Η Επαναστάτρια








 Αργότερα έλεγαν: "δεν της φαίνονταν". Μάλλον επειδή ήταν λιγνή. Θα πρέπει να ζύγιζε περίπου 40 κιλά, όμως αν το μεγαλείο πήγαινε με το κιλό ζύγιζε τόνους. Ήταν ήσυχη, σχεδόν αόρατη. Μικρή έπαιζε κρύβοντας τα μάτια της με τα χέρια της κι έλεγε στη μητέρα της: "Μητέρα δεν υπάρχω, δεν υπάρχω, που είμαι? Έχω χαθεί". Η μητέρα της γελούσε μαζί της. "Σε βλέπω, σε βλέπω", της έλεγε, "ψέματα λες". "Όχι όχι, δεν λέω ψέματα μητέρα, δεν υπάρχω, δεν υπάρχω", απαντούσε. Τότε η μητέρα της σκέφτονταν με φόβο μη τυχών το πιστέψει στη ζωή της πως δεν υπήρχε.
             
 Το αγαπημένο της καταφύγιο ήταν κάτω απ’ το κρεβάτι. Από κει έβλεπε τα φαρδιά πέλματα του πατέρα της. Κάποτε, με μια καρφίτσα, του τρύπησε ένα δάχτυλο. Είπε πως ήθελε να δει αν είχε αίμα, έλεγε για τον πατέρα της στη μητέρα της πως ήταν ψεύτικος.Της έλεγε πως ο πατέρας της ήταν ζωγραφιστός κι από χαρτόνι. Κι όλο αυτό επειδή δεν μύριζε.

 Η Μ. ήταν αρνί και λιοντάρι. Αρνί στη ζωή λιοντάρι στη γραφή της. Ποτέ αυτά τα δύο δεν τα γεφύρωσε. Στην ζωή ήταν άτονη, άψυχη, σχεδόν σέρνονταν. Στην γραφή της έβγαινε ένας βρυχηθμός. Όσοι τη γνώρισαν ζαλίστηκαν, δεν μπόρεσαν ποτέ να τακτοποιήσουν τη γραφή της με την ίδια. Προσπάθησαν να κοιτάξουν μέσα απ’ τα μάτια της, να δουν την ψυχή της. Τίποτα. Η Μ. απλώς δεν το πρόδιδε, η Μ. απλώς απουσίαζε, είχε κρατήσει ωστόσο κάτι ιερό.

 Κυκλοφορούσε με κουρέλια κι είχε πάντα μια χαρούμενη ψυχή, δεν ήταν διόλου αντιρρησίας. Όμως η γραφή της ήταν καθολικά ασυμβίβαστη κι ανατρεπτική. Στη γραφή της ήταν πάντα μόνη εναντίων όλων. Η Μ. - από μια βαθιά της ανάγκη για ελευθερία - δεν ξεδιάλεγε τα θετικά και τα σωστά της οποιαδήποτε κατάστασης. Ήταν ισοπεδωτική, ήταν μηδενίστρια. Στη ζωή της ήταν ένα καθολικό Ναι - σχεδόν σκυφτό κεφάλι. Στη γραφή της ένα καθολικό Όχι. Στη ζωή της παραδίνονταν άνευ όρων, στη γραφή της ήταν καθαρή αντίσταση.

 Είχε μέσα της ένα αίσθημα μη προδοσίας. Είχε μέσα της ένα αίσθημα αντίθετο. Όμως δεν ήταν ένα αίσθημα αντίθετο σε κάτι συγκεκριμένο, ήταν ένα αίσθημα αντίθετο σε ό,τι την πλήγωνε και την περιόριζε, δηλαδή σε όλα. Μάλλον δεν ήταν καν ένα αντίθετο αίσθημα, ήταν ένα αίσθημα καινούργιο, που προσπαθούσε να βάλει σε τάξη με το μυαλό της ό,τι εκείνο πρέσβευε. Ήταν ένα αίσθημα που προσπαθούσε να το καταλάβει τι ήθελε να πει, να το φτιάξει λέξεις.

 Ένα τέτοιο αίσθημα καινούργιο θα μπορούσε να έχει ο Χριστός, ή κάποιος άλλος. Θα μπορούσε να έχουν όλοι ένα τέτοιο αίσθημα κι απλώς να το έχουν σκεπασμένο, ή υποταγμένο, ή δαρμένο, ή φιμωμένο, να μην φωνάζει τόσο πολύ. Αυτό το αίσθημα αρχικά μπορεί να προβάλει ως ισχυρό εγώ, ή αργότερα ως ήπιο εμείς. Μπορεί να γίνει τρέλα, σχιζοφρένεια ή παρανόηση. Το να κρύβεις μέσα σου ένα αίσθημα καινούργιο καμιά εποχή δεν το δέχεται και κανένας άνθρωπος της εποχής. Σχεδόν δεν είναι δώρο.

 Στη ζωή είχε ικανότητα ελιγμών, στην γραφή της καθαρή ευθεία. Η γραφή της ήταν βαθύτερη απ’ τη ζωή της, η γραφή της ήταν βαθύτερη απ’ την ίδια. Σε όλους έτσι συμβαίνει, μα στην Μ. η γραφή ήταν πολλαπλάσια βαθύτερη απ’ την ίδια. Σχεδόν αυτόνομη κι αυτεξούσια. Δεν την όριζε, της είχε ξεφύγει και μόνο την ακολουθούσε, της άρεσε να την ακολουθεί.

 Η Μ. ήταν ένα πρόσωπο ανυπολόγιστο, απ’ αυτά που συνήθως τα δίνουμε ελάχιστη σημασία, είχε όμως την ψυχολογία μιας Ζαν ντ'Αρκ. Κάποτε είχε καταφύγει στο αλκοόλ κι έπινε πράγματι πολύ για το μέγεθός της. Μπορούσε να πιει όσο ζύγιζε κι ήπιε πολύ και για ένα χρόνο περίπου.
 Μετά χάθηκε ξαφνικά απ’ τον κόσμο και τα μάτια του, ελάχιστοι ενδιαφέρθηκαν και για λίγο. Κανείς δεν ήξερε που ήταν και τί συνέβη σ’ αυτό το διάστημα. Μα όταν είχε επιστρέψει ήταν σαν καινούργια και γυάλιζε.

 Την είχε ψάξει η μητέρα της. Μια μέρα, γριά τότε, την αναζήτησε και τη βρήκε μέσα σε μια ερειπωμένη αποθήκη. Όταν άνοιξε την πόρτα της είχε δει πως ήταν γεμάτη περιστέρια που έμπαιναν απ’ τα σπασμένα της παράθυρα. Στη μέση της αποθήκης υπήρχε ένα παλιό μεταλλικό κρεβάτι, στάθηκε από πάνω του κι είπε: "Βγες μικρή μου αγάπη".  Η Μ. σύρθηκε κάτω απ΄το κρεβάτι και βγήκε έξω τυφλωμένη απ’ το φως του μεσημεριού. Είχε πάντα με τα χέρια της κλειστά τα μάτια και κλαίγοντας μουρμούριζε: "Δεν υπάρχω μητέρα, δεν υπάρχω σου λέω, γιατί δεν με πιστεύεις?" Μα τότε, στη ηλικία περίπου των σαράντα πέντε, δεν το πίστευε ούτε η ίδια πως δεν υπήρχε. Κι αυτό ήταν τραγικό. Είχε διαψευστεί, είχε διαψεύσει τον εαυτό της.

 Αργότερα, τα καλοκαίρια, στην κωμόπολη, γύριζε ξυπόλητη. Είχε μια παράξενη φήμη, την έλεγαν βέβαια τρελή αλλά όχι με σιγουριά, επειδή η Μ, ήταν ένα άτομο μ' επίγνωση, ωστόσο την έλεγαν τρελή. Τριγύρισε στις ρεματιές κι έλεγαν πως μιλάει μόνη της, εκείνη μιλούσε στα πουλιά, ωστόσο έλεγαν πως μιλάει μόνη της.
 Μετά, κατά τα πενήντα της χρόνια, είχε βρει τη γαλήνη. Οι άνθρωποι δεν την πλησίαζαν εύκολα, περισσότερο την πλησίαζαν τα παιδιά αλλά κι αυτά με μια διάθεση να την πειράξουν. Μια νύχτα την είδα γυμνή σε μια παραλία πάνω από μια φωτιά, είχε κάψει το φουστάνι της.

 Η Μ. ήταν φορέας κάτι καινούργιου, που δεν είχαν οι άνθρωποι ακόμα πληροφορίες για αυτό στο μυαλό τους και της ήταν τρομαχτικά δύσκολο να το επικοινωνήσει. Μα δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι ελεύθερη αν δεν έβρισκε τον τρόπο. Δεν βρήκε ποτέ τον τρόπο. Μαζί δεν άντεξε την πίεση του περιβάλλοντος που ήταν κι εσωτερική της πίεση. Μια νύχτα κρεμάστηκε σ' εκείνη την αποθήκη με τα περιστέρια, πατώντας πάνω σ' ένα μικρό μπαούλο.
Όταν το άνοιξαν είδαν πως ήταν γεμάτο με τα γραπτά της. Ο πιο έγκυρος μελετητής της είπε πως σε όλη τη ζωή της προσπαθούσε να βάλει σε μια θέση τ’ άστρα.


Ένα ποίημά της είναι το παρακάτω:



ΔΕΝ ΥΠΆΡΧΩ

 Δεν υπάρχω, κι αυτό είναι απόδειξη
είμαι σίγουρη πως δεν υπάρχω κι έχω μόνο
ενδείξεις ζωής
μα δεν μπορώ να στηριχτώ σ’ ενδείξεις.
Την παρουσία μου στη ζωή την υποψιάζομαι
κανένα δικαστήριο δεν θα έβγαζε ετυμηγορία ζωντανή
βασισμένο σε υποψίες
το ότι δεν υπάρχω λοιπόν είναι δίκιο
που δεν το μοιράζομαι
και δεν μπορώ να πείσω κανέναν γι’ αυτό
επειδή λένε με βλέπουν κι είναι αδύνατος
ο ισχυρισμός μου.
Θα μου επιστρέψετε όμως να ξέρω καλύτερα.

Στήριξα όλη τη ζωή μου σ’ ένα χτυποκάρδι
άλλοι λένε υπάρχουν και παρουσιάζουν
διάφορους λόγους γι’ αυτό - π. χ. τα χέρια τους,
μα συνήθως πονούν κι υπάρχουν.

Δεν υπάρχω. Χρειάζεται πολλές στιγμές μες τη μέρα
να σταθώ ακίνητη και να συνειδητοποιώ
την παρουσία μου στη ζωή, κι αυτό διαρκώς.
Υπάρχω μόνο εκείνη τη στιγμή της συνειδητοποίησης πως υπάρχω
όλες τις άλλες στιγμές δεν υπάρχω
κι είναι αυτό - σχεδόν θα μπορούσες να πεις - ευχάριστο. 










Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία