30 Μαΐου 2016

Της Ύπαρξης το Πικρό Αστείο







... Και μετά, αφού κυνήγησες επίμονα την εμπειρία
κι έφτιαξες μια ισχυρή προσωπικότητα
μια νύχτα καταλαβαίνεις πως
η προσωπικότητα σε πνίγει, σε φυλακίζει και πρέπει
να βγεις τώρα απ’ την προσωπικότητα.

... Και μετά, αφού φρόντισες και μερίμνησες όσο λίγοι
αδιάκοπα και με όλη την ύπαρξή σου το εγώ σου
καταλαβαίνεις πως φρόντιζες το πρόβλημά σου
και πρέπει τώρα ν' αποταυτιστείς απ’ το εγώ σου
για να χάσεις τη θλίψη και τον πόνο σου.

... Και μετά, αφού στη σκέψη σου ποντάρισες
επιτυχίες, χρήμα και δόξες
και σκέφτηκες πολύ
μαθαίνεις μια νύχτα πως μόνο δυστυχία σου φέρνει
και πρέπει ν’ αποταυτιστείς κι απ’ τη σκέψη σου.

… Και μετά, αφού αισθάνθηκες με όλους τους τρόπους
κι όλα τα αισθήματά σου για σένα αληθινά ήταν
- η απελπισία σου, η απόγνωση, ο φόβος -
μαθαίνεις μια νύχτα πως δεν είσαι ούτε τα συναισθήματά σου
μα κάτι άλλο πίσω σ’ ένα σημείο σταθερό
που ποτέ δεν κινδυνεύει, ποτέ δεν χάνεται
κι άλλη μια νύχτα μαθαίνεις
ως παρατηρητής τα συναισθήματά σου να τα παρακολουθείς,
ως τρίτος απ' έξω. 

... Και μετά από τόσες επιθυμίες
κατανοείς πως η επιθυμία είναι το πρόβλημα
και μετά από τόση αναζήτηση απόλαυσης κι ευχαρίστησης
αντιλαμβάνεσαι αμυδρά πως πονάς
και μετά τόσα όνειρα ανακαλύπτεις
πως δεν υπάρχει μέλλον.

 ... Και μετά, αφού μέσα στον κόσμο και την κοινωνία έζησες
και γνώρισες και έμαθες κι όσο κανείς άλλος πληροφορήθηκες…
μαθαίνεις μια νύχτα πως είσαι προγραμματισμένος
και πως κάποιος σε φτιάχνει κουμάντο
από χιλιάδες χιλιόμετρα απόσταση
κι όλο αυτό εσύ, όλη την πληροφόρηση και την αγωνία,
τα θέλησες για την ανεξαρτησία σου.

... Και μετά, αφού γιγάντωσες την ύπαρξή σου
γερά την έδεσες, τόνους τη φόρτωσες να πλατύνει
να πάρει όγκο ν' αυξηθεί
μαθαίνεις μια νύχτα πως αυτό που στ' αλήθεια είσαι
ούτε αυξάνεται ποτέ ούτε μειώνεται
ούτε ανεβαίνει ούτε πέφτει
και μαθαίνεις μια νύχτα πως η ύπαρξή σου
στο βάθος της ζυγίζει ένα γραμμάριο.
Κι αφού την ευτυχία κυνήγησες,
μαθαίνεις μια νύχτα πως η ευτυχία
ήταν από πάντα μέσα σου
κι αφού μακριά έφυγες επιστρέφεις.

…Κι αφού καλά τα λογάριασες και τα πρόσθεσες
το ένα πάνω στο άλλο
μαθαίνεις μια νύχτα πως ο τρόπος ήταν η αφαίρεση.

… Κι αφού κατάφερες με όλα αυτά την ύπαρξή σου
στο τσιμέντο να θάψεις...
αρχίζεις να σκάβεις να την ξεθάψεις
... κι αφού τη γέμισες ως απάνω μπάζα
με το βάρος της σε κατεδαφίζει
... κι αφού ένα καναρίνι ήταν όλο απ’ την αρχή
το έφτιαξες ελέφαντα που κάτω σε πατάει.

... Κι αφού την έδεσες τη ζωή, την κάρφωσες, την ασφάλισες
εδώ αιώνια να μείνει μη τη χάσεις, μη σου φύγει
μαθαίνεις πως ο τρόπος να ζεις
είναι να μην φοβάσαι το θάνατο
και μαθαίνεις πως ο τρόπος να πεθαίνεις
είναι να έχεις ζήσει.

 … Κι αφού την ύπαρξή σου τη διπλοκλείδωσες
και κλειδαριές σαν κοσμήματα της φόρεσες
αρχίζεις όλα να τα υπονομεύεις
και κάπου πάντα αργά ανακαλύπτεις
ένα φτερό μες στους ογκολίθους.

… Κι έχεις μετά φόβο, αλυσίδες να σπάσεις
και κάθεσαι ως αργά τη νύχτα και διαβάζεις ποίηση
να βρεις παρηγοριά.
… Κι ενώ ήταν πάντα απλό έγινε φοβερά πολύπλοκο
… Κι ενώ ήταν πάντα μέσα σου
σε όλον τον κόσμο χρειάστηκε
να το αναζητήσεις.

 … Και μετά από χιλιάδες φωτογραφίες
αργά επιστρέφεις στην πρωταρχική σου μορφή
και μπορείς, ως άνθρωπος πια, να μπορέσεις να πεθάνεις. 



 



29 Μαΐου 2016

Νύχτα Κρίσης




Ο κόσμος κυλούσε γύρω της σαν ορμητικός καταρράχτης
τα πόδια της υγρά, ερμητικά υγρά και στο κέντρο τους
ένας τένοντας από μάρμαρο.
Στο σώμα της το μυαλό της, αδιάφορη για τους πολιτικούς
και τους ρήτορες. Έλεγαν θα καταστραφεί ο κόσμος·
αδημονούσε γι' αυτό.
Κάπνιζε ένα τσιγάρο με μικρές γουλιές μέθεξης
κι απολάμβανε την ηρεμία ενός χαπιού
αναρωτιόταν πως να είναι το άλλο μισό του άντρα
το πιο υψηλό του - είχε γνωρίσει ως τώρα το χαμηλότερο
σε όλη του την κατηφοριά και την ολίσθηση.
Τα μάτια της υγρά - μια καλογριά του πόθου
είχε γνωρίσει ως τώρα στη ζωή της πως είναι το ορμητικό
πως είναι εκείνο που σε παρασέρνει, το ασυγκράτητο.
Κι αργά διέκρινε μες την ομίχλη πως είναι εκείνο που σε συνεπαίρνει
και τη μεταξύ τους διαφορά.
Μα σε μια σκέψη αγάπης της ήρθε λόξιγκας.

Ένας εραστής περπατούσε στο ταβάνι
κι εκείνη; ήθελε επιτέλους να γνωρίσει τον έρωτα.
Μετά από δέκα και πλέον.
Το σώμα της; λοξό, τραβηγμένο κατά τις απόψεις.
Το χάιδευε κι εκείνο ακόμα ένιωθε - επίμονο σώμα
να μην θέλει να σβήσει. Παρά τα τριάντα της χρόνια
που είχαν διαρκέσει μία και πλέον αιωνιότητες.

Τώρα, τώρα που όλα αυτά είχαν περάσει
κι είχαν αφήσει πίσω τους ένα ερείπιο
μια άδεια νύχτα σαν αυτήν
μια υποψία την έδερνε.

Τώρα, μετά από έναν κύκλο εφιαλτικό
ξυπνούσε
ζαρωμένη σε μια γωνιά
καλλονή μα χαμένη στην παρρησία και την αλαζονεία
εκλιπαρούσε και παρακαλούσε
δίχως ακόμα να ξέρει τί.

Ίσως, έλεγε, ίσως, ας το τολμήσω να ζήσω. 

Με τόση ζωή να έχει ζήσει και τόση δίψα
για ζωή παράλληλα.








24 Μαΐου 2016

Της Τύχης το Κλειδί






Δεν μπορεί, λέω, θα βρω μια θέση σ’ αυτόν τον κόσμο
αρκεί να καταλάβω ποιος απ’ τους δυό μας ζει στην εξορία.
Δεν μπορεί, λέω, θα βρω δυό τρεις φίλους να μην λαδώνονται
κι ίσως ακόμα μια γυναίκα χωρίς περούκα.
Δεν μπορεί, λέω, δεν είναι δυνατόν, αφού οι σκύλοι
με αναγνωρίζουν για καλό άνθρωπο. Κάποτε, λέω, κι οι άνθρωποι
μπορεί να μ’ εκτιμήσου, εκτός κι αν εξαρτηθεί απ’ τα περιστατικά.
Δεν μπορεί, λέω, να έπεσα τόσο έξω απ’ τον κόσμο
αφού στο σημάδι είμαι καλός. Και δεν μπορεί, μια γωνιά
πάντα υπάρχει για τους απόκληρους, ακόμα και για τους
απροσάρμοστους, γιατί και την εφαρμογή την ξέρω
πως άλλοτε τη φέρνεις στα μέτρα σου κι άλλοτε σε φέρνει
στα δικά της. Και δεν μπορεί, φύση και πόλη το ίδιο θα είναι,
ούτε μπορεί, παρά η θάλασσα να ‘χει και λίγο βουνό
Και δεν μπορεί, λέω, ο δεξιοτέχνης άνθρωπος
ποτέ να χαθεί.
Δεν μπορεί, και τη συγκυρία την ξέρω πως δουλεύει
και το ρολόι.
Και το ξέρω, πως κάθε ζωή μ’ ένα κλειδί ανοίγει,
της τύχης το κλειδί. 









Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...