Ας Μιλήσουμε για Έρωτα






 Ο τύπος έπαιζε έξω απ’ την είσοδο του μαγαζιού φυσαρμόνικα. Εκείνη είχε συνηθίσει να βλέπει ανάλογους τύπους σε γωνιές της πόλης. Μα... το βλέμμα της έπεσε για ένα δευτερόλεπτο περισσότερο σ’ αυτόν κι αυτό κάποιο στίγμα άφησε στη μνήμη. Όταν βγήκε κρατώντας μια τσάντα με ψώνια έψαξε να τον δει, όμως ο τύπος είχε φύγει.

 Αυτά ξέφυγαν ακόμα κι απ’ τη συνείδησή της. Όταν πλησίαζε σπίτι της, τον είδε καθισμένο σε μια μάντρα ενός διπλανού σπιτιού να παίζει το ίδιο μελαγχολικό τραγούδι. "Έλα Θεέ και Κύριε", σκέφτηκε, "πότε πρόλαβε να φτάσει ως εδώ?" Εκείνη είχε έρθει με το αυτοκίνητο. Χαμογέλασε όμως λιγάκι και τον πρόσεξε καλύτερα. Υπήρχε κάτι αταίριαστο σ’ αυτόν. "Τι κρίμα, τόσο νέος, και...χμ, αρκετά όμορφος... μα να είναι αλήτης", σκέφτηκε. Μετά, κάτι που είχε προσέξει χωρίς να το συνειδητοποιήσει, την έκανε πάλι να σκεφτεί γι' αυτόν. Ο τύπος είχε μακριά σγουρά μαλλιά και σίγουρα φρεσκολουσμένα, επειδή το αεράκι τα χάιδευε και τ' ανασήκωνε απαλά και γυάλιζαν ολοκάθαρα στον ήλιο, μα κι ο ίδιος σαν να γυάλιζε. Μετά, σκέφτηκε κάτι ακόμα: τις τσάκες του παντελονιού του, ήταν άψογα σιδερωμένες. Ακόμα πιο περίεργος της έμοιασε. Ένας πεντακάθαρος φρεσκολουσμένος αλήτης... με άψογη προσεγμένη εμφάνιση, που έπαιζε φυσαρμόνικα καθισμένος σε μαντρότοιχους, δεν το έβλεπε αυτό κάθε μέρα. Να είχε κάποια σχέση μ’ εκείνη? Να την είχε ακολουθήσει ως το σπίτι της? "Ας πάει στην ευχή!" Σκέφτηκε. "Τώρα έχω να φροντίσω για το πάρτι".

 Το πάρτι ήταν αργά τη νύχτα κι επειδή δεν της είχε αρέσει κανένας καβαλιέρος χόρευε αγκαλιασμένη με μια φίλη της, που όλο την παρέσερνε ως το παραθύρι και κοιτούσε έξω. "Περιμένεις κάποιον?" Τη ρώτησε η φίλη. "Όχι, κανέναν, απλώς έχω μια διαίσθηση".
 Η διαίσθηση φανερώθηκε στο άναμμα μιας φλόγας. Ο τύπος καθισμένος στο απέναντι πεζούλι άναβε τσιγάρο κι η φλόγα του αναπτήρα τον φώτισε. Η καρδιά της σκίρτησε. "Α, τον άτιμο, με παρακολουθεί". "Είπες κάτι?" Ρώτησε η φίλη της. "Όχι, μόνο το σκέφτηκα." "Μα όχι, το είπες". "Είμαι σίγουρη πως μόνο το σκέφτηκα. Τέλος πάντων, καθόμαστε? Δεν είμαι σίγουρη αν το είπα ή το σκέφτηκα". 
 Μετά, έκλεψε λιγάκι χρόνο και προχώρησε προς το παράθυρο. Ο τύπος ήταν εκεί κι έδινε μια μικρή παράσταση για τους περαστικούς. Είχε ανέβει σε κάτι ξυλοπόδαρα κι έκανε βαθιές υποκλίσεις προτάσσοντας ένα καπέλο. Μετά, έβγαζε τριαντάφυλλα απ΄τους κόρφους των γυναικών και τις έκανε να κοκκινίζουν. Τί χαμόγελο! Τί ολόασπρα δόντια! Τί φωτεινά μάτια! Όλα από εκατό μέτρα τα έβλεπε. Μόνο τα χείλη του ήταν διαρκώς σε μια σκιά.

 Όταν τελείωσε το πάρτι ένιωσε ανακουφισμένη. Έμεινε μόνη κι έβγαλε τα παπούτσια της. Περπάτησε ξυπόλητη μες στο σαλόνι και κατέβηκε στον δρόμο να τον δει. Ο τύπος τώρα είχε φορέσει έναν μανδύα, είχε βάψει το πρόσωπό του με πούδρα κι έστεκε ακίνητος κι ανέκφραστος παριστάνοντας το άγαλμα. Μπροστά του είχε απιθώσει το καπέλο, για να ρίχνουν οι περαστικοί τα κέρματα. Μα το καπέλο ήταν γυρισμένο μπρούμυτα. Να σήμαινε κάτι αυτό?
 Πάντως, είχε την ευκαιρία να τον πλησιάσει. Καταλάβαινε το ρόλο του. Δεν είχε το δικαίωμα να κουνηθεί, ήταν ένα άγαλμα και μάλιστα λυπημένο, επειδή πάνω στην πούδρα είχε ζωγραφίσει δύο μαύρα δάκρυα κάτω απ΄τα μάτια του. Πήγε κοντά και τον περιεργάστηκε. Προσπάθησε να συναντήσει το βλέμμα του, το δικό του ήταν αεικίνητο κι έβλεπε το κενό. "Προσπαθείς να τραβήξεις το ενδιαφέρον μου. Γιατί το κάνεις?" τον ρώτησε.
 Ο άνδρας χαλάρωσε το στημένο σώμα του κι ήταν σαν να έτριζε. Κούνησε τα χέρια του να ξεμουδιάσουν και κάθισε στο πεζούλι. Έβγαλε μια ταμπακιέρα και τράβηξε ένα τσιγάρο, το άναψε και της πρόσφερε ένα. Εκείνη το δέχτηκε και κάθισε δίπλα του.
 Η νύχτα ήταν υπέροχη καλοκαιρινή, το σπίτι απέναντι φεγγοβολούσε, στη μικρή του αυλή κάτι φυτά έμοιαζαν μόνο με τις σκιές τους. Οι περαστικοί είχαν αραιώσει. 
- Μιλούμε για έρωτα? Της πρότεινε. 
- Μίλα πρώτος.
- Μου ταιριάζεις.
- Πως το ξέρεις?
- Απ’ την καρδιά μου.
- Δεν σε γελά?
- Ποτέ.
- Τι ωραία! Και δεν σε προδίδει?
- Ποτέ!
- Έχεις λοιπόν μια σίγουρη καρδιά που φαίνεται μ’ επέλεξε.
- Έτσι ακριβώς.

- Προχωρούμε μια βόλτα? Του πρότεινε.
- Δεν φοράς παπούτσια, της είπε.
- Χαίρομαι που το πρόσεξες.
- Ζεις στον κόσμο σου.
- Όπως κι εσύ.

- Τι όμορφη νύχτα, κι εμείς οι δύο σε μια ξένη πόλη.
- Ναι, σε μια ξένη πόλη. Μα ωστόσο όχι εχθρική.
-Ωστόσο όχι εχθρική. Είπε εκείνη. Οι άνθρωποι δεν σου μοιάζουν σαν φιγούρες?
- Σαν φιγούρες. Είπε εκείνος.
- Κοίτα αυτή τη γριά, έχει πολλά βάσανα.
- Την έχουν λυγίσει, ωστόσο θα πεθάνει μια μέρα και θα είναι ελεύθερη και χαρούμενη ξανά, σαν παιδί.
- Σαν παιδί. Είπε εκείνη. Θα πετάξει στον ουρανό όταν ελευθερωθεί απ΄το δύσμοιρο σώμα της, θα περάσει όλη στο φως και θα λουστεί μες στο χρυσάφι του.
- Κοίτα αυτόν τον σκύλο, προχωρά στη διάβαση με σκυμμένο κεφάλι.
- Είναι κουρασμένος και λιγάκι θλιμμένος, φαίνεται να μην έχει σκοπό, ή να τον έχει χάσει.
- Έχουν οι σκύλοι σκοπό στη ζωή τους? Ποιος ξέρει? Είπε εκείνος.
- Κοίτα, ο κ. Μένιος ο φούρναρης ζυμώνει από τώρα το αυριανό ψωμί, να είναι με τα χάραμα έτοιμο, είπε εκείνη.

- Κρατάς το χέρι μου.
- Εδώ και ώρα.
- Πάμε απέναντι στο πάρκο.
- Έχεις κανονίσει να με φιλήσεις.
- Το θέλεις.
- Γι' αυτό δεν με ρωτάς.
- Γι' αυτό.
- Μυρίζω το σώμα σου.
- Κι εγώ το δικό σου.
- Έχεις ένα σημάδι στον ώμο.
- Πως το ξέρεις?
- Έτσι το είπα. Ας μην πάμε σπίτια μας απόψε.
- Ας μην πάμε.
- Έχεις σπίτι?
- 'Όχι.

- Επειδή είναι καλοκαίρι.
- Γι' αυτό.
- Ποιος σου σιδερώνει τα παντελόνια?
- Η αδερφή μου.
- Είσαι πράγματι αλήτης. Που έμαθες να παίζεις τόσο καλά φυσαρμόνικα?
- Απ΄τον παππού μου.
- Ήταν κι αυτός αλήτης.
- 'Ήταν βασιλιάς.
- Δηλαδή αλήτης.
- Ακριβώς.

- Τι σκέφτεσαι για το μέλλον?
- Τίποτα. Εσύ?
- Τίποτα.
- Ξέρεις… άνθρωποι σαν εμάς…
- Σσσς, μη μιλάς, άνθρωποι σαν εμάς… μόνον άνθρωποι σαν εμάς
ερωτεύονται.
- Είμαστε λοιπόν τυχεροί.
- Σσσς, μη μιλάς, ούτε για τύχη ούτε για ευτυχία.
Φίλησε με εκεί στη γωνιά, εγώ θα κλείσω τα μάτια και θα χαθώ. Έλα μαζί μου.
- Θα παίξουμε κρυφτό?
- Όχι. Όλοι οι άλλοι παίζουν κρυφτό, μα όχι άνθρωποι σαν εμάς,
εμείς ζούμε πάντα στα φανερά, όλες μας τις στιγμές
όλες τις πίκρες και τις χαρές μας, τις ζούμε.

- Φτάσαμε στη γωνιά.
- Την άλλη εννοούσα.
- Με κάνεις να σε θέλω πολύ. Με κάνεις να λιώνω για σένα. Νομίζω το αίμα μου θα χυθεί στην άσφαλτο.
- Σσσς. Είσαι άντρας και πρέπει να έχεις πάντα για μένα μια αναμμένη φωτιά.
Είμαι γυναίκα και πρέπει πάντα να διατηρώ τη φωτιά σου αναμμένη. Η καρδιά σου είναι που ακούγεται?
- Έχει ραγίσει το πουκάμισό μου.
- Φίλησέ με τώρα και πιάσε με απ΄τη μέση, θέλω το στήθος μου ν' ακουμπάει στο στέρνο σου και να τρίβεται στο δικό σου.
- Νομίζω πως θα εκτιναχτώ στ' άστρα. Μα να… κοίτα, η πόλη κάτω μας είναι. Πότε ανεβήκαμε ψηλά?
- Ναι, η πόλη κάτω μας είναι. Φίλα με πάλι.
- Κοίτα, μας κοιτάζει εκείνος ο σκύλος και μας χαμογελά, έχει ξεχάσει τη θλίψη του. Πόσο καλό κάνει το φιλί μας στους σκύλους, πότε δεν το κατάλαβα. Και η κουτσή γριά χορεύει. Νά, νά, τη βλέπεις? Χορεύει.
- Δε χρειάζεται να τη δω σε πιστεύω.

- Πως πέρασε η ώρα. Ο κυρ Μένιος θα έχει έτοιμο τώρα το ψωμί, πάμε να πάρουμε ένα ζεστό ψωμί?
- Είναι κιόλας χάραμα, μα τώρα μόλις δεν σε φίλησα?
- Ανόητε, τέσσερις ώρες με φιλάς.






Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία