24 Μαρτίου 2016

Ένας Σοφός Υπάλληλος









 Κάποτε, κάποιος, πήγε σ' ένα πολυκατάστημα. Εκεί τον υποδέχτηκε εγκάρδια ένας υπάλληλος, αφού διέκρινε την καλή του πρόθεση ν' αγοράσει. 
"Πως θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω", είπε ο υπάλληλος.
"Ξέρετε, θα ήθελα ν' αγοράσω έναν άνθρωπο", είπε ο τύπος.

 Ο υπάλληλος δεν τον κατάλαβε, τον ξανακοίταξε με απορία σαν να είχε ακούσει λάθος. Μετά χαμογέλασε αμυδρά θεωρώντας πως αστειεύονταν μαζί του, όμως δεν είχε ακούσει λάθος κι είπε: "Δεν πουλάμε εδώ ανθρώπους κύριε".

"Είστε σίγουρος για αυτό?" είπε εκείνος.
"Απολύτως σίγουρος".
"Μα, σε μια εποχή που όλα πουλιούνται κι αγοράζονται, είναι τόσο δύσκολο ν' αγοράσω έναν άνθρωπο?".

 Ο υπάλληλος τον κοίταξε λιγάκι πονηρά, του άρεσε κι αυτού καμιά φορά να φιλοσοφεί.
"Ίσως συμβαίνει αυτό που λέτε αλλά μ' έμμεσο τρόπο. Ίσως μέσα από τις αδυναμίες ή τις ανάγκες κάποιος να υποχωρεί, να κάνει παραχωρήσεις, ή να ενδίδει κι αυτό σε μια κοινή γλώσσα το λέμε πως "πουλήθηκε". Όμως άμεσα, είναι αλήθεια κύριε, πως δεν μπορείτε - τουλάχιστον όχι ακόμα – ν’ αγοράσετε άνθρωπο. Θέλω να πω, μπορείτε ν' αγοράσετε τις υπηρεσίες του, καθώς και τις δικές μου, μα εγώ πάντα θα ξεγλιστρώ και θα σας ξεφεύγω. Δεν γίνεται ν' ανήκω σε άλλον πλην του εαυτού μου. Μπορείτε, λέω, ν' αγοράσετε το δέρμα μου - ίσως ούτε αυτό. Ή λίγη απ’ τη σκέψη μου, να τη βάλω να δουλέψει για εσάς και τα συμφέροντά σας. Μα άνθρωπο? Όχι κύριε, αυτό είναι αδύνατον".

 "Μα αν μπορώ ν’ αγοράσω τη σκέψη σας - έστω για λίγο - και τ' αισθήματά σας, τότε τί σε εσάς απομένει που δεν μου πουλήσατε?"
 "Εγώ κύριε, εγώ πίσω στο παρασκήνιο απομένω", είπε ο υπάλληλος.

 Ο πελάτης τον κοίταξε κάπως καχύποπτα χωρίς να έχει πεισθεί. "Μήπως αυτά τα λέτε επειδή χρειάζεται να παραγγείλω έναν?", είπε.
"Δεν σας καταλαβαίνω".

 "Πως δεν με καταλαβαίνετε, θαρρώ μιλώ ξεκάθαρα. Ζούμε σε μια κοινωνία όπου λειτουργούμε με παραγγελίες. Δεν είναι λίγες οι φορές που μια γυναίκα θέλει έναν ψηλό, μελαχρινό, με καστανά μάτια και το τάδε πτυχίο. Ακόμα και τις λεπτομέρειες καθορίζουν, το αμάξι, το σπίτι, το βήχα, την αναπνοή. Κι άλλωστε, δεν είναι ούτε λίγες εκείνες οι φορές, που μυριάδες άνθρωποι προσπαθούν να διαμορφώσουν τους άλλους, θα έλεγες θέλουν να τους φέρουν στα μέτρα τους, λιγάκι πάνω λιγάκι κάτω, λιγάκι δεξιά κι αριστερά, στάσου εκεί, καλά είσαι. Σαν να πρόκειται απλώς για το καλούπωμα μιας φωτογραφίας. Και τα περισσότερα παιδιά μοιάζουν στους γονείς τους, έτσι δεν είναι?".

 "Κι αν ακόμα αυτά συμβαίνουν - που συμβαίνουν - πάλι δεν μπορείτε να παραγγείλετε άνθρωπο, θα σας ξεφύγει ο χαρακτήρας",  συμπλήρωσε κάπως έξυπνα ο υπάλληλος, "ή θα πέσει έξω μια νύχτα σας και θα τον δείτε τότε διαφορετικό".

 Κάπως απελπισμένος ο πελάτης είπε: "Ώστε δεν μπορώ να έχω έναν άνθρωπο". 
"Όσους θέλετε, μέσα από υγιείς σχέσεις, μα ιδιόκτητο κάπως δύσκολο. Όχι, κύριε, δεν μπορείτε, ίσως μόνο έναν ρόλο".
"…Και πόσο κοστίζει αυτός ο ρόλος?".
"Σύμφωνα με τις απαιτήσεις σας. Μπορείτε, ας πούμε, να τον έχετε δικό σας για ένα οχτάωρο. Μα και πάλι, να ξέρετε, πως κι οι ρόλοι, κατά βάθος, στον εαυτό τους ανήκουν. Άνθρωπος και ρόλος όμως γίνεται να συγγενεύουν, αρκεί να έχει επιλέξει ο άνθρωπος το ρόλο κι όχι ο ρόλος τον άνθρωπο".

 Αποκαρδιωμένος ο πελάτης κίνησε να φύγει.
"Πόσο παράξενα είναι όλα αυτά", είπε, "ισχύει λοιπόν η ατομικότητα κι ο καθένας ανήκει στον εαυτό του?".
 Ο υπάλληλος με μια κίνηση τράβηξε τη μάσκα του. "Φυσικά  κύριε", του είπε και του χαμογέλασε αλλιώς. "Μα μην θεωρείτε τον εαυτό σας άτυχο. Νά, πάρτε αυτό το κατσαβίδι, δώρο από μένα και ρυθμίστε λιγάκι τη βίδα σας".

 "Είμαι μόνος κι έρημος", είπε εκείνος, "κι ήλπιζα πως..."…
"Κύριε, ένας άνθρωπος, στο βάθος του, μπορεί μόνο απ’ τον εαυτό του να θελήσει να έρθει κοντά σας. Με κανέναν μα κανέναν άλλο τρόπο δεν γίνεται εφικτό. Τα δέλεάρ σας φυσικά μπορούν να τον φέρουν κοντά σας, ή να του κινήσουν την περιέργεια, ή να τον καλύψουν σ' έναν βαθμό, ή μόνο ν’ απατηθεί. Όμως ανάμεσα στο δέλεαρ και την καρδιά απομένει απόσταση. Ανάμεσα σε όλα τα κίνητρα κι όλες τις προθέσεις και την καρδιά… πάλι απομένει απόσταση. Η καρδιά, μπορεί να πλησιάσει μόνο καρδιά, όλα τ' άλλα - ό,τι κι αν είναι αυτά - μένουν πάντα μακριά απ’ τις καρδιές και παίζουν το δικό τους ρόλο και παιγνίδι. Καμιά φορά φτάνουν ως την καρδιά και φέρνουν λίγη καρδιά στην επιφάνεια. Όμως η ένωση, δεν είναι μια υπόθεση της σκέψης, η ένωση των ψυχών είναι αυτόνομη. Δεν ερωτάσαι καν".

 "Κι όμως, θα έβαζα στοίχημα πως τα περισσότερα ζευγάρια κι οι περισσότεροι γάμοι στην εποχή μας είναι συμβάσεις". 
 "Οι λόγοι κύριε είναι προσωπικοί, δύο άνθρωποι πλησιάζονται πάντα απ΄το λόγο και μπορούν πράγματι με χρόνο και καλή πρόθεση να φτάσουν στην καρδιά τους. Άσχετα αν ελάχιστοι τα καταφέρνουν και παραμένουν μαζί δια το λόγο. Κι όλη αυτή η φασαρία της εποχής μας κύριε, γίνεται δια το λόγο. Οι λόγοι στο βάθος δεν συμφωνούν, επειδή οι λόγοι είναι συμφεροντο-λόγοι. 
 Οι λόγοι είναι σκέψη κύριε κι οι σκέψεις ζευγαρώνουν πάνω απ΄τις καρδιές, θηλυκώνουν, προσαρμόζονται , οι σκέψεις γλύφονται, γεμίζουν μικρά κενά σκέψεων και φτιάχνουν το συναίσθημα πρόσκαιρα να ησυχάζει. Μα κι όλες τις σκέψεις σας να βρεθεί κάποιος να τις καλύψει... μια ήσυχη καρδιά δεν φτιάχνετε κύριε.  Επειδή η καρδιά, μπορεί μόνο απ΄την καρδιά της να ησυχάσει". 

 Αυτά είπε ο υπάλληλος και προχώρησε προς το βάθος του καταστήματος, λιγάκι κορδωμένος και κουνώντας την ουρά του σαν παγόνι.








17 Μαρτίου 2016

Η Υπόθεση ενός Αστραγάλου






Είμαι εγώ, αυτή κι ανάμεσά μας μια απόσταση
ή καλή πρόθεση υπάρχει να τη γεφυρώσουμε
όμως κοιταζόμαστε καχύποπτα.
Πρόκειται για ερωτική απόπειρα
- περίπου σαν της αυτοκτονίας -
στέλνουμε πρώτα τα σκυλιά μας στον άλλον να τον μυρίσουν
και μας επιστρέφουν ένα χμ
και λιγάκι γάβγισμα
θα το έλεγες χημεία - υπάρχει έλξη
τη νιώθει ο καθένας απ’ το σώμα του
λίγη αναστάτωση - κάποια διέγερση
και σε όλα αυτά ανάμεσα κυκλοφορεί ένα χμ
το χμ της σκέψης
αν το αφήναμε χωρίς χμ
θα ορμούσαμε ο ένας στον άλλον.

Όμως το πιάνουμε απ’ τον πολιτισμό και την καλαισθησία του
το υποτάσσουμε λιγάκι το ζώο
πιάνουμε την κουβέντα για τον καιρό
κατά βάθος θέλουμε να χιμήξουμε ο ένας στον άλλον
και ν’ αρχίσουμε ληστρικά να τον φιλούμε
όμως είπαμε, είμαστε πολιτισμένοι και δείχνει τη γόβα της
σήμερα την αγόρασα, λέει. Τη μία? απαντώ
γελάει - δεν της άρεσε το αστείο.
Απεναντίας το πόδι της μου άρεσε
εκεί που το έσφιγγε το λουράκι της γόβας
κι έχει αφήσει ένα κοκκινωπό σημάδι
σκέφτηκα να το φιλήσω να περάσει
και τα δάχτυλα μετά, και τα πέλματα
ν’ ασχοληθώ ένα μήνα με κάθε πόδι
αν είναι δυνατόν να γεράσω εκεί.

Τώρα το σκυλί της έγινε γάτα
κουλουριάστηκε στην πολυθρόνα
μαζεύτηκε γύρω απ’ την ύπαρξή της
σημάδι πως αποζητά να την πλησιάσω
- ποτέ δεν θα ειπωθεί αυτό -
ουσιαστικά η γλώσσα είναι κίνηση κι αισθαντικότητα
τα λόγια πάντα περισσεύουν - καμιά φορά ανοίγουν δρόμο
ανάμεσα στις σκέψεις
μα χωρίς σκέψεις είναι μόνο μια γάτα
που φτιάχνει κλίμα ερωτικό μ’ έναν γάτο
σηκώνεται και βάζει δύο ποτά
προσφέρει το ένα και κάθεται ξανά στην πολυθρόνα της
ενώ της ξεφεύγει ένα αχ που αποζητά ερώτηση.
Δεν είναι τίποτα άλλο παρά λίγος καημός
κι έχει λυγμό που θέλει να μιλήσει
μα δεν μπορεί να το κάνει αυθαίρετα
κι αποζητά το ενδιαφέρον·
αυτό που λέει είναι ρώτησέ με
εκείνο που θέλει η ψυχή μου ν’ απαντήσω.

Νά, για κείνο το αχ
κι είναι σαν να βάζει στοίχημα
το συμμερίζεσαι? Από δω θα φανεί η μετάγγιση
αν το αχ της θα γίνει και λιγάκι δικό σου
αλλιώς δεν υπάρχει σχέση αν δεν σμίξουν τα αχ
αν έχει ο καθένας το δικό του αχ
τότε του αρκεί και το δικό του σώμα
και τα δικά του μάτια
κι όταν θέλει να πιάσει ένα χέρι
πιάνει με το ένα του το άλλο.

Θέλει πάντως απ’ την αρχή να δηλώσει
πως αυτό το λαμπερό και κομψό που βλέπεις
το προσεγμένο στην εμφάνιση που τρίχα δεν πετάει...
αν το ανοίξεις, αν το ξετυλίξεις, κρύβει αχ.
Θέλει να πει, αν καταφέρεις ν’ ανοίξεις το σώμα μου
- ίσως με την τρυφερή σου γλώσσα ή άλλα μέσα
που δεν θέλω να τα ξέρω και ποτέ δεν θα τα αναφέρουμε... -
ίσως βρεις κρεμασμένη ανάποδα μια νυχτερίδα
και μην εκπλαγείς αν σε βρίσω μια νύχτα άσχημα
επειδή ανακάτωσες τα πουλιά
και γύρισε τώρα το κάτω πάνω κι αποζητά διαχείριση.
Να ξέρεις, λέει, μια νύχτα τρομερή…
Θα σου φωνάξω, θα σου ουρλιάξω: ΦΤΑΙΣ! 
Και θα προσθέσω: Κακούργε! 

Που ενώ ήμουν ήσυχη και κάτι ήθελα
τόλμησες να μου το δώσεις
γι’ αυτό και μόνο είσαι υπαίτιος!
Δολοφόνε, θα πει
που με κάνεις να
και μετά δεν.

Μα ένα αχ κάθε φορά
τώρα είναι ώρα για το δικό της αχ
αν φτάσει η ώρα για το δικό σου
και πει: Α, σε παρακαλώ,
το αχ σου δεν με αφορά
εγώ είμαι μαζί σου για το χα χα σου
μα το μανίκι που έπεσε στη σούπα
δεν το γλύφω.

Τότε θα σηκώσεις το τσεκούρι
θα την χαϊδέψεις τρυφερά ανάμεσα στα φρύδια
γλυκιά μου αγάπη, θα της πεις
μόλις έχασες.

Κι αν σαν κακομαθημένη εκπλαγεί
σαν κάποια που έμαθε μόνο να παίρνει
κι ασυγκίνητη, κι αλύπητη στο πρόβλημά σου μείνει
κι απ’ την καρδιά σου αποστασιοποιηθεί…

Τότε τρέξε
τρέξε μια νύχτα μακριά της να φύγεις
και διέσχισε με μιας
όσο σκοτάδι μπορέσεις.








12 Μαρτίου 2016

Κατά το Μη Πρότυπο











Είμαι παράξενος τύπος
κάνω πάντα το δικό μου
ακόμα κι αν πρόκειται για κάποιου το κέφι
το αποφασίζω πρώτα. Λέω, έλα μωρέ
φτιάξε το κέφι του ανθρώπου,
φτιάξε του τη μέρα, αφού το θέλει
το χρειάζεται, το έχει ανάγκη
δεν είν’ κακό.

Δεκάρα δεν δίνω για τους υπαινιγμούς
κάνω πάντα αυτό που θέλω, κι όταν υπάρχει ανάγκη να κάνω
κάτι που δεν θέλω… φροντίζω πρώτα να το θέλω.
Είμαι έτσι που η μάνα μου με κοίταζε παράξενα
έλεγε, κάτι έχει αυτό το παιδί
μα δεν πρόλαβα να της το μαρτυρήσω
γιατί ποτέ δεν το κατάλαβα.

Μα κάτι έχει - μονολογούσε διαρκώς
κάτι που… και μόλις πήγαινε να το συλλάβει
της ξέφευγε.
Έψαχνε να δει αν είναι καλό ή κακό
αν θα προκόψω στη ζωή μου ή θα καταστραφώ
δεν το βρήκε – ούτε εγώ
μα ήταν κάτι που την έβαζε σε σκέψεις
σε συλλογισμούς για το μέλλον και την ευτυχία μου
με ήθελε άνθρωπο οικογενειάρχη, σωστό
παντρεμένο, ήσυχο, ασφαλισμένο
με μια δουλειά σταθερή
που θα μ’ εξασφάλιζε σύνταξη κι όμορφα γηρατειά
απ’ τα παιδικά μου χρόνια ακόμα·
μα εγώ έλεγα μέσα μου,
καλά, λέγε, λέγε εσύ.  

Μεριμνούσε για πιθανές επιτυχίες ή αποτυχίες μου
να διακρίνει αν είχα χάρισμα ή καταστροφή
αν είχα δώρο ή αντίδωρο
σε όλα την διέψευσα.
Μετά, έλεγε στον πατέρα
τι θα κάνουμε με αυτό το παιδί, κάτι έχει
ξέρω κι εγώ - απαντούσε εκείνος προβληματισμένος
ίσως θα πρέπει κάποια στιγμή να το πάρουμε απόφαση
πως κάτι έχει
ναι, αλλά τί, έλεγε η μάνα
τελικά το αποφάσισαν πως κάτι έχω κι ησύχασαν
χωρίς το τί.

Αυτό που έχω είναι ταλέντο στη διάψευση
προλαβαίνω τον υπολογισμό
αν πεις με ξέρεις το γυρίζω
αν πεις μ' έπιασες κι αυτό με περιμένει
τ' αλλάζω και με περιμένει κάτι άλλο
συνήθως με περιμένει το αντίθετο μιας εντύπωσης
που δίνω στους άλλους
και το αντίθετο άλλης μιας για τον εαυτό μου. 

 Σύμφωνα μ' εκείνη ανησυχούσε για μένα
όλοι τους σύμφωνα μ' εκείνους ανησυχούσαν
 – όχι πως τα είχαν καταφέρει ιδιαίτερα καλά στη ζωή τους
ταλαιπωρημένοι άνθρωποι ήταν -
όμως ανησυχούσαν μη δεν τους μοιάσω·
ίσως τελικά ανησυχούσαν μη τα καταφέρω καλύτερα
γιατί αν τα κατάφερνα θα κατέρριπτα το δίκιο τους
μετά θα έπρεπε να μου μοιάσουν
και πώς να μοιάσουν κάποιον που ακόμα
αρκούδιζε στη ζωή.

Η μάνα μου ήθελε να με σπουδάσει
ο πατέρας να με κάνει ψαρά
οι γείτονες να τους μοιάσω 
η κοινωνία για παιδί της
η εκκλησία για τέκνο της
το κράτος για παραγιό
η γκόμενα για ιδιοκτησία
οι φίλοι να τους εξυπηρετώ·
έμαθα από μικρός να τους απογοητεύω
και συνεχίζω να είμαι εγώ. 

Μια μέρα κατάλαβα
πως όλοι οι ευτυχισμένοι κατά το πρότυπο της μάνας
ήταν δυστυχισμένοι
όλοι οι επιτυχημένοι κατά το πρότυπο του πατέρα
αποτυχημένοι·
και τότε έμεινα χωρίς πρότυπο.

Η μάνα μου με ήξερε – ή νόμιζε πως με ήξερε
απ’ τη μάνα της και τον εαυτό της
εγώ νόμιζα πως από μένα την ήξερα
- ίσως όμως να ήταν απ’ τον πατέρα μου όσο νόμιζα -
τέλος πάντων, άγνωστοι δεν ήμασταν
απλώς πέφταμε έξω στις προβλέψεις
και συνεχίζουμε.




09 Μαρτίου 2016

Ο Κόσμος κι ο Κόσμος μας






Ο κόσμος όπως τον ξέρουμε έχει καταρρεύσει
χτίζεται μονάχος του σε άλλη μεριά
καινούργιος κόσμος απ’ τον παλιό, απ’ τα παλιά υλικά
όλες οι νύχτες μας μετακινούν κι ένα λιθαράκι.

Τραβήξαμε μέσα απ’ τον κόσμο τον κόσμο μας
με την πρόθεση να τον κερδίσουμε πίσω.
Ο κόσμος, όπως τον γνωρίσαμε, έχει πια καταρρεύσει
μόνο στην άκρη της μνήμης μας ζει
να επιστρέφουμε στον παλιό κόσμο είναι πόνος
σημαίνει να γυρίζουμε πίσω
μέσα στις στάχτες και τ’ αποκαΐδια του,
σαν κάτι γνωστό ακόμα να ψάχνουμε
έναν σύντροφο που ξεχάσαμε, ή τα νέα μιας περασμένης βδομάδας
ή ακόμα και τα νέα ενός μέλλοντος που δεν μας αφορά
ή να δούμε τη συνέχεια μιας γυναίκας που γι' αυτήν
ο κόσμος είναι ακόμα μπλεγμένος στα πόδια της.

Ο κόσμος, όπως τον μάθαμε, έχει πια καταρρεύσει
εμείς τον γκρεμίσαμε, με τις άκρες των δαχτύλων μας
με τις αναπνοές μας, προσπαθήσαμε να τον ανοίξουμε
ο κόσμος, όπως μας τον έμαθαν, δεν ζει πια στην καρδιά μας
ποτέ άλλωστε δεν ζούσε. 




Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...