Το Νύχι της Πρωτομαγιάς



 Μουδιασμένο το Πάσχα μουδιασμένη κι η Πρωτομαγιά
πού είναι τα ξεφαντώματα, οι ανοιχτές καρδιές, τα γέλια!
Σφιγμένος ο άνθρωπος στο βάθος του, ο άνθρωπος
είναι το βάθος του.
 Ακόμα κι αυτοί που δεν έχουν λόγο να κρατούν τη διάθεσή τους την κρατούν, μόνο κάποια σαχλά αστεία ξεμυτίζουν από μια τέτοια διάθεση, ένα παγωμένο χιούμορ που κανείς μαζί του δεν γελά.
Και μια έντονη διάθεση να ενδιαφερθούμε για κάτι άλλο πλην εκείνου που μας τρώει.
 Εκείνο που μας τρώει γυρεύει μια άμεση αντιμετώπιση μα ο Γιώργης συχνά λέει: Άφησέ το τώρα, δεν θέλω να το σκέφτομαι, μη μιλάς γι' αυτό. Και το αφήνω, δεν του μιλώ γι' αυτό, και χρόνια τώρα τον τρώει.
Δεν θέλει να το θυμάται κι εκείνο δεν υπάρχει. Δεν θέλει να το σκέφτεται κι είναι σαν να έχει χαθεί. Κι όταν το κάνει καιρό αυτό... φτάνει πάντα κάτι σαν σφυριά στα μηνίγγια και του το θυμίζει.
 Δεν μιλώ Γιώργη γι' αυτό, δεν μιλώ ούτε για το άλλο, αν εσύ πιστεύεις πως ετούτη είναι η λύση. Δεν μιλώ για τίποτα πια, και που βλέπω άθλος είναι.
 Μα σε βλέπω να λυγίζεις και δεν μιλώ και σε τρώει εκείνο μ' έναν τρόπο αριστοτεχνικό, λες να μη ξέρω πως τις νύχτες διαβάζεις ποίηση να γλυκαθείς.
 Ας περάσουμε άλλη μια φορά την κουβέντα από πάνω του κι ας το πατήσουμε κάτω να λιώσει το φίδι, όχι Γιώργη, δεν μιλώ, μα αν του έκοβες το κεφάλι θα με γλίτωνες απ΄τα φίδια του κόσμου ετούτου και τις έχιδνες.
 Δεν μιλώ Γιώργη, ας το σκεπάσουμε κι ας το αφήσουμε μέσα μας να σαπίσει, μα είναι στην ψυχή μας Γιώργη και την ψυχή μας σαπίζει. Τι λες τώρα; Να μη μιλώ ή να το φέρνω στα μάτια και να το κοιτάζω; Τι λες τώρα; Να μη μιλώ ή να το ανοίγω και να το διαβάζω σαν ένα μικρό περίεργο παιδί; Κουράστηκα απ΄τον θυμό σου Γιώργη, κουράστηκα να σε βλέπω να βαράς τις γροθιές σου στους τοίχους. 
 Κουράστηκα να σε βλέπω να προσπαθείς να σπάσεις τον καθρέφτη σου και να μην καταφέρνεις ούτε να τον ραγίσεις. Γι' αυτό με βλέπεις να εντρυφώ τόσο στη λεπτομέρεια, γιατί έρχονται νύχτες που το πιάνω στα χέρια και το εξετάζω σαν γιατρός, γιατί ο ένας απ΄τους δυο θα χαθεί Γιώργο και θα είναι ή εκείνο ή εμείς.
 Επειδή όσο υπάρχει για εκείνο θα μιλούμε Γιώργο, όπου κι αν το βλέπουμε, ακριβώς επειδή υπάρχει.
Κουράστηκα να σε βλέπω ν' ανοίγεις τη μουσική στη διαπασών για να σκεπάσεις τις σκέψεις σου, επειδή υποψιάζομαι πως το φέρσιμό σου αυτό ευθύνεται για το χαμένο Πάσχα και τη λησμονημένη Πρωτομαγιά. Γιατί δεν ακούς πια ούτε την Άνοιξη, ούτε τα πουλιά ούτε τα λουλούδια κι έχασες τη χαρά σου Γιώργη, σου την πήραν μια νύχτα μέσα απ' τα χέρια σου, σου έχουν κλέψει τη χαρά και στη θέση της σού έχουν βάλει ένα τσίγκινο ανθοδοχείο με πλαστικά λουλούδια, που τα ποτίζεις όχι με κρυστάλλινο νερό αλλά με θειάφι.
 Δεν είσαι εσύ Γιώργη που θυμάμαι, άλλαξες, έγινες τραχύς στην επιφάνεια κι έμεινες τρυφερός στο βάθος, μα αυτό το βάθος αν δεν το φέρεις στο βλέμμα σου η τρυφερότητα του ισοδύναμη με έναν κίνδυνο κι η αγάπη σου μ' ένα κουρέλι. Είσαι γεμάτος τρύπες απ΄τις σφαίρες Γιώργο, κι απ΄τις τρύπες ακούς και βλέπεις, η οθόνη σου έγινε ασπρόμαυρη πια και παίζει πάντα ξένη ταινία.
 Δεν μιλώ Γιώργη, μα σε βλέπω χρόνια τώρα να προχωράς και να μην φτάνεις πουθενά και τ΄όνειρό σου έγινε βαρύ σαν πέτρα. Δεν το ονειρεύεσαι πια, το κουβαλάς. Επιβιώνεις ωστόσο μα θα ήθελα και να ζεις, και ν' άνοιγε η μορφή σου καμιά φορά να κελαηδούσες. Μα αν σου μιλήσω για εκείνο που σε τρώει απαντάς πάντα είναι κάτι που, και χώνεσαι ξανά μες τα τεφτέρια σου, τα μούτρα σου δεν τα βλέπει ο ήλιος. 
 Γέρασες Γιώργη, τ' άσπρα σου μαλλιά φανερώνουν μια προσδοκία. Τι περιμένεις; Σε ρωτώ μα δεν απαντάς, μόνο γυρίζεις το κεφάλι και με κοιτάζεις με νοσταλγία. 
 Θυμάσαι εκείνον τον Παγοπώλη, το ψηλό εκείνο παιδί που μας έφερνε μικρούς στα σπίτια μας πάγο; Ίδιος με τον πάγο έγινες Γιώργη, ένα ξεχασμένο χαμόγελο υπάρχει στο πρόσωπό σου, που δεν είναι πια η υπογραφή σου και δεν το σβήνεις ούτε με το κλάμα.
 Ύστερα μου λες άλλαξε η Πρωτομαγιά, χάλασε κι αυτή. Δεν άλλαξε η Πρωτομαγιά Γιώργη, μήτε τα πουλιά και τα λουλούδια, εσύ άλλαξες και δεν σε φτάνουν. Μα δεν σου μιλώ ούτε για τον θώρακα που απέκτησες ούτε για το άρωμα που με μανία αποκρούεις, ούτε που δεν σ΄αγγίζει πια το θρόισμα απ΄τις Λεύκες, μα τις κοιτάς σαν κάτι ψηλά δέντρα που δεν ανασαίνουν. Είναι η δική σου ανάσα κομμένη Γιώργη μου, μα δεν μιλώ γι' αυτά.
 Τι σε τρώει Γιώργη μου; Δώσε του έναν ορισμό και βγάλτο από μέσα σου. Χωρίς εκείνο να σε τρώει θα δεις πως όλα θα πάνε καλύτερα, επειδή σε τρώει είναι μισοφαγωμένος ο κόσμος. Υπάρχουν όλα εκεί έξω όπως τ' αφήσαμε Γιώργη μου, λιώσε εσύ τον πάγο στην καρδιά σου και θα δεις, πως καλοκαίρι είναι. 


 Χρόνια σας Πολλά!

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία