10 Φεβρουαρίου 2016

Η Κατασκευή μιας Αλήθειας






Τι ήθελε από μικρή να κάνει?
Τώρα πια σχεδόν δεν ξεχώριζε
μα κάποιες νύχτες την έπιανε μια αναίτια λύπη
που εκείνη γύρευε να τη νιώσει μα δεν το ήθελε αυτή.
Ίσως ήταν καλύτερα έτσι - ίσως σίγουρα
να μένουν ωραία τα πράγματα σκεπασμένα
στο βάθος. Και να ξύνεις κάποια νύχτα με τα νύχια
λιγάκι την επιφάνεια.
"Τι ωφελεί? τώρα είναι αργά", έλεγε. 
Μ’ ακόμα κι αυτή η φράση έπαιρνε μια αναίρεση.
Όμως από κάπου έπρεπε να ξεκινήσει κανείς
και χρειάζονταν μια αρχή. Μια αρχή όμως για ποιο πράγμα?
Κι αν ήταν έτσι θα έπρεπε να υπάρξει ένα τέλος.

Μα τόση ματαίωση, τόσοι συμβιβασμοί, τόσα πράγματα μισοαρχινισμένα
και μισοτελειωμένα. Που σχεδόν έχει χαθεί η βάση.
Που πατάς? που πάντα πατάς? λένε στην αλήθεια σου.
Στην αλήθεια σου λοιπόν πατάς? είναι αυτό αλήθεια?
και μετά τι κάνεις?
Μετά ξεκινάς.

 Την αλήθεια, αχ, πως κατασκευάζει κανείς μια αλήθεια?
γιατί δεν υπάρχει μέσα μας μια έτοιμη, κι αν υπάρχει γιατί χάνεται?
νύχτες ολάκερες προσπαθούσε να φτιάξει μι’ αλήθεια.
Μι’ αλήθεια συμμαχική, σαν φίλη που θα την στήριζε.
Μα όσες φορές κατάφερε να πατήσει σε μια
λιγάκι γλίστρησε δεξιά κι αριστερά κι έπεσε πάλι στο ψέμα και την πλάνη.
Μετά ξανά να σηκωθεί, και με τα χέρια της απ’ την αρχή
να φτιάξει μι’ αλήθεια. Σαν ένα πλεκτό που το έπλεκε.

Όποτε κατάφερνε ν’ αποσώσει μία κανείς δεν την αναγνώριζε
ήταν μια δική της αλήθεια· δύσκολο να τη μοιραστεί.
Τη γύριζε ξανά πίσω, τη νόθευε λιγάκι, να γίνει δεκτή, αποδεκτή
τη στόλιζε, της χτένιζε τα μαλλιά, της έβαφε τα χείλη
σαν μια κούκλα. Μα είναι μια κούκλα αληθινή?

Κάτι, κάτι στο βάθος πικρό είχε η αλήθεια της.
Κι ήταν από τόσο γλυκό κρασί φτιαγμένη η ίδια
που διαρκώς να το νοθεύει για να έχει κόσμο στο τραπέζι της
δεν ήθελε. Μα πως να την πιεις ανέρωτη μια τέτοια απόλαυση
χωρίς να σε στραβοκοιτάξει. Και πως να δεχθεί, πως να δεχθεί
να νερώνει την ψυχή της. 
Αχ.

Ο καιρός περνούσε κι όλα φανέρωναν πως χρειάζονταν μια δεύτερη ζωή.
Μια ζωή από τα μικράτα της ως την ωριμότητά της δεν έβγαινε πέρα μονοκοπανιά - αν και είχε αρκετά διαλείμματα. Για ξεκούραση και για καυγάδες με την εσάρπα της. Κάποια νύχτα ένιωθε όλη τη ζωή της να της πλακώνει το στήθος, σαν μια ταφόπλακα. Κι ανέμιζε μόνο απ’ τις σχισμές του μαρμάρου μια ανάσταση.
Κάθισε εκεί, μέσα στο μνήμα φτιάχνοντας μιαν αλήθεια και περιμένοντας να γυρίσει ο καιρός.
Επειδή ο καιρός γυρίζει από κάτω, με τέτοια δύναμη κι ορμή που δεν τον σταματάς. Σε συνεπαίρνει, σε παίρνει και σε σηκώνει, ούτε το μυαλό ούτε τις σκέψεις σου λογαριάζει ο καιρός. Ο καιρός σε γδύνει. Αργά ζυμώνεται άνεμος θρασύς και σαν είναι έτοιμο το θηρίο του, γυρίζει το βλέμμα σου στον ήλιο κι έρχεσαι εσύ από πάνω κι η νύχτα σου από κάτω.

 Μα έφτιαχνε τις νύχτες μια αλήθεια, τη γάζωνε, τη δούλευε στον αργαλειό. Μια κουρελού ήταν, την έφτιαχνε χρυσή κουρελού. Τα χέρια της μάτωναν, δεκάδες βελόνες χρησιμοποιούσε, δούλευε προπαντός τη λεπτομέρειά της. Το γείσο της, μέσα στο μάτι το χρώμα.  Σ’ αυτή την αλήθεια ξοδεύτηκε, κι όταν ήρθαν τα πρώτα χιόνια στα μαλλιά της φάνηκαν τα δεύτερα νιάτα της. Κι εμφανίστηκε στη μορφή της αρχικά ένα αχνό χαμόγελο, μα είχε μια πυγμή σιδερένια. Άρχισαν να φωτίζονται τα μάτια της με τέτοιο τρόπο που δεν γερνούσε και την κυρίεψε ένα περιστέρι.

 Μα έφτιαχνε τις νύχτες διψασμένη μια αλήθεια, χαϊδεύοντας, γελώντας και ξεγελώντας λιγάκι το θάνατο. Μα γύρευε σ’ αυτή τη ζωή το πλεκτό της να μπορέσει να το τελειώσει.







Δημοσίευση σχολίου

Σχέση με το Δάσκαλο

     Με ταχτοποιείς μέσα μου, και ξέρω πως το κάνεις, είναι που ζύγισες πρωτύτερα της ψυχής τα ζητούμενα. Είσαι ο πρωτοπόρος ...