18 Ιουλίου 2016

Ο Σταθμός







Το τρένο του αργούσε
όμως τα τρένα αργούσαν
μετά, τρένα συχνά περνούσαν
όμως πού πήγαιναν.

Ο σταθμός τον έδεσε με την υπομονή
εκεί κατάλαβε τον χαρακτήρα των τρένων
έβλεπε ανθρώπους να κουβαλούν
στις πλάτες άλλους ανθρώπους·
άλλους που διαρκώς σκαρφάλωναν
άλλους που διαρκώς απέφευγαν
έρχονταν για λίγο ανυπόμονοι στο σταθμό
έπαιρναν το πρώτο τρένο, αλλά για πού
αφού κύκλος ήταν.

Τα περισσότερα πήγαιναν στην Αλάσκα
μα δεν το έγραφαν παρά μόνο σ’ ένα μικρό καρτελάκι
στα πόδια τους
είχαν μια μεγάλη επιγραφή στο κούτελο
που έγραφε παράδεισος·
πλανόδια τρένα, κρύα, κι έβλεπες απ’ τα παράθυρά τους
γυναίκες καλοχτενισμένες μα δίχως μαλλιά.

Εκεί στο σταθμό γίνονταν οι υπολογισμοί
στο πόδι, το κούρντιζαν το πόδι και βάδιζε μόνο του
άλλοι υπολογισμοί γίνονταν στο μάτι
ρύθμιζαν το μάτι κι έβλεπε σύμφωνα με το τοπίο·
μερικοί έστριβαν λοξά σε μια εκδρομή
άλλοι πήγαιναν στον καιάδα
κάτω ήταν η κόλαση
κάποιοι περπατούσαν πάνω απ’ την κόλαση
χαμογελούσαν περίεργα
φορούσαν στο κεφάλι καπέλο.

Υπήρχε σταθμάρχης εκεί μαρμαρωμένος
είχε αντί γι' ανάσα σφυρίχτρα
υπήρχαν εκεί αγάλματα ταξιδιωτών
που ποτέ δεν ήρθαν και ποτέ δεν έφυγαν απ’ το σταθμό
κι όμως τους έβλεπαν
επειδή είχαν στηθεί κι έπαιρναν πόζες.

Οι φωτογράφοι τα έλεγαν, λίγο πιο εκεί
λίγο πιο εδώ την ακινησία σας παρακαλώ
και τα φωτογράφιζαν απ’ έξω για τις
ασπρόμαυρες εφημερίδες·
χωρίς να παίρνουν το σκόρο
που ατυχώς δεν έτρωγε το μάρμαρο
αλλά την ψυχή τους.

Εκεί στο σταθμό συχνά άνθρωποι ερωτεύονταν
έλεγαν πως έτσι έπαιρναν ένα τρένο
όμως κι αυτό για πού·
ύστερα, ποτέ δεν έπαιρναν ένα τρένο
επειδή δεν έπαιρναν ένα σώμα και μια καρδιά
όλα τα μοίραζαν για το νόημα και τη σημασία
μα και για την αντοχή.

Όλο το πρόβλημα στο σταθμό είναι πως δεν γίνεται να χαθείς,
σκέπτονταν εκείνος,
ναι, δεν γίνεται να χαθείς, απαντούσε η ηχώ του·
ένα πλήθος βιαστικό περνούσε πάντα δίπλα του
νομίζοντας πως πήγαινε κάπου, αλλά πού.

Ίσως την απάντηση την έδιναν οι πλούσιοι χαρτοφύλακες
που δεν τους κρατούσαν χέρια
και τα διάφορα αγκίστρια που ψάρευαν
πεταλούδες στον αέρα, μα συχνά έπιαναν διψασμένες νυχτερίδες.
Άνοιξε τον δικό του, είχε μέσα λίγο ψωμί, λίγο τυρί
και το υπόλοιπο άδειο·
μα είχε και λίγη καρδιά σε μια γωνιά που χτυπούσε περήφανα.

Μετά, υπήρχαν συνθήματα γραμμένα με αίμα στο σταθμό
τι κι αυτά να σήμαιναν? Και μουστάκια,
πολλά μουστάκια χωρίς προγόνους πίσω τους.

Προσανατολισμός, σκέφτηκε, αυτό είναι το νόημα του σταθμού
κοίταξε γύρω του για την ανατολή
θα αναγνώριζε το τρένο του απ’ το χτυποκάρδι
απ’ την ισοτιμία κι ίσως από ένστικτο και διαίσθηση·
ακόμα κι από ένα κάλεσμα.

Έβγαλε το τελευταίο του νόμισμα και
το έστριψε κορώνα γράμματα
μ’ ένα χαμόγελο αυτοπεποίθησης
καταλάβαινε πως όλα αυτά δεν είχαν καμιά σημασία
πως οι ράγες ήταν απλώς διαφημιστικές.

Τα τρένα χάρτινα κι οι ταξιδιώτες σκιές
που κάπου ένας έκοβε λιγάκι το χέρι του
από το αίμα που έτρεχε διαπίστωνε κάτι σαν αλήθεια·
ίσως να ήταν ο μόνος χαρούμενος εκεί
που έβλεπε το λουλούδι στο πέτο μιας νοικοκυράς.

Αυτός κι ένα σκυλί
όλα τα άλλα απλώς δούλευαν,
είχαν για θεό τους το μεγάλο ρολόι του σταθμού
που πήγαινε αιώνες πίσω·
δίπλα υπήρχε ένα νεκροταφείο νεκρών
κι ένα ζωντανών.

Το τρένο που περίμενε αργούσε
όμως τα τρένα αργούσαν·
μετά το γνώριζε πια
πως τρένα που δεν χαμογελούν
μην τα παίρνεις. 






Δημοσίευση σχολίου

Το Πλήθος των Μοναχικών

Υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται μες στους ανθρώπους φέρνουν στα μάτια τους το φως προσπαθούν αλη...