Νύχτα Κρίσης




Ο κόσμος κυλούσε γύρω της σαν ορμητικός καταρράχτης
τα πόδια της υγρά, ερμητικά υγρά και στο κέντρο τους
ένας τένοντας από μάρμαρο.
Στο σώμα της το μυαλό της, αδιάφορη για τους πολιτικούς
και τους ρήτορες. Έλεγαν θα καταστραφεί ο κόσμος·
αδημονούσε γι' αυτό.
Κάπνιζε ένα τσιγάρο με μικρές γουλιές μέθεξης
κι απολάμβανε την ηρεμία ενός χαπιού
αναρωτιόταν πως να είναι το άλλο μισό του άντρα
το πιο υψηλό του - είχε γνωρίσει ως τώρα το χαμηλότερο
σε όλη του την κατηφοριά και την ολίσθηση.
Τα μάτια της υγρά - μια καλογριά του πόθου
είχε γνωρίσει ως τώρα στη ζωή της πως είναι το ορμητικό
πως είναι εκείνο που σε παρασέρνει, το ασυγκράτητο.
Κι αργά διέκρινε μες την ομίχλη πως είναι εκείνο που σε συνεπαίρνει
και τη μεταξύ τους διαφορά.
Μα σε μια σκέψη αγάπης της ήρθε λόξιγκας.

Ένας εραστής περπατούσε στο ταβάνι
κι εκείνη; ήθελε επιτέλους να γνωρίσει τον έρωτα.
Μετά από δέκα και πλέον.
Το σώμα της; λοξό, τραβηγμένο κατά τις απόψεις.
Το χάιδευε κι εκείνο ακόμα ένιωθε - επίμονο σώμα
να μην θέλει να σβήσει. Παρά τα τριάντα της χρόνια
που είχαν διαρκέσει μία και πλέον αιωνιότητες.

Τώρα, τώρα που όλα αυτά είχαν περάσει
κι είχαν αφήσει πίσω τους ένα ερείπιο
μια άδεια νύχτα σαν αυτήν
μια υποψία την έδερνε.

Τώρα, μετά από έναν κύκλο εφιαλτικό
ξυπνούσε
ζαρωμένη σε μια γωνιά
καλλονή μα χαμένη στην παρρησία και την αλαζονεία
εκλιπαρούσε και παρακαλούσε
δίχως ακόμα να ξέρει τί.

Ίσως, έλεγε, ίσως, ας το τολμήσω να ζήσω. 

Με τόση ζωή να έχει ζήσει και τόση δίψα
για ζωή παράλληλα.








Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία