16 Απριλίου 2016

Η Επαναστάτρια








 Αργότερα έλεγαν: "δεν της φαίνονταν". Μάλλον επειδή ήταν λιγνή. Θα πρέπει να ζύγιζε περίπου 40 κιλά, όμως αν το μεγαλείο πήγαινε με το κιλό ζύγιζε τόνους. Ήταν ήσυχη, σχεδόν αόρατη. Μικρή έπαιζε κρύβοντας τα μάτια της με τα χέρια της κι έλεγε στη μητέρα της: "Μητέρα δεν υπάρχω, δεν υπάρχω, που είμαι? Έχω χαθεί". Η μητέρα της γελούσε μαζί της. "Σε βλέπω, σε βλέπω", της έλεγε, "ψέματα λες". "Όχι όχι, δεν λέω ψέματα μητέρα, δεν υπάρχω, δεν υπάρχω", απαντούσε. Τότε η μητέρα της σκέφτονταν με φόβο μη τυχών το πιστέψει στη ζωή της πως δεν υπήρχε.
             
 Το αγαπημένο της καταφύγιο ήταν κάτω απ’ το κρεβάτι. Από κει έβλεπε τα φαρδιά πέλματα του πατέρα της. Κάποτε, με μια καρφίτσα, του τρύπησε ένα δάχτυλο. Είπε πως ήθελε να δει αν είχε αίμα, έλεγε για τον πατέρα της στη μητέρα της πως ήταν ψεύτικος.Της έλεγε πως ο πατέρας της ήταν ζωγραφιστός κι από χαρτόνι. Κι όλο αυτό επειδή δεν μύριζε.

 Η Μ. ήταν αρνί και λιοντάρι. Αρνί στη ζωή λιοντάρι στη γραφή της. Ποτέ αυτά τα δύο δεν τα γεφύρωσε. Στην ζωή ήταν άτονη, άψυχη, σχεδόν σέρνονταν. Στην γραφή της έβγαινε ένας βρυχηθμός. Όσοι τη γνώρισαν ζαλίστηκαν, δεν μπόρεσαν ποτέ να τακτοποιήσουν τη γραφή της με την ίδια. Προσπάθησαν να κοιτάξουν μέσα απ’ τα μάτια της, να δουν την ψυχή της. Τίποτα. Η Μ. απλώς δεν το πρόδιδε, η Μ. απλώς απουσίαζε, είχε κρατήσει ωστόσο κάτι ιερό.

 Κυκλοφορούσε με κουρέλια κι είχε πάντα μια χαρούμενη ψυχή, δεν ήταν διόλου αντιρρησίας. Όμως η γραφή της ήταν καθολικά ασυμβίβαστη κι ανατρεπτική. Στη γραφή της ήταν πάντα μόνη εναντίων όλων. Η Μ. - από μια βαθιά της ανάγκη για ελευθερία - δεν ξεδιάλεγε τα θετικά και τα σωστά της οποιαδήποτε κατάστασης. Ήταν ισοπεδωτική, ήταν μηδενίστρια. Στη ζωή της ήταν ένα καθολικό Ναι - σχεδόν σκυφτό κεφάλι. Στη γραφή της ένα καθολικό Όχι. Στη ζωή της παραδίνονταν άνευ όρων, στη γραφή της ήταν καθαρή αντίσταση.

 Είχε μέσα της ένα αίσθημα μη προδοσίας. Είχε μέσα της ένα αίσθημα αντίθετο. Όμως δεν ήταν ένα αίσθημα αντίθετο σε κάτι συγκεκριμένο, ήταν ένα αίσθημα αντίθετο σε ό,τι την πλήγωνε και την περιόριζε, δηλαδή σε όλα. Μάλλον δεν ήταν καν ένα αντίθετο αίσθημα, ήταν ένα αίσθημα καινούργιο, που προσπαθούσε να βάλει σε τάξη με το μυαλό της ό,τι εκείνο πρέσβευε. Ήταν ένα αίσθημα που προσπαθούσε να το καταλάβει τι ήθελε να πει, να το φτιάξει λέξεις.

 Ένα τέτοιο αίσθημα καινούργιο θα μπορούσε να έχει ο Χριστός, ή κάποιος άλλος. Θα μπορούσε να έχουν όλοι ένα τέτοιο αίσθημα κι απλώς να το έχουν σκεπασμένο, ή υποταγμένο, ή δαρμένο, ή φιμωμένο, να μην φωνάζει τόσο πολύ. Αυτό το αίσθημα αρχικά μπορεί να προβάλει ως ισχυρό εγώ, ή αργότερα ως ήπιο εμείς. Μπορεί να γίνει τρέλα, σχιζοφρένεια ή παρανόηση. Το να κρύβεις μέσα σου ένα αίσθημα καινούργιο καμιά εποχή δεν το δέχεται και κανένας άνθρωπος της εποχής. Σχεδόν δεν είναι δώρο.

 Στη ζωή είχε ικανότητα ελιγμών, στην γραφή της καθαρή ευθεία. Η γραφή της ήταν βαθύτερη απ’ τη ζωή της, η γραφή της ήταν βαθύτερη απ’ την ίδια. Σε όλους έτσι συμβαίνει, μα στην Μ. η γραφή ήταν πολλαπλάσια βαθύτερη απ’ την ίδια. Σχεδόν αυτόνομη κι αυτεξούσια. Δεν την όριζε, της είχε ξεφύγει και μόνο την ακολουθούσε, της άρεσε να την ακολουθεί.

 Η Μ. ήταν ένα πρόσωπο ανυπολόγιστο, απ’ αυτά που συνήθως τα δίνουμε ελάχιστη σημασία, είχε όμως την ψυχολογία μιας Ζαν ντ'Αρκ. Κάποτε είχε καταφύγει στο αλκοόλ κι έπινε πράγματι πολύ για το μέγεθός της. Μπορούσε να πιει όσο ζύγιζε κι ήπιε πολύ και για ένα χρόνο περίπου.
 Μετά χάθηκε ξαφνικά απ’ τον κόσμο και τα μάτια του, ελάχιστοι ενδιαφέρθηκαν και για λίγο. Κανείς δεν ήξερε που ήταν και τί συνέβη σ’ αυτό το διάστημα. Μα όταν είχε επιστρέψει ήταν σαν καινούργια και γυάλιζε.

 Την είχε ψάξει η μητέρα της. Μια μέρα, γριά τότε, την αναζήτησε και τη βρήκε μέσα σε μια ερειπωμένη αποθήκη. Όταν άνοιξε την πόρτα της είχε δει πως ήταν γεμάτη περιστέρια που έμπαιναν απ’ τα σπασμένα της παράθυρα. Στη μέση της αποθήκης υπήρχε ένα παλιό μεταλλικό κρεβάτι, στάθηκε από πάνω του κι είπε: "Βγες μικρή μου αγάπη".  Η Μ. σύρθηκε κάτω απ΄το κρεβάτι και βγήκε έξω τυφλωμένη απ’ το φως του μεσημεριού. Είχε πάντα με τα χέρια της κλειστά τα μάτια και κλαίγοντας μουρμούριζε: "Δεν υπάρχω μητέρα, δεν υπάρχω σου λέω, γιατί δεν με πιστεύεις?" Μα τότε, στη ηλικία περίπου των σαράντα πέντε, δεν το πίστευε ούτε η ίδια πως δεν υπήρχε. Κι αυτό ήταν τραγικό. Είχε διαψευστεί, είχε διαψεύσει τον εαυτό της.

 Αργότερα, τα καλοκαίρια, στην κωμόπολη, γύριζε ξυπόλητη. Είχε μια παράξενη φήμη, την έλεγαν βέβαια τρελή αλλά όχι με σιγουριά, επειδή η Μ, ήταν ένα άτομο μ' επίγνωση, ωστόσο την έλεγαν τρελή. Τριγύρισε στις ρεματιές κι έλεγαν πως μιλάει μόνη της, εκείνη μιλούσε στα πουλιά, ωστόσο έλεγαν πως μιλάει μόνη της.
 Μετά, κατά τα πενήντα της χρόνια, είχε βρει τη γαλήνη. Οι άνθρωποι δεν την πλησίαζαν εύκολα, περισσότερο την πλησίαζαν τα παιδιά αλλά κι αυτά με μια διάθεση να την πειράξουν. Μια νύχτα την είδα γυμνή σε μια παραλία πάνω από μια φωτιά, είχε κάψει το φουστάνι της.

 Η Μ. ήταν φορέας κάτι καινούργιου, που δεν είχαν οι άνθρωποι ακόμα πληροφορίες για αυτό στο μυαλό τους και της ήταν τρομαχτικά δύσκολο να το επικοινωνήσει. Μα δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ελεύθερη αν δεν έβρισκε τον τρόπο. Δεν βρήκε ποτέ τον τρόπο. Μαζί δεν άντεξε την πίεση του περιβάλλοντος που ήταν κι εσωτερική της πίεση. Μια νύχτα κρεμάστηκε σ' εκείνη την αποθήκη με τα περιστέρια, πατώντας πάνω σ' ένα μικρό μπαούλο.
Όταν το άνοιξαν είδαν πως ήταν γεμάτο με τα γραπτά της. Ο πιο έγκυρος μελετητής της είπε πως σε όλη τη ζωή της προσπαθούσε να βάλει σε μια θέση τ’ άστρα.


Ένα ποίημά της είναι το παρακάτω:



ΔΕΝ ΥΠΆΡΧΩ

 Δεν υπάρχω, κι αυτό είναι απόδειξη
είμαι σίγουρη πως δεν υπάρχω κι έχω μόνο
ενδείξεις ζωής
μα δεν μπορώ να στηριχτώ σ’ ενδείξεις.
Την παρουσία μου στη ζωή την υποψιάζομαι
κανένα δικαστήριο δεν θα έβγαζε ετυμηγορία ζωντανή
βασισμένο σε υποψίες
το ότι δεν υπάρχω λοιπόν είναι δίκιο
που δεν το μοιράζομαι
και δεν μπορώ να πείσω κανέναν γι’ αυτό
επειδή λένε με βλέπουν κι είναι αδύνατος
ο ισχυρισμός μου.
Θα μου επιστρέψετε όμως να ξέρω καλύτερα.

Στήριξα όλη τη ζωή μου σ’ ένα χτυποκάρδι
άλλοι λένε υπάρχουν και παρουσιάζουν
διάφορους λόγους γι’ αυτό - π. χ. τα χέρια τους,
μα συνήθως πονούν κι υπάρχουν.

Δεν υπάρχω. Χρειάζεται πολλές στιγμές μες τη μέρα
να σταθώ ακίνητη και να συνειδητοποιώ
την παρουσία μου στη ζωή, κι αυτό διαρκώς.
Υπάρχω μόνο εκείνη τη στιγμή της συνειδητοποίησης πως υπάρχω
όλες τις άλλες στιγμές δεν υπάρχω
κι είναι αυτό - σχεδόν θα μπορούσες να πεις - ευχάριστο. 










13 Απριλίου 2016

Ας Μιλήσουμε για Έρωτα






 Ο τύπος έπαιζε έξω απ’ την είσοδο του μαγαζιού φυσαρμόνικα. Εκείνη είχε συνηθίσει να βλέπει ανάλογους τύπους σε γωνιές της πόλης. Μα... το βλέμμα της έπεσε για ένα δευτερόλεπτο περισσότερο σ’ αυτόν κι αυτό κάποιο στίγμα άφησε στη μνήμη. Όταν βγήκε κρατώντας μια τσάντα με ψώνια έψαξε να τον δει, όμως ο τύπος είχε φύγει.

 Αυτά ξέφυγαν ακόμα κι απ’ τη συνείδησή της. Όταν πλησίαζε σπίτι της, τον είδε καθισμένο σε μια μάντρα ενός διπλανού σπιτιού να παίζει το ίδιο μελαγχολικό τραγούδι. "Έλα Θεέ και Κύριε", σκέφτηκε, "πότε πρόλαβε να φτάσει ως εδώ?" Εκείνη είχε έρθει με το αυτοκίνητο. Χαμογέλασε όμως λιγάκι και τον πρόσεξε καλύτερα. Υπήρχε κάτι αταίριαστο σ’ αυτόν. "Τι κρίμα, τόσο νέος, και...χμ, αρκετά όμορφος... μα να είναι αλήτης", σκέφτηκε. Μετά, κάτι που είχε προσέξει χωρίς να το συνειδητοποιήσει, την έκανε πάλι να σκεφτεί γι' αυτόν. Ο τύπος είχε μακριά σγουρά μαλλιά και σίγουρα φρεσκολουσμένα, επειδή το αεράκι τα χάιδευε και τ' ανασήκωνε απαλά και γυάλιζαν ολοκάθαρα στον ήλιο, μα κι ο ίδιος σαν να γυάλιζε. Μετά, σκέφτηκε κάτι ακόμα: τις τσάκες του παντελονιού του, ήταν άψογα σιδερωμένες. Ακόμα πιο περίεργος της έμοιασε. Ένας πεντακάθαρος φρεσκολουσμένος αλήτης... με άψογη προσεγμένη εμφάνιση, που έπαιζε φυσαρμόνικα καθισμένος σε μαντρότοιχους, δεν το έβλεπε αυτό κάθε μέρα. Να είχε κάποια σχέση μ’ εκείνη? Να την είχε ακολουθήσει ως το σπίτι της? "Ας πάει στην ευχή!" Σκέφτηκε. "Τώρα έχω να φροντίσω για το πάρτι".

 Το πάρτι ήταν αργά τη νύχτα κι επειδή δεν της είχε αρέσει κανένας καβαλιέρος χόρευε αγκαλιασμένη με μια φίλη της, που όλο την παρέσερνε ως το παραθύρι και κοιτούσε έξω. "Περιμένεις κάποιον?" Τη ρώτησε η φίλη. "Όχι, κανέναν, απλώς έχω μια διαίσθηση".
 Η διαίσθηση φανερώθηκε στο άναμμα μιας φλόγας. Ο τύπος καθισμένος στο απέναντι πεζούλι άναβε τσιγάρο κι η φλόγα του αναπτήρα τον φώτισε. Η καρδιά της σκίρτησε. "Α, τον άτιμο, με παρακολουθεί". "Είπες κάτι?" Ρώτησε η φίλη της. "Όχι, μόνο το σκέφτηκα." "Μα όχι, το είπες". "Είμαι σίγουρη πως μόνο το σκέφτηκα. Τέλος πάντων, καθόμαστε? Δεν είμαι σίγουρη αν το είπα ή το σκέφτηκα". 
 Μετά, έκλεψε λιγάκι χρόνο και προχώρησε προς το παράθυρο. Ο τύπος ήταν εκεί κι έδινε μια μικρή παράσταση για τους περαστικούς. Είχε ανέβει σε κάτι ξυλοπόδαρα κι έκανε βαθιές υποκλίσεις προτάσσοντας ένα καπέλο. Μετά, έβγαζε τριαντάφυλλα απ΄τους κόρφους των γυναικών και τις έκανε να κοκκινίζουν. Τί χαμόγελο! Τί ολόασπρα δόντια! Τί φωτεινά μάτια! Όλα από εκατό μέτρα τα έβλεπε. Μόνο τα χείλη του ήταν διαρκώς σε μια σκιά.

 Όταν τελείωσε το πάρτι ένιωσε ανακουφισμένη. Έμεινε μόνη κι έβγαλε τα παπούτσια της. Περπάτησε ξυπόλητη μες στο σαλόνι και κατέβηκε στον δρόμο να τον δει. Ο τύπος τώρα είχε φορέσει έναν μανδύα, είχε βάψει το πρόσωπό του με πούδρα κι έστεκε ακίνητος κι ανέκφραστος παριστάνοντας το άγαλμα. Μπροστά του είχε απιθώσει το καπέλο, για να ρίχνουν οι περαστικοί τα κέρματα. Μα το καπέλο ήταν γυρισμένο μπρούμυτα. Να σήμαινε κάτι αυτό?
 Πάντως, είχε την ευκαιρία να τον πλησιάσει. Καταλάβαινε το ρόλο του. Δεν είχε το δικαίωμα να κουνηθεί, ήταν ένα άγαλμα και μάλιστα λυπημένο, επειδή πάνω στην πούδρα είχε ζωγραφίσει δύο μαύρα δάκρυα κάτω απ΄τα μάτια του. Πήγε κοντά και τον περιεργάστηκε. Προσπάθησε να συναντήσει το βλέμμα του, το δικό του ήταν αεικίνητο κι έβλεπε το κενό. "Προσπαθείς να τραβήξεις το ενδιαφέρον μου. Γιατί το κάνεις?" τον ρώτησε.
 Ο άνδρας χαλάρωσε το στημένο σώμα του κι ήταν σαν να έτριζε. Κούνησε τα χέρια του να ξεμουδιάσουν και κάθισε στο πεζούλι. Έβγαλε μια ταμπακιέρα και τράβηξε ένα τσιγάρο, το άναψε και της πρόσφερε ένα. Εκείνη το δέχτηκε και κάθισε δίπλα του.
 Η νύχτα ήταν υπέροχη καλοκαιρινή, το σπίτι απέναντι φεγγοβολούσε, στη μικρή του αυλή κάτι φυτά έμοιαζαν μόνο με τις σκιές τους. Οι περαστικοί είχαν αραιώσει. 
- Μιλούμε για έρωτα? Της πρότεινε. 
- Μίλα πρώτος.
- Μου ταιριάζεις.
- Πως το ξέρεις?
- Απ’ την καρδιά μου.
- Δεν σε γελά?
- Ποτέ.
- Τι ωραία! Και δεν σε προδίδει?
- Ποτέ!
- Έχεις λοιπόν μια σίγουρη καρδιά που φαίνεται μ’ επέλεξε.
- Έτσι ακριβώς.

- Προχωρούμε μια βόλτα? Του πρότεινε.
- Δεν φοράς παπούτσια, της είπε.
- Χαίρομαι που το πρόσεξες.
- Ζεις στον κόσμο σου.
- Όπως κι εσύ.

- Τι όμορφη νύχτα, κι εμείς οι δύο σε μια ξένη πόλη.
- Ναι, σε μια ξένη πόλη. Μα ωστόσο όχι εχθρική.
-Ωστόσο όχι εχθρική. Είπε εκείνη. Οι άνθρωποι δεν σου μοιάζουν σαν φιγούρες?
- Σαν φιγούρες. Είπε εκείνος.
- Κοίτα αυτή τη γριά, έχει πολλά βάσανα.
- Την έχουν λυγίσει, ωστόσο θα πεθάνει μια μέρα και θα είναι ελεύθερη και χαρούμενη ξανά, σαν παιδί.
- Σαν παιδί. Είπε εκείνη. Θα πετάξει στον ουρανό όταν ελευθερωθεί απ΄το δύσμοιρο σώμα της, θα περάσει όλη στο φως και θα λουστεί μες στο χρυσάφι του.
- Κοίτα αυτόν τον σκύλο, προχωρά στη διάβαση με σκυμμένο κεφάλι.
- Είναι κουρασμένος και λιγάκι θλιμμένος, φαίνεται να μην έχει σκοπό, ή να τον έχει χάσει.
- Έχουν οι σκύλοι σκοπό στη ζωή τους? Ποιος ξέρει? Είπε εκείνος.
- Κοίτα, ο κ. Μένιος ο φούρναρης ζυμώνει από τώρα το αυριανό ψωμί, να είναι με τα χάραμα έτοιμο, είπε εκείνη.

- Κρατάς το χέρι μου.
- Εδώ και ώρα.
- Πάμε απέναντι στο πάρκο.
- Έχεις κανονίσει να με φιλήσεις.
- Το θέλεις.
- Γι' αυτό δεν με ρωτάς.
- Γι' αυτό.
- Μυρίζω το σώμα σου.
- Κι εγώ το δικό σου.
- Έχεις ένα σημάδι στον ώμο.
- Πως το ξέρεις?
- Έτσι το είπα. Ας μην πάμε σπίτια μας απόψε.
- Ας μην πάμε.
- Έχεις σπίτι?
- 'Όχι.

- Επειδή είναι καλοκαίρι.
- Γι' αυτό.
- Ποιος σου σιδερώνει τα παντελόνια?
- Η αδερφή μου.
- Είσαι πράγματι αλήτης. Που έμαθες να παίζεις τόσο καλά φυσαρμόνικα?
- Απ΄τον παππού μου.
- Ήταν κι αυτός αλήτης.
- 'Ήταν βασιλιάς.
- Δηλαδή αλήτης.
- Ακριβώς.

- Τι σκέφτεσαι για το μέλλον?
- Τίποτα. Εσύ?
- Τίποτα.
- Ξέρεις… άνθρωποι σαν εμάς…
- Σσσς, μη μιλάς, άνθρωποι σαν εμάς… μόνον άνθρωποι σαν εμάς
ερωτεύονται.
- Είμαστε λοιπόν τυχεροί.
- Σσσς, μη μιλάς, ούτε για τύχη ούτε για ευτυχία.
Φίλησε με εκεί στη γωνιά, εγώ θα κλείσω τα μάτια και θα χαθώ. Έλα μαζί μου.
- Θα παίξουμε κρυφτό?
- Όχι. Όλοι οι άλλοι παίζουν κρυφτό, μα όχι άνθρωποι σαν εμάς,
εμείς ζούμε πάντα στα φανερά, όλες μας τις στιγμές
όλες τις πίκρες και τις χαρές μας, τις ζούμε.

- Φτάσαμε στη γωνιά.
- Την άλλη εννοούσα.
- Με κάνεις να σε θέλω πολύ. Με κάνεις να λιώνω για σένα. Νομίζω το αίμα μου θα χυθεί στην άσφαλτο.
- Σσσς. Είσαι άντρας και πρέπει να έχεις πάντα για μένα μια αναμμένη φωτιά.
Είμαι γυναίκα και πρέπει πάντα να διατηρώ τη φωτιά σου αναμμένη. Η καρδιά σου είναι που ακούγεται?
- Έχει ραγίσει το πουκάμισό μου.
- Φίλησέ με τώρα και πιάσε με απ΄τη μέση, θέλω το στήθος μου ν' ακουμπάει στο στέρνο σου και να τρίβεται στο δικό σου.
- Νομίζω πως θα εκτιναχτώ στ' άστρα. Μα να… κοίτα, η πόλη κάτω μας είναι. Πότε ανεβήκαμε ψηλά?
- Ναι, η πόλη κάτω μας είναι. Φίλα με πάλι.
- Κοίτα, μας κοιτάζει εκείνος ο σκύλος και μας χαμογελά, έχει ξεχάσει τη θλίψη του. Πόσο καλό κάνει το φιλί μας στους σκύλους, πότε δεν το κατάλαβα. Και η κουτσή γριά χορεύει. Νά, νά, τη βλέπεις? Χορεύει.
- Δε χρειάζεται να τη δω σε πιστεύω.

- Πως πέρασε η ώρα. Ο κυρ Μένιος θα έχει έτοιμο τώρα το ψωμί, πάμε να πάρουμε ένα ζεστό ψωμί?
- Είναι κιόλας χάραμα, μα τώρα μόλις δεν σε φίλησα?
- Ανόητε, τέσσερις ώρες με φιλάς.






04 Απριλίου 2016

Ο Νέος Άνθρωπος










  Ο νέος άνθρωπος θα είναι υγιής, θα καταργήσει τα νοσοκομεία και τους ψυχιάτρους. Ο νέος άνθρωπος θα είναι χαρούμενος, θα καταργήσει τη θλίψη, δεν θα είναι αυτοκαταστροφικός αλλά αυτοδύναμος.

 Ο νέος άνθρωπος θα είναι συλλογικός με μια όμως άλλη, βαθύτερη σύνδεση και χωρίς εξαρτήσεις. Θα είναι συλλογικός από κοινωνικότητα της φύσης του κι όχι από ανωμαλία της κοινωνίας, διότι θα χάσει την ανάγκη.

 Από τον πολιτισμό θα κρατήσει μόνο τον πολιτισμό και θα χάσει την βαρβαρότητά του. Απ’ τις ιδιότητές του θα κρατήσει τις ανάλαφρες. Απ’ τον έρωτα το άρωμά του.

Απ’ τη σκέψη του θα κρατήσει το νου του. Θα συνδέσει το μυαλό του με την πλατιά ευφυΐα κι η ατομική ευφυΐα θα συρρικνωθεί και θα εξαλειφθεί ως η αρμόζουσα θέση της.

 Θα χάσει εντελώς την πονηρία του για ν’ ανοίξει και ταυτόχρονα θα κερδίσει πίσω την χαμένη του εμπιστοσύνη. Θα παραδοθεί άνευ όρων στη ζωή για να μπορεί να της θέσει τους όρους του. Θα βασιλέψει ξανά η αθωότητα.

 Ο νέος άνθρωπος θα χάσει όλο το παρελθόν του μαζί και την προκατάληψη. Θα ξεδιαλέξει προσεκτικά την ιστορία και θ’ αφαιρέσει από μέσα της όσα στοιχεία τον φτιάχνουν θύμα της.

 Ο νέος άνθρωπος δεν θα ονειρεύεται κάποτε να ζήσει, αλλά θα ζει, στο τώρα. Θα ρίχνει πιο αραιά το βλέμμα του στο μέλλον και θα χάσει σημαντικό μέρος της ελπίδας του γιατί δεν θα την χρειάζεται. Ακόμα κι απ’ το σεξ ο νέος άνθρωπος θ’ αφαιρέσει σημαντικό μέρος του ζώου. Θα το φτιάξει περισσότερο ιεροτελεστία παρά κτηνώδεις πράξη.

 Ο νέος άνθρωπος θ’ αναθεωρήσει όσα ξέρει για τις ανθρώπινες σχέσεις και τους συνδέσμους τους. Θα σχετίζεται περισσότερο αυθόρμητα και με γνώμονα την αισθαντικότητα και τη διαίσθηση, κι όχι τον υπολογισμό, το σκοπό και τη σκέψη. Ο λόγος που θα σχετίζεται θα είναι επειδή θα νιώθει όμορφα να το κάνει και με τον καιρό θα εξαφανιστεί μεγάλο μέρος των πρέπει, καθώς θα καταργηθούν δια παντός οι δημόσιες σχέσεις και θα περάσουν στην ιστορία.

 Ο νέος άνθρωπος θα είναι πιο ελαφρύς· θα έχει λιγότερες αποσκευές με απόφαση κι αυτές να τις χάσει. Δεν θα δένει το γάιδαρό του. Θ’ αρκείται σε λίγα και καλά και θα χαθεί μεγάλο μέρος την φροντίδας για το μέλλον, καθώς θα εξαφανίζεται η ανάγκη για ασφάλεια κι ο ανταγωνισμός. Όσοι ακόμα θα προσπαθούν να χτίσουν γύρω τους μεγάλες περιουσίες, να συσσωρεύουν και να συγκεντρώνουν πλούτη.... θα περάσουν σ’ ένα είδος ποταπότητας και θα λεχθούν ως δεινόσαυροι.

 Ο νέος άνθρωπος θ’ ανοίξει τις αποθήκες και θα τα μοιράσει όλα. Θα κρατήσει μόνο λίγα περισσότερα απ’ όσα χρειάζεται και θα ζει με αυτά στην αφθονία.

 Θα εντοπίσει στην ψυχή του τον πλούτο και θα είναι βαθύπλουτος, θα το βλέπεις στο χαμόγελό του. Η οικονομία του νέου ανθρώπου θα είναι η εξακρίβωση των όσων χρειάζεται κι όχι των όσων ίσως χρειαστεί. Μαζί θα καταργηθεί κι η οικονομική εξουσία.

 Η πολιτική του νέου ανθρώπου δεν θα είναι κομματική αλλά κοινής συμφωνίας με άξονα την αγάπη. Όλοι σ’ αυτό το κέντρο θα συμφωνούν κι η δημοκρατία θα είναι αυτονόητη χωρίς πολλές διαφωνίες, επειδή όσα λόγια πηγάζουν απ’ την αγάπη θα τους βρίσκουν όλους σύμφωνους.

 Μαζί θα καταργηθούν οι θρησκείες κι ο σατανάς. Θ’ ανοίξει η κόλαση και θα γίνει γνωστό πως μόνο σ’ αυτή τη ζωή υπάρχει. Μαζί θα χαθεί κι η έννοια της τιμωρίας και της ενοχής ως αχρείαστες. Δεν θα χρειάζεται κανείς να πειθαρχεί επειδή θα είναι όλοι αυτό-πειθαρχημένοι και θα έχουν φανερό κέρδος απ’ αυτό, τόσο που δεν θα πέφτει το βλέμμα δίπλα ν’ αρπάξει. Ο νέος άνθρωπος θα είναι καλός από επιλογή και θέληση κι όχι από απειλή.

 Θα είναι πλήρης και δεν θα χρειάζεται συμπλήρωμα. Η ζήλια θα χαθεί. Θα είναι ευτυχισμένος χωρίς να φοβάται μη χάσει την ευτυχία του. Για τον νέο άνθρωπο δεν θα υπάρχει πτώση. Η απελπισία κι η απόγνωση θα χαθούν. Θα είναι πάντα στην ίδια ηλικία. Θα γεννιέται και θα πεθαίνει βρέφος. Θα ζει ως τα εκατό – εκατόν δέκα, χωρίς σημαντικά προβλήματα υγείας και θα πεθαίνει με απόφασή του.

 Ο νέος άνθρωπος θα καταργήσει το χρόνο και μαζί όλη την ανισότητα και τη σύγκρουση που φέρνει στη διάθεση. Θα μείνει άνετος και χωρίς περιορισμούς. Τα ρολόγια θα περάσουν στην ιστορία ως τραγικά κειμήλια. Θα κάνει αυτό που θέλει, όποτε το θέλει, και θα το κάνει καλά. Καθώς θα χάνει τον συμβιβασμό του.

 Θα παίρνει γνώση αυτογνωσίας από μικρός και θα επιλέγει την ειδικότητά του σύμφωνα με τη φυσική του κλίση. Θα χαθεί έτσι μεγάλο μέρος του καταναγκασμού και μαζί με τους ψυχιάτρους θα καταργηθούν κι οι ψυχολόγοι.

 Ο νέος άνθρωπος θα είναι πιο χορτοφάγος και θα τρώει για να ζει. Επειδή σημασία θα έχει να ζει κι όχι να τρώει.

 Το ποδόσφαιρο θα καταργηθεί και τα γήπεδα θα γίνουν ανοιχτά θέατρα για παραστάσεις εθελοντών ηθοποιών χωρίς εισιτήριο. Οι δε ναοί, μετά την αποκαθήλωση των θρησκειών, θα γίνουν φιλοσοφικές σχολές δωρεάν φοίτησης καθώς και σχολές χορού και τεχνών, όπου θα έχει και μια θέση η θρησκεία για όποιον την ασπάζεται.  Όλα αυτά δωρεάν απ’ την κοινότητα για μικρούς και μεγάλους μαθητές. Τα ιερά των ναών θα ανοίξουν και θα έχουν πρόσβαση όλοι σ’ αυτά κι όχι μόνο οι εκλεκτοί.

 Ύστερα θα καταργηθεί ο φόβος, η κλεψιά, καθώς κι ο γάμος. Οι δικαστές θα γίνουν αγάλματα κι οι αίθουσες δικαστηρίων παιδικοί σταθμοί. Θα υπάρχουν κάποιοι νόμοι αλλά μόνο για την ισορροπία, ως να βρεθεί και μετά θα χαθούν ως αχρείαστοι.

 Μετά από όλα αυτά θα χαθεί απ’ τον κόσμο η καταπίεση. Αργότερα θα χαθεί ο φόνος κι οι φυλακές.








Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...