Νεφέλη η Ρομαντική






 Η Νεφέλη ένιωθε ένα ρίγος. Όχι, λάθος, το σβήνω, δεν είναι τρόπος αυτός να ξεκινάς μια ιστορία.
 Ένιωθε ένα ρίγος, τι θα πει αυτό? Το ρίγος χρειάζεται δύο.

 Η αλήθεια είναι πως τη Νεφέλη δεν την ένοιαζε το ρίγος της, δεν ήταν διόλου ένα κορίτσι απ’ αυτά που πιάνονται αιχμάλωτα απ’ τους πόθους τους και παραβλέπουν τη συμπεριφορά των συντρόφων τους σε σημεία. Αντίθετα ήταν μια ώριμη και κατασταλαγμένη γυναίκα που είχε φτιάξει τον "ανόητο κύκλο" της κι είχε μάθει αρκετά απ’ αυτόν. Επιπλέον ήταν μια γυναίκα κουρασμένη κι αρκετά αηδιασμένη, όχι για κανέναν άλλο λόγο αλλά επειδή σκέφτονταν και καταλάβαινε, αυτό την έκανε να είναι κάπως μπερδεμένη με την εποχή της. Θα την έλεγες απροσάρμοστη, αν διέφερε.

 Τελευταία, αλήθεια είναι, πως δεν ήξερε τι ήθελε γύρω από την ερωτική ζωή της και περίμενε μέχρι να το μάθει. Όχι, δεν σκόπευε να "κλείσει" ερωτικά, ήταν νέα και το σώμα της γεμάτο συνθήματα. Όμως κάτι περίμενε, κάτι, κι είχε φτάσει να γίνει σαν εκείνες τις παλιές μελαγχολικές γυναίκες, τις γεμάτες νοσταλγία και της ατέλειωτης προσμονής, που περίμεναν χρόνους στα παραθύρια τον καλό τους, τον εκλεκτό της καρδιάς τους, το παλικάρι τους να φτάσει καβάλα στο άλογο, κι είχε γλυκαθεί τόσο απ’ την καρδιά της με αυτήν την κατάσταση, που άρχισε να διαβάζει Σαίξπηρ. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον πίστευε.

 Όταν διάβαζε Σαίξπηρ, ένιωθε την καρδιά της ν' ανοίγει διάπλατα και τα μηνίγγια της να χτυπούν από έναν τρομαχτικό ρομαντισμό που την έλκυε σαν μαγνήτης. Και σαν να μην έφτανε ούτε αυτό, άρχισε να σκέφτεται το θάνατο· να βεβαιώνεται ολοένα και περισσότερο, πως τελικά μια μέρα θα πεθάνει, πως δεν ήταν μόνο μια πιθανότητα.

 Την κυρίεψε περισσότερη μελαγχολία και η περισσότερη μελαγχολία έφερε περισσότερο ρομαντισμό. Τις νύχτες, καθόταν πια στο παραθύρι της και συχνά έκλαιγε, αυτή, που στην εταιρία που δούλευε -  μια εταιρία με κομπιούτερ - της είχαν κολλήσει το παρατσούκλι η σιδηρά δεσποινίδα.

 Κι όχι μόνο κατέφευγε έτσι σαν τρέλα στον ρομαντισμό για να γλιτώσει απ΄την εποχή της, αλλά έβλεπε κι έξω απ’ το σπίτι της ένα δάσος, ενώ ήταν πάρκο. Και συχνά τ’ αυτοκίνητα άλογα και τα λεωφορεία άμαξες κι αναστέναζε κι ίδρωνε το σώμα της, κι έβγαζε απ’ τους πόρους του μυρωμένο πόθο. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κάθε φορά που ένιωθε με κάποιο φόβο πως ξεφεύγει και τρελαίνεται… αντί να τη σταματήσει ο φόβος τον πάλευε και τον ξεπερνούσε, γύρευε απόλυτα να παραδοθεί σε μια άλλη εποχή που δεν υπήρχε.

 Η Νεφέλη όμως, δεν αισθάνονταν καλά με τη διπλή και διχασμένη ζωή της που τη στεναχωρούσε κι αποφάσισε να μεταφέρει το ρομαντισμό της και στον έξω κόσμο, στη δουλειά της. Άρχισε να ντύνεται παράξενα και με ρούχα εποχής, ενώ στόλιζε συχνά τα μαλλιά της με λουλούδια και μέσα σε αυτήν την κατάσταση, σε μερικούς μήνες, άγγιξε ένα αίσθημα ελευθερίας, που μαζί με το αίσθημα του εφήμερου που έφερνε η σκέψη του θανάτου, έφτιαχναν ένα ανάλαφρο κράμα τόσο βαθύ που σχεδόν ήταν ευτυχισμένη.

 Οι συνάδελφοί της - που συχνά ήταν κατσούφηδες και δύστροποι - απόρησαν με αυτή την αλλαγή της, με την ανοιχτή της καρδιά και δεν γνώριζαν πώς να το ερμηνεύσουν. Όμως η Νεφέλη έλαμπε και ξεκίνησαν τις υποθέσεις. Είπαν διάφορα για αυτήν κι όλα με κάποια κρυφή ζήλια. Όμως υπερίσχυσε η γνώμη πως ήταν ελαφριά και κάπως λοξή. Πως ήταν απλώς αδύναμη και δεν είχε αντέξει την όλη κατάσταση κι είχε διαφύγει στον μαγικό της, παραμυθένιο κόσμο. Με λίγα λόγια κατέληξαν πως ήταν στα πρώτα στάδια της τρέλας κι ηρέμησαν. Μα κάτι, κάτι μέσα τους ακόμα τους έτρωγε. Ενώ εκείνη, γελούσε, πολύ γελούσε μέσα της κι όλα αυτά τα καταλάβαινε. Όμως της άρεσε, υπερβολικά της άρεσε κι έπαιζε με την όλη κατάσταση.

 Μια νύχτα, οι συνάδελφοι της είπαν να της κάνουν πλάκα και σκάρωσαν μια μικρή καντάδα κάτω απ’ το μπαλκόνι της μεταμφιεσμένοι με κάτι καπέλα και μουστάκια. Η Νεφέλη βγήκε στο μπαλκόνι και πήρε πολύ στα σοβαρά την όλη κατάσταση, την καταχάρηκε, την κατασυγκίνησε, την πήρε απόλυτα αληθινά κι έκλαψε από βαθιά συγκίνηση. Εκείνοι δυσαρεστήθηκαν, δεν καταλάβαιναν πια τίποτα. Θέλησαν λιγάκι να την κοροϊδέψουν, ίσως να την πληγώσουν, να την πειράξουν, μα εκείνη είχε δεχθεί ένα τεράστιο δώρο και τους ευγνωμονούσε μέσα απ’ την καρδιά της με δακρυσμένα μάτια. Σηκώθηκαν κι έφυγαν όπως είχαν έρθει και λιγάκι βρίζοντας. Η Νεφέλη λυπήθηκε εκείνη τη νύχτα.

 Η Νεφέλη έλαμπε ολοένα και περισσότερο καθώς εξέφραζε όλο και περισσότερο τον κρυμμένο ρομαντισμό της και την όμορφη καρδιά της. Ενώ, οι συνάδελφοί της, άρχισαν πράγματι ν’ ανησυχούν, επειδή τους είχε αφοπλίσει κι εφόσον δεν είχαν πια τρόπο να την πειράξουν, να την ενοχλήσουν, έστω να την δυσαρεστήσουν, ώστε να συνεχίσουν να έχουν δίκιο που ήταν ολημερίς κατσούφηδες, γκρινιάρηδες και μες στα νεύρα τους… εφόσον κι η κατάσταση αυτή τη συμπεριφορά ευνοούσε… άρχισαν ν' αμφιβάλουν για τον εαυτό τους. Κι έτσι δεν είχαν άλλη διέξοδο πλην εκείνης να τη μιμηθούν.

 Πρώτα ξεκίνησαν οι γυναίκες, χτενίζοντας τα μαλλιά τους σαν τα δικά της, όχι όμως τόσο παρόμοια, ώστε να μην υπάρχει μια υπόνοια πως είχαν δικό τους γούστο, ενώ φορούσαν πάντα, σχεδόν, ίδια φουστάνια μ' έμφαση στο σχεδόν. Το αποτέλεσμα ήταν σε έξη μήνες να πηγαίνει πολύ καλύτερα η εταιρία στις δουλειές της κι η Νεφέλη να πάρει προαγωγή κι αύξηση.

 Τον άλλο χρόνο όμως παραιτήθηκε κι έφυγε κι έφτιαξε δικιά της θρησκεία. Όχι καμιά μεγάλη, κάπου εκατό άτομα εγγράφηκαν αρχικά ως μέλη και περισσότερο οργάνωναν εκδρομές, ταξίδια, περιπάτους και συζητήσεις με πνευματικό περιεχόμενο.

 Αυτό που είχε καταφέρει η Νεφέλη ήταν να ξετρυπώσει κάμποσους ρομαντικούς απ’ εκείνη την πόλη, κι ανάμεσά τους επέλεξε τον πιο ταιριαστό της, έναν που αγαπούσε τον Σαίξπηρ κι έφτιαξε μαζί του μια ρομαντική σχέση.

 Με τον καιρό η Νεφέλη έγινε μόδα και στην ιστορία έμεινε ως η γυναίκα που άλλαξε την εποχή της. Ελάχιστοι είχαν αντιληφθεί πως ήταν μεγαλοφυΐα. 












Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία