23 Φεβρουαρίου 2016

Η Γυναίκα που δεν μπορούσε να το πει








Δεν μπορούσε να εκφράσει αυτό που ένιωθε
και το λύγιζε με τις καμπύλες της
και τη λύγιζε με το βάρος του
έβλεπες τον άνεμο στα μαλλιά της
κι έλεγες έχει αέρα.
Σκορπούσε το άρωμα μιας περιπέτειας
αναζητούσε έναν ζωγράφο
να τη ζωγραφίσει όπως είναι
- μαζί με τον καημό της κι όχι χώρια απ' το παράπονό της -
να μην είναι χωριστή απ’ τη νύχτα της
επειδή ο καιρός της την έφερε όλη στο σώμα
μα δεν ήθελε να χάσει τα μάτια της.

Πέρασε μια γυναίκα κι είχε στα στήθια της
ένα καράβι λέξεις·
παρακαλούσε έναν να βρει
να τις μιλήσει όλες
επειδή όλες τις ανείπωτες λέξεις τις φυλακίζει το σώμα
και τις παραλαμβάνει μετά ο έρωτας
και τις μοιράζει σε δεκάδες αχ
ή σ' έναν μακρόσυρτο αναστεναγμό
και γυρίζει ξανά το μυστήριο στο μυστήριο
που είναι πάντα ένα νοητό τέλος
η προέκταση ενός φιλιού·
κι ύστερα λες γι’ αυτό υπάρχουν οι εραστές
για να ισορροπούν αυτή την αδικία.
Πέρασε μια γυναίκα που όποτε γύρευε να μιλήσει
έφτανε στα χείλη της ένα δεν είμαι εγώ.

Πέρασε μια γυναίκα που δεν μπορούσε να το πει
και θα έλεγες πως επένδυε τη ζωή της στον έρωτα
μα δεν υπήρχε τίποτα τ’ ομορφότερο
κι υποκλίθηκα.

Ήταν μια γυναίκα που σου έλεγε
πως δεν υπήρχε για αυτήν άλλη λύση της
μια γυναίκα πρόβλημα για δυνατούς λύτες
κι ο θάνατος ήταν στην ιστορία ανάμεσα.

Ήταν μια γυναίκα που δεν μπορούσε να το πει
μα τ’ ομολογούσε διαρκώς με χίλιους τρόπους
και της έγραψα αυτό το ποίημα
χωρίς μάλιστα αφιέρωση.

Ίσως στο άγαλμά της κάποτε γράψουμε:
"η γυναίκα που δεν μπορούσε να το πει
μα τ’ ομολογούσε διαρκώς με χίλιους τρόπους"
και βάλουμε κει κοντά
τα χέρια του εραστή της
μα όχι αυτά από πέτρα·
και δούμε ίσως το άγαλμα ν' ανοίγει
να ευωδιάζει και να βγάζει φτερά και μεγάλη ψυχή.

Σ' έναν περίπατό μου όλα αυτά
σ' έναν κήπο με αγάλματα
και μικρά σιντριβάνια
σαν μάτια που έκλαιγαν.










Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...