτια της.

Πέρασε μια γυναίκα κι είχε στα στήθια της
ένα καράβι λέξεις·
παρακαλούσε έναν να βρει
να τις μιλήσει όλες
επειδή όλες τις ανείπωτες λέξεις τις φυλακίζει το σώμα
και τις παραλαμβάνει μετά ο έρωτας
και τις μοιράζει σε δεκάδες αχ
ή σ' έναν μακρόσυρτο αναστεναγμό
και γυρίζει ξανά το μυστήριο στο μυστήριο
που είναι πάντα ένα νοητό τέλος
η προέκταση ενός φιλιού·
κι ύστερα λες γι’ αυτό υπάρχουν οι εραστές
για να ισορροπούν αυτή την αδικία.
Πέρασε μια γυναίκα που όποτε γύρευε να μιλήσει
έφτανε στα χείλη της ένα δεν είμαι εγώ.

Πέρασε μια γυναίκα που δεν μπορούσε να το πει
και θα έλεγες πως επένδυε τη ζωή της στον έρωτα
μα δεν υπήρχε τίποτα τ’ ομορφότερο
κι υποκλίθηκα.

Ήταν μια γυναίκα που σου έλεγε
πως δεν υπήρχε για αυτήν άλλη λύση της
μια γυναίκα πρόβλημα για δυνατούς λύτες
κι ο θάνατος ήταν στην ιστορία ανάμεσα.

Ήταν μια γυναίκα που δεν μπορούσε να το πει
μα τ’ ομολογούσε διαρκώς με χίλιους τρόπους
και της έγραψα αυτό το ποίημα
χωρίς μάλιστα αφιέρωση.

Ίσως στο άγαλμά της κάποτε γράψουμε:
"η γυναίκα που δεν μπορούσε να το πει
μα τ’ ομολογούσε διαρκώς με χίλιους τρόπους"
και βάλουμε κει κοντά
τα χέρια του εραστή της
μα όχι αυτά από πέτρα·
και δούμε ίσως το άγαλμα ν' ανοίγει
να ευωδιάζει και να βγάζει φτερά και μεγάλη ψυχή.

Σ' έναν περίπατό μου όλα αυτά
σ' έναν κήπο με αγάλματα
και μικρά σιντριβάνια
σαν μάτια που έκλαιγαν.










18 Φεβρουαρίου 2016

Νεφέλη η Ρομαντική






 Η Νεφέλη ένιωθε ένα ρίγος. Όχι, λάθος, το σβήνω, δεν είναι τρόπος αυτός να ξεκινάς μια ιστορία.
 Ένιωθε ένα ρίγος, τι θα πει αυτό? Το ρίγος χρειάζεται δύο.

 Η αλήθεια είναι πως τη Νεφέλη δεν την ένοιαζε το ρίγος της, δεν ήταν διόλου ένα κορίτσι απ’ αυτά που πιάνονται αιχμάλωτα απ’ τους πόθους τους και παραβλέπουν τη συμπεριφορά των συντρόφων τους σε σημεία. Αντίθετα ήταν μια ώριμη και κατασταλαγμένη γυναίκα που είχε φτιάξει τον "ανόητο κύκλο" της κι είχε μάθει αρκετά απ’ αυτόν. Επιπλέον ήταν μια γυναίκα κουρασμένη κι αρκετά αηδιασμένη, όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά επειδή σκέφτονταν και καταλάβαινε, αυτό την έκανε να είναι κάπως μπερδεμένη με την εποχή της. Θα την έλεγες απροσάρμοστη, αν διέφερε.

 Τελευταία, αλήθεια είναι, πως δεν ήξερε τι ήθελε γύρω από την ερωτική ζωή της και περίμενε μέχρι να το μάθει. Όχι, δεν σκόπευε να "κλείσει" ερωτικά, ήταν νέα και το σώμα της γεμάτο συνθήματα. Όμως κάτι περίμενε, κάτι, κι είχε φτάσει να γίνει σαν εκείνες τις παλιές μελαγχολικές γυναίκες, τις γεμάτες νοσταλγία και της ατέλειωτης προσμονής, που περίμεναν χρόνους στα παραθύρια τον καλό τους, τον εκλεκτό της καρδιάς τους, το παλικάρι τους να φτάσει καβάλα στο άλογο, κι είχε γλυκαθεί τόσο απ’ την καρδιά της με αυτήν την κατάσταση, που άρχισε να διαβάζει Σαίξπηρ. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον πίστευε.

 Όταν διάβαζε Σαίξπηρ, ένιωθε την καρδιά της ν' ανοίγει διάπλατα και τα μηνίγγια της να χτυπούν από έναν τρομαχτικό ρομαντισμό που την έλκυε σαν μαγνήτης. Και σαν να μην έφτανε ούτε αυτό, άρχισε να σκέφτεται το θάνατο· να βεβαιώνεται ολοένα και περισσότερο, πως τελικά μια μέρα θα πεθάνει, πως δεν ήταν μόνο μια πιθανότητα.

 Την κυρίεψε περισσότερη μελαγχολία και η περισσότερη μελαγχολία έφερε περισσότερο ρομαντισμό. Τις νύχτες, καθόταν πια στο παραθύρι της και συχνά έκλαιγε, αυτή, που στην εταιρία που δούλευε -  μια εταιρία με κομπιούτερ - της είχαν κολλήσει το παρατσούκλι η σιδηρά δεσποινίδα.

 Κι όχι μόνο κατέφευγε έτσι σαν τρέλα στον ρομαντισμό για να γλιτώσει απ΄την εποχή της, αλλά έβλεπε κι έξω απ’ το σπίτι της ένα δάσος, ενώ ήταν πάρκο. Και συχνά τ’ αυτοκίνητα άλογα και τα λεωφορεία άμαξες κι αναστέναζε κι ίδρωνε το σώμα της, κι έβγαζε απ’ τους πόρους του μυρωμένο πόθο. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κάθε φορά που ένιωθε με κάποιο φόβο πως ξεφεύγει και τρελαίνεται… αντί να τη σταματήσει ο φόβος τον πάλευε και τον ξεπερνούσε, γύρευε απόλυτα να παραδοθεί σε μια άλλη εποχή που δεν υπήρχε.

 Η Νεφέλη όμως, δεν αισθάνονταν καλά με τη διπλή και διχασμένη ζωή της που τη στεναχωρούσε κι αποφάσισε να μεταφέρει το ρομαντισμό της και στον έξω κόσμο, στη δουλειά της. Άρχισε να ντύνεται παράξενα και με ρούχα εποχής, ενώ στόλιζε συχνά τα μαλλιά της με λουλούδια και μέσα σε αυτήν την κατάσταση, σε μερικούς μήνες, άγγιξε ένα αίσθημα ελευθερίας, που μαζί με το αίσθημα του εφήμερου που έφερνε η σκέψη του θανάτου, έφτιαχναν ένα ανάλαφρο κράμα τόσο βαθύ που σχεδόν ήταν ευτυχισμένη.

 Οι συνάδελφοί της - που συχνά ήταν κατσούφηδες και δύστροποι - απόρησαν με αυτή την αλλαγή της, με την ανοιχτή της καρδιά και δεν γνώριζαν πώς να το ερμηνεύσουν. Όμως η Νεφέλη έλαμπε και ξεκίνησαν τις υποθέσεις. Είπαν διάφορα για αυτήν κι όλα με κάποια κρυφή ζήλια. Όμως υπερίσχυσε η γνώμη πως ήταν ελαφριά και κάπως λοξή. Πως ήταν απλώς αδύναμη και δεν είχε αντέξει την όλη κατάσταση κι είχε διαφύγει στον μαγικό της, παραμυθένιο κόσμο. Με λίγα λόγια κατέληξαν πως ήταν στα πρώτα στάδια της τρέλας κι ηρέμησαν. Μα κάτι, κάτι μέσα τους ακόμα τους έτρωγε. Ενώ εκείνη, γελούσε, πολύ γελούσε μέσα της κι όλα αυτά τα καταλάβαινε. Όμως της άρεσε, υπερβολικά της άρεσε κι έπαιζε με την όλη κατάσταση.

 Μια νύχτα, οι συνάδελφοι της είπαν να της κάνουν πλάκα και σκάρωσαν μια μικρή καντάδα κάτω απ’ το μπαλκόνι της μεταμφιεσμένοι με κάτι καπέλα και μουστάκια. Η Νεφέλη βγήκε στο μπαλκόνι και πήρε πολύ στα σοβαρά την όλη κατάσταση, την καταχάρηκε, την κατασυγκίνησε, την πήρε απόλυτα αληθινά κι έκλαψε από βαθιά συγκίνηση. Εκείνοι δυσαρεστήθηκαν, δεν καταλάβαιναν πια τίποτα. Θέλησαν λιγάκι να την κοροϊδέψουν, ίσως να την πληγώσουν, να την πειράξουν, μα εκείνη είχε δεχθεί ένα τεράστιο δώρο και τους ευγνωμονούσε μέσα απ’ την καρδιά της με δακρυσμένα μάτια. Σηκώθηκαν κι έφυγαν όπως είχαν έρθει και λιγάκι βρίζοντας. Η Νεφέλη λυπήθηκε εκείνη τη νύχτα.

 Η Νεφέλη έλαμπε ολοένα και περισσότερο καθώς εξέφραζε όλο και περισσότερο τον κρυμμένο ρομαντισμό της και την όμορφη καρδιά της. Ενώ, οι συνάδελφοί της, άρχισαν πράγματι ν’ ανησυχούν, επειδή τους είχε αφοπλίσει κι εφόσον δεν είχαν πια τρόπο να την πειράξουν, να την ενοχλήσουν, έστω να την δυσαρεστήσουν, ώστε να συνεχίσουν να έχουν δίκιο που ήταν ολημερίς κατσούφηδες, γκρινιάρηδες και μες στα νεύρα τους… εφόσον κι η κατάσταση αυτή τη συμπεριφορά ευνοούσε… άρχισαν ν' αμφιβάλουν για τον εαυτό τους. Κι έτσι δεν είχαν άλλη διέξοδο πλην εκείνης να τη μιμηθούν.

 Πρώτα ξεκίνησαν οι γυναίκες, χτενίζοντας τα μαλλιά τους σαν τα δικά της, όχι όμως τόσο παρόμοια, ώστε να μην υπάρχει μια υπόνοια πως είχαν δικό τους γούστο, ενώ φορούσαν πάντα, σχεδόν, ίδια φουστάνια μ' έμφαση στο σχεδόν. Το αποτέλεσμα ήταν σε έξη μήνες να πηγαίνει πολύ καλύτερα η εταιρία στις δουλειές της κι η Νεφέλη να πάρει προαγωγή κι αύξηση.

 Τον άλλο χρόνο όμως παραιτήθηκε κι έφυγε κι έφτιαξε δικιά της θρησκεία. Όχι καμιά μεγάλη, κάπου εκατό άτομα εγγράφηκαν αρχικά ως μέλη και περισσότερο οργάνωναν εκδρομές, ταξίδια, περιπάτους και συζητήσεις με πνευματικό περιεχόμενο.

 Αυτό που είχε καταφέρει η Νεφέλη ήταν να ξετρυπώσει κάμποσους ρομαντικούς απ’ εκείνη την πόλη, κι ανάμεσά τους επέλεξε τον πιο ταιριαστό της, έναν που αγαπούσε τον Σαίξπηρ κι έφτιαξε μαζί του μια ρομαντική σχέση.

 Με τον καιρό η Νεφέλη έγινε μόδα και στην ιστορία έμεινε ως η γυναίκα που άλλαξε την εποχή της. Ελάχιστοι είχαν αντιληφθεί πως ήταν μεγαλοφυΐα. 












15 Φεβρουαρίου 2016

Έλξη








Ο χαμηλός φωτισμός ενός καλόγουστου μπαρ
στο πατάρι - λίγο το δεύτερο ουίσκι
δυο μάτια φλογισμένα στο ημίφως
χέρια αμήχανα να πλέκουν τα δάχτυλα
λέξεις χωρίς προφορά
διάθεση να σου έρχεται να μιλήσεις σαν
η απόρροια μιας μοναξιάς που καταστρέφεται
εμπειρίες ν’ αναπηδούν στο τραπέζι
σαν μπαλάκια του πινγκ πονγκ
συγκρατημένη πρόκληση
που όσο τη συγκρατεί πιο πρόκληση
συμμαζεμένος έρωτας - ένα σώμα που θέλει να πει
σώμα που αν ανοίξει αν - κατακλυσμός επίγειος
πίσω από δύο μαύρα μάτια να γυρίζει ένας κύκλος ανίχνευσης
ένας κυκλώνας να βρει την πόρτα - εσύ να ψάχνεις την κατάλληλη λέξη
να ελευθερώσει. Αλίμονο! γυρίζει πίσω όλο αυτό από μια μόνο λάθος λέξη.

Κάτι να ξεχυθεί μπροστά. Διστακτικό. Βλέπει. Υπολογίζει.
Μετρά. Αγρίμι είναι.
Διαβάζει το εντός σύνθημα, τον κώδικα
διψά για το πλησίον, ν' αφεθεί, μα σε χέρια τίνος.

Πόθος ολόγυρα κυκλώνει το μπαρ
στάζουν οι τοίχοι ιδρώτα
αρχαίες πέτρες αναδιπλώνονται και ξαναχτίζουν Παρθενώνα 
είναι δεν είναι η συγκυρία τώρα.
Ταιριάζουν δεν ταιριάζουν τα τι. Οι πόθοι πάντα ταιριάζουν
μα ταλανίζουν τα υπόλοιπα·
τα χείλη της έχουν μια θερμοκρασία
που μ’ αυτήν ανάβω το τσιγάρο μου από απόσταση.
Θέλω ν' αρχίσω να τη φιλώ και να τελειώσω γέρος.

Είναι ένα θηλυκό που μου αφαιρεί μπροστά απ’ τα μάτια μου
μια ολόκληρη, πλατιά και παραλληλόγραμμη τζαμαρία του μπαρ
σχεδόν δεν βλέπω έξω, έχει εξαφανιστεί μια οδός σαν την Τσιμισκή
μαζί με τα πεζοδρόμια και τους διαβάτες της·
τα μόνα ρολά στην υπόθεση είναι τ' ανοιχτά της μάτια
θέλω να τα κλείσει και να χαθεί
και να είμαι εγώ ο υπαίτιος.

Το σχήμα της, οι καμπύλες, δεν εφαρμόζουν στη λογική μου
είναι στρόγγυλη, η λογική μου τετράγωνη
διαρκώς μου διαφεύγει - χάνω τη σκέψη μου
δεν έχω πια ευθύνη, είμαι καταλογισμού μειωμένου
πήρε την ευθύνη μου το άρωμά της
μυρίζω το σώμα της και χάνω σε μυαλό
τη θέλω μα όχι απ’ το λόγο, απ΄το ένστικτο.

Τη θαυμάζω, που μπορεί να είναι τόσο για μένα
χωρίς τίποτα, μόνο να είναι, επειδή έτσι
χωρίς προσπάθεια. Κι όσο χωρίς προσπάθεια είναι
τόσο περισσότερο έτσι. Επειδή αν το προσπαθήσει να είναι
το χάνει απ’ την προσπάθεια, επειδή το καταλαβαίνω
πως το προσπάθησε. Μα δεν το προσπαθεί
κι άλλο τόσο γίνεται.

Μ’ αρέσει χωρίς εξήγηση κι αυτό είναι πολύ
μα αν προσπαθήσω να το εξηγήσω
χάνω λιγάκι απ’ το μ' αρέσει
για αυτό το αφήνω να μ' αρέσει
χωρίς να το εξηγώ
κι όσο ανεξήγητο το αφήνω μ' αρέσει περισσότερο
και δεν ξέρω αν αυτό έχει τέλος.

Από κάτι κινήσεις, από κάτι αγέρηδες
από κάτι που τάχα στο πάτωμα της έπεσε
ή επειδή κουράστηκε το ένα σταυροπόδι της·
η μετακίνησή της από πόδι σε πόδι
έχω την εντύπωση πως κράτησε χρόνια.

Επειδή μ’ αρέσει σε πολλά σημεία αποπροσανατολίζομαι
είναι το ετούτο και το εκείνο της
δεν τα προλαβαίνω, χρειάζομαι έναν κατάλογο.
Κι ακόμα δεν την έχω γδύσει. Φαντάσου.












14 Φεβρουαρίου 2016

Αγκάθι από Άρωμα







 Αγαπημένη, τώρα που θα 'ρθει η άνοιξη σου έχω στρώσει έναν δρόμο σαν χαλί, μαζί να τον περπατήσουμε. Μαθαίνω πως απόκτησες αγανάχτηση κι αναζητάς κουράγιο. Μην τους επιτρέπεις να σε αγανακτούν και προπαντός να στέκεις λιγάκι στην άκρη των γεγονότων, ακόμα κι αυτών που άμεσα σε αφορούν, για να έχεις την πλήρη θέα τους, όπως στις κηδείες.

 Άφηνε τα βασανιστικά πράγματα απλώς να πεθαίνουν, αυτός είναι ο προορισμός τους. Άφησέ τον να υπάρχει αυτόν τον κόσμο, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα γι' αυτό, μα μην πηγαίνεις πολύ κοντά του, γιατί σε απορροφά και χάνεις τον ωραίο εαυτό σου, που τόσο μ’ αρέσει να τον βλέπω να μην υποφέρει άδικα.

 Θα χάσει πολύς κόσμος κι αυτή την Άνοιξη από λάθος υπολογισμό κι απ΄τη σιωπή των χελιδονιών στ' αυτιά τους. Λόγο λανθασμένης γλώσσας. Γι' αυτό σου λέω πήγαινε εσύ κοντά στην εποχή· ο καιρός είναι άλλο πράγμα. Τον καιρό τον φτιάχνουν οι άνθρωποι με τις προσδοκίες, τις επιθυμίες και τα συμφέροντά τους, ενώ την εποχή δεν μπορούν ακόμα να την αγγίξουν. Μείνε κοντά στο αγνό, δέξου και δεήσου τη βροχή και τη σιωπή, όταν κρατάς ένα χέρι μην επιτρέπεις τίποτα ανάμεσα, αλλά και γενικότερα μην επιτρέπεις τίποτα ανάμεσα σ’ εσένα κι εσένα να πέφτει.

 Είναι δικιά μας η υπόθεση να παραμείνουμε ή να χαθούμε, πρόσεχε σου λέω τη διαίρεση, είναι άλλο πράγμα να μοιραστείς κι άλλο να σκορπίσεις. Όταν μοιράζεσαι γίνεσαι χίλιοι, όταν σκορπίζεσαι δεν σου μένει τίποτα για σένα. Άσε αγαπημένη το βάρος σου που σ’ εξαναγκάζει σε αποφάσεις χωρίς περιεχόμενο κι ό,τι θέλεις να μοιραστείς απάλλαξέ το απ΄ την ανάγκη σου.
 Μην το κάνεις επειδή πρέπει ούτε επειδή θέλεις, ας απλώς φύγει και μην σε μέλει το αποτέλεσμα.

 Σκέφτονται πολύ οι άνθρωποι, προσέχουν πολύ γι' αυτό πάντα χάνουν. Προσέχουν μη χάσουν και παίρνει ο χαμός όλη τη σημασία τους. Ρίχνουν διαρκώς το νου τους στο λάθος και δεν γίνεται να το αποφύγουν. Στο λέω, με περίσσια επιμέλεια φροντίζουν εκείνο που τους πληγώνει και τους πονά. Στο λέω, χωρίς το βάσανό τους λεπτό δεν θα ζούσαν, επειδή χωρίς το βάσανο ανοίγει ένας απέραντος άγνωστος κόσμος που δεν τον αντέχουν. Στο λέω, σ΄ αυτό οφείλεται η συντήρηση της δυστυχίας: στο ότι αν την εξαφανίσει κάποιος απομένει μόνος και γυμνός κάτω απ' τ' αστέρια, κι είναι πολύ αυτό ακόμα για έναν άνθρωπο, ακόμα και γενναίο.

 Στο λέω, έχει η ύπαρξη αγκάθι καλά κρυμμένο που το 'χει συνηθίσει ο άνθρωπος και δεν νοιάζεται να το βγάλει. Στο λέω, με τη φλυαρία δεν βγαίνει, το δοκίμασα. Στο λέω, πως μόνο έν' αγκάθι κρύβει μα φανερώνει χιλιάδες παραλλαγές κι ανάρμοστες συμπεριφορές, ένα μόνο αγκάθι κι όλη η κοσμική φασαρία κι ο θόρυβός της, έν' αγκάθι στη ρίζα τους είναι.
 Στο λέω, χωρίς το αγκάθι θ' άνοιγαν όλα τα μάτια και τα τοπία με μιας σε μια διάφανη αποκάλυψη, και θα χοροπηδούσαν ανάσκελα στο πέλαγος όλες οι καρδιές.

 Μα στο λέω, πως το μοίρασμα στο βάθος του έχει πολύ σκουριά ακόμα, και μοιράζονται ακόμα οι άνθρωποι κάτι μόνο λοξές και πλάγιες απάτες της καρδιάς τους. Στο λέω, πως όταν σε δω θα σε φιλήσω ευθύς στα χείλη και στο μέτωπο και το φιλί μου θα παραμείνει εκεί για εκατό χρόνια. Στο λέω, πως τις νύχτες θα σου καίει τα χείλη και το μέτωπο και δεν θα μπορείς να το βγάλεις. Στο λέω, πως εκεί που φιλούμε σημαδεύουμε για πάντα, μα να μην λείπει απ’ το φιλί μας η αλήθεια.

 Στο λέω, πως απ’ τα φιλιά μας λείπει σήμερα η αλήθεια κι αυτό μόνο είναι που τα κάνει εφήμερα, κι απ’ αυτό μόνο καταλαβαίνεις την πλάνη του κόσμου που ζει, επειδή ζει πάντα σ' ένα περιβάλλον μ' εφήμερα φιλιά. Στο λέω, πως η ζωή τους δεν έχει διάρκεια και πως μόνο η άλλη μας ζωή, εκείνη που 'χει τη ζωντανή φλόγα στο βάθος της, είναι σε όλο της το μήκος και το πλάτος της διάρκεια.
 Στο λέω, καθαγίασε το χρόνο σου και τη ζωή σου, σώσε την απ’ τα μικρά φιλιά τα δανεισμένα, στο λέω, μπορείς να πάρεις στα χέρια σου μια σφραγίδα και να σφραγίσεις το πεπρωμένο. 
 Μα στάσου λιγάκι μόνο στην άκρη του θορύβου κι αφουγκράσου την ωραία σιωπή και θα δεις μ' έναν άλλο τρόπο, και θα δεις μ' έναν άλλο τρόπο τον ίδιο άνθρωπο και διαφορετικά θα τον ακούσεις, επειδή όλοι οι άνθρωποι έχουν μουσικότητα κάτω απ’ την κραυγή τους.
 Φτάσε στην μουσικότητά σου και θ' ακούσεις του κάθε ανθρώπου τη μουσικότητα, πέρνα κάτω απ’ το καλό και το κακό και φτάσε στων πραγμάτων το χρώμα. Τα πράγματα απ’ το χρώμα τους ξεχωρίζουν και διαφέρουν, δεν έχουν άλλο μέτρο. 
 Μα πρώτα άφησε όλο το μαύρο απ’ την καρδιά σου να διαλυθεί και σαν μαύρο πουλί μακριά σου να πετάξει.
 Στο λέω, βυθίσου στον γαλάζιο εαυτό σου, ένα μαύρο σύννεφο μόνο μας σκεπάζει, τα μάτια μας και τον κόσμο. Μα υπάρχει ήλιος πεσμένος μέσα μας, ακλόνητος, βαθύς, ισχυρός.

  Μα υπάρχει ηλιοβασίλεμα μέσα μας, στο λέω, οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν στη δύση τους, άσχετα ηλικίας. Μα στο λέω, ένα γύρισμα υπόθεση είναι η ανατολή, μα να πηγαίνεις με τη στροφή της γης κι όχι αντίθετα. Στο λέω, οι περισσότεροι άνθρωποι πάνε με τη γη αντίθετα, με την τροχιά της αντίθετα και με την ψυχή τους κόντρα. 
 Μα στο λέω, οι ίδιοι επιμελώς σκεπάζουν τον ήλιο τους με μικρές χούφτες χώμα, τον θάβουν. Μα στο λέω, πως ολάκερος ο πόνος της ανθρωπότητας είναι ο σκεπασμένος ήλιος ενός μόνο ανθρώπου. Στο λέω, μείνε λιγάκι μόνη σου στο σκοτάδι να δεις πως τρίζει ο ήλιος σου τις σιδερένιες πύλες

 Μα στο λέω, μαθαίνω απ΄τους φίλους μου τα πουλιά, πως είσαι έτοιμη να καλπάσεις και φτιάχνεις τις νύχτες έν' άλογο.  Μα στο λέω, και πολύ το θέλω, και διαρκώς το σκέφτομαι, να με πάρεις μαζί σου. Κι επιλέγω ένα ένα τα λόγια μου και μία μία τις λέξεις για να με αναγνωρίσεις, πως είμαι εγώ ο συνεπιβάτης σου. 








10 Φεβρουαρίου 2016

Η Κατασκευή μιας Αλήθειας






Τι ήθελε από μικρή να κάνει?
Τώρα πια σχεδόν δεν ξεχώριζε
μα κάποιες νύχτες την έπιανε μια αναίτια λύπη
που εκείνη γύρευε να τη νιώσει μα δεν το ήθελε αυτή.
Ίσως ήταν καλύτερα έτσι - ίσως σίγουρα
να μένουν ωραία τα πράγματα σκεπασμένα
στο βάθος. Και να ξύνεις κάποια νύχτα με τα νύχια
λιγάκι την επιφάνεια.
"Τι ωφελεί? τώρα είναι αργά", έλεγε. 
Μ’ ακόμα κι αυτή η φράση έπαιρνε μια αναίρεση.
Όμως από κάπου έπρεπε να ξεκινήσει κανείς
και χρειάζονταν μια αρχή. Μια αρχή όμως για ποιο πράγμα?
Κι αν ήταν έτσι θα έπρεπε να υπάρξει ένα τέλος.

Μα τόση ματαίωση, τόσοι συμβιβασμοί, τόσα πράγματα μισοαρχινισμένα
και μισοτελειωμένα. Που σχεδόν έχει χαθεί η βάση.
Που πατάς? που πάντα πατάς? λένε στην αλήθεια σου.
Στην αλήθεια σου λοιπόν πατάς? είναι αυτό αλήθεια?
και μετά τι κάνεις?
Μετά ξεκινάς.

 Την αλήθεια, αχ, πως κατασκευάζει κανείς μια αλήθεια?
γιατί δεν υπάρχει μέσα μας μια έτοιμη, κι αν υπάρχει γιατί χάνεται?
νύχτες ολάκερες προσπαθούσε να φτιάξει μι’ αλήθεια.
Μι’ αλήθεια συμμαχική, σαν φίλη που θα την στήριζε.
Μα όσες φορές κατάφερε να πατήσει σε μια
λιγάκι γλίστρησε δεξιά κι αριστερά κι έπεσε πάλι στο ψέμα και την πλάνη.
Μετά ξανά να σηκωθεί, και με τα χέρια της απ’ την αρχή
να φτιάξει μι’ αλήθεια. Σαν ένα πλεκτό που το έπλεκε.

Όποτε κατάφερνε ν’ αποσώσει μία κανείς δεν την αναγνώριζε
ήταν μια δική της αλήθεια· δύσκολο να τη μοιραστεί.
Τη γύριζε ξανά πίσω, τη νόθευε λιγάκι, να γίνει δεκτή, αποδεκτή
τη στόλιζε, της χτένιζε τα μαλλιά, της έβαφε τα χείλη
σαν μια κούκλα. Μα είναι μια κούκλα αληθινή?

Κάτι, κάτι στο βάθος πικρό είχε η αλήθεια της.
Κι ήταν από τόσο γλυκό κρασί φτιαγμένη η ίδια
που διαρκώς να το νοθεύει για να έχει κόσμο στο τραπέζι της
δεν ήθελε. Μα πως να την πιεις ανέρωτη μια τέτοια απόλαυση
χωρίς να σε στραβοκοιτάξει. Και πως να δεχθεί, πως να δεχθεί
να νερώνει την ψυχή της. 
Αχ.

Ο καιρός περνούσε κι όλα φανέρωναν πως χρειάζονταν μια δεύτερη ζωή.
Μια ζωή από τα μικράτα της ως την ωριμότητά της δεν έβγαινε πέρα μονοκοπανιά - αν και είχε αρκετά διαλείμματα. Για ξεκούραση και για καυγάδες με την εσάρπα της. Κάποια νύχτα ένιωθε όλη τη ζωή της να της πλακώνει το στήθος, σαν μια ταφόπλακα. Κι ανέμιζε μόνο απ’ τις σχισμές του μαρμάρου μια ανάσταση.
Κάθισε εκεί, μέσα στο μνήμα φτιάχνοντας μιαν αλήθεια και περιμένοντας να γυρίσει ο καιρός.
Επειδή ο καιρός γυρίζει από κάτω, με τέτοια δύναμη κι ορμή που δεν τον σταματάς. Σε συνεπαίρνει, σε παίρνει και σε σηκώνει, ούτε το μυαλό ούτε τις σκέψεις σου λογαριάζει ο καιρός. Ο καιρός σε γδύνει. Αργά ζυμώνεται άνεμος θρασύς και σαν είναι έτοιμο το θηρίο του, γυρίζει το βλέμμα σου στον ήλιο κι έρχεσαι εσύ από πάνω κι η νύχτα σου από κάτω.

 Μα έφτιαχνε τις νύχτες μια αλήθεια, τη γάζωνε, τη δούλευε στον αργαλειό. Μια κουρελού ήταν, την έφτιαχνε χρυσή κουρελού. Τα χέρια της μάτωναν, δεκάδες βελόνες χρησιμοποιούσε, δούλευε προπαντός τη λεπτομέρειά της. Το γείσο της, μέσα στο μάτι το χρώμα.  Σ’ αυτή την αλήθεια ξοδεύτηκε, κι όταν ήρθαν τα πρώτα χιόνια στα μαλλιά της φάνηκαν τα δεύτερα νιάτα της. Κι εμφανίστηκε στη μορφή της αρχικά ένα αχνό χαμόγελο, μα είχε μια πυγμή σιδερένια. Άρχισαν να φωτίζονται τα μάτια της με τέτοιο τρόπο που δεν γερνούσε και την κυρίεψε ένα περιστέρι.

 Μα έφτιαχνε τις νύχτες διψασμένη μια αλήθεια, χαϊδεύοντας, γελώντας και ξεγελώντας λιγάκι το θάνατο. Μα γύρευε σ’ αυτή τη ζωή το πλεκτό της να μπορέσει να το τελειώσει.







08 Φεβρουαρίου 2016

Έτσι την Ήθελε τη Ζωή της





Έτσι την ήθελε τη ζωή της:
Ένα μικρό σπίτι, να 'χει και λίγη εξοχή
ένα παράθυρο μπροστά της κι ένα στο πλάι
για όταν λοξοκοιτά·
να μην έχει στο βάθος αδιέξοδο.

Τις νύχτες ένα πολύφωτο κρεμασμένο απ’ το ταβάνι
στη θέση του μέλλοντος - όσο βλέπει να είναι φως.
Τα λόγια που εκφέρει να σέρνουν έξω σιωπή
τα λόγια που αποσιωπά να τα γράφει
ό,τι υπόλοιπο μένει δάκρυ
αρκεί να μην πηγαίνει χαμένο
στ’ όνομα κάποιου αγαπημένου
που το άξιζε. Για να μην έχει την αίσθηση
πως πληρώνει.

Έναν σκύλο με ανθρώπινο όνομα - κάποιον Αμερικάνο Τζάκ
μια γάτα με όνομα σκύλου - κάποια Γαλλίδα Ίρμα
μια φίλη σε σχήμα λουλουδιού - κάποια μοσχοβολιά απ’ έξω
μια σκεπή από άνεμο να την παίρνει
ένα πάτωμα από θάλασσα που να μην βουλιάζει
για να μην ολισθαίνει
κι όσο πέφτει να συμβαίνει σε αιώρηση·
να μπορεί να ισορροπεί πάνω στα δεύτερά της τακούνια
κι όταν κινδυνεύει να πέσει να κρατιέται
από ένα περαστικό σύννεφο
να μην έχει από κάτω μαύρο
κι ούτε στη θέση της σκέψης καρφιά
τα κάδρα στη μνήμη της να είναι χαμογελαστά
κι όσα δεν είναι να χάνουν από μέσα τους το πρόσωπο.

Και μια κουρτίνα διάφανη στη θέση των τοίχων
να είναι μια εποχή χειμώνας καλοκαίρι 
για προστασία ένα δελφίνι άγρυπνο στα μάτια
και μια εγρήγορση από δημιουργία
αντί για φόβο έξαρση
αντί για πάθη λησμονιά
και τον πόθο της να τον κρατάει εκείνος στα χέρια του
που αγαπάει το σώμα της σε όλο του το βάθος
να της γυρίζει πίσω βαθιές ανάσες
με το γαλάζιο τους ως ένα τέρμα νοητό.

Έτσι την ήθελε τη ζωή της
και μια γιρλάντα στο μέτωπο για να την αναγνωρίζουν.

Υπήρξα μάρτυρας μιας ομολογίας. 
Απ’ την κουβέντα μας συμπέρανα
πως γύρευε να πεθάνει
σε μια στιγμή ευτυχίας.
Ίσως τη μόνη της ζωής της.

Υποκλίθηκα κι έφυγα.


06 Φεβρουαρίου 2016

Λάθος Κόσμος



Πολλά τριαντάφυλλα περνούν απόψε μπροστά απ΄τα μάτια μου
σαν στρατιώτες που κάπου πηγαίνουν κι αφήνουν 
πίσω το άρωμά τους.
Λευκά κρίνα και μερικές σταγόνες αίματος προχωρούν.
Μυρουδιές του χθες. Δεν γνώριζα πως το παρελθόν έχει μυρουδιά
τα παιδικά μας χρόνια έχουν μια μυρουδιά ξεχωριστή
τα παιδικά μας χρόνια πάντα παραμένουν μια εικόνα
μες τις εικόνες τονισμένη.
Τα παιδικά μας χρόνια και το λιβάδι τους
και το χρώμα που δεν σβήνει κι επιμένει
κι ο ορίζοντας ο κυρτός που έρχεται από κάτω.
Πάντα στ' όνειρο μια χωριάτικη σκάλα
ουρανός γαλάζιος, ήλιος λαμπερός και πλατιά διάθεση.
Η μυρουδιά της βροχής στο χώμα και το σκασιαρχείο
μια ερωτική δασκάλα με την δαντέλα την πρόστυχη στο μπούτι
και το πρώτο ξημέρωμα σ' έναν κόσμο που ποτέ
δεν υποψιάζεσαι τί σου επιφυλάσσει.

Ο εδώ ερχομός - μια παρθένα εμφάνιση
μια λευκή άδεια μνήμη κι ένας σύσσωμος ουρανός
μια όλη φως διαύγεια, μια χωρίς σκέψη διάρκεια
ένα του κόσμου συνεχές. 
Και τα τσακάλια τα σκουρόχρωμα
που παραμονεύουν τις αθωότητες
κι ο κόσμος να χάνεται απ΄τις γωνιές του
με το ξέσπασμα της εφηβείας.
Το στένεμα του απέραντου κι η θλίψη που επιφέρει
κάτι το ύπουλο που ματαιώνει τη χαρά
και γυρίζει πίσω. Κατεδαφίσεις ενός λουλουδιού
που φύτρωσε κάτω από μια πολυκατοικία.
Κι επιμελώς συσσώρευση των καθηκόντων
οι σπουδές και τα χαμένα πάντα νιάτα
κι η επερχόμενη μίμηση, κι ο κόσμος ολόγυρα θηλιά.
Και το εγώ και το εσύ και το ποιος είσαι
και το πόσος έμεινες. 

Μετά η ωρίμανση κι ένας λάθος γάμος
ένας λάθος φίλος
δύο τρεις λάθος γκόμενες
λάθος λεωφορεία
λάθος πολιτικές
λάθος γυναίκες, λάθος άντρες
λάθος καναρίνια, λάθος χαλί στο πάτωμα
λάθος καφές σε λάθος σπίτι, με λάθος νύχτα
σε λάθος καρδιά μυαλού λάθος
κι ένας λάθος γείτονας
σε λάθος δουλειά
κι ο αγώνας με το ξυπνητήρι για το τι.

Και να που πάλι δεν σημάδεψες σωστά
με τούτη σου τη γέννηση
κι έπεσες πάλι σε λάθος κόσμο.

Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...