03 Ιουλίου 2016

Η Ανάμνηση ενός Καλοκαιριού








Η καλύβα ήταν ενός φίλου μου ψαρά
μοσχοβολούσε ο ασβέστης
είχε μέσα μόνο ένα μονό ντιβάνι που κοιμόσουν γυμνή εσύ     
κι εγώ κοιμόμουν κατάχαμα στην άμμο ερωτευμένος.   
Είχε μια ναυαγισμένη πόρτα γαλάζια
κι ένα μικρό παράθυρο σαν πολεμίστρα
που το αποζημίωνε όμως η ανοιχτή του θέα στο πέλαγος.
Τις νύχτες μας φώτιζε μόνο ένα φανάρι
έφτανε στ’ αυτιά μας ο ήχος της θάλασσας – τόσο κοντά ήταν
έλιωνα πάγους στο φλογισμένο σώμα σου να δροσιστείς
κι όλη σου η αρμύρα κατέληγε στη γλώσσα μου.

Δεν γνώριζα το όνομά σου ούτε τη γλώσσα σου
εκτός από κάτι κοινούς παράξενους ήχους των αισθήσεων
κι από κάτι άλλες λεπτομέρειες των σωμάτων·
θέλω να πω γνώριζα την επιθυμία σου·
συνήθως σε φώναζα ηχώ.

Δεν είχαμε ραδιόφωνο και σου τραγουδούσα
κάποιες φορές σκοτείνιαζε το πρόσωπό μας
σαν κάτι να μας θύμιζε πως είχαμε αφήσει πίσω μας
που μια μέρα θα μας εκδικούνταν
σαν να είχαμε από κάτι ξεφύγει
και μας είχε μείνει η διάθεση του δραπέτη
ρίχναμε κλεφτές ματιές μη μας βρει
ένα άδικο καθεαυτού
κάτι που δεν μας άφηνε να ξεχάσουμε.

Αφού πέρασε ένας μήνας - όλος σχεδόν ο Αύγουστος
φόρεσες για πρώτη φορά τα ρούχα σου
τα διπλωμένα σε μια βαλίτσα
και με χαιρέτισες τρέμοντας σύγκορμη
λες και σε πήγαιναν στη λαιμητόμο·
είχε ακόμα σπασμούς και λυγμούς το στήθος σου
κι αφού κρύφτηκες πίσω απ’ τη στροφή του δρόμου.
Και το δικό μου στήθος, όσο το άγγιζα έκαιγε
βυθίστηκα κι εγώ μαζί σου για ένα περίπου χρόνο
σε μια φθαρτή αθανασία.

Την επομένη χρονιά - την πρώτη Αυγούστου
πήγα ξανά εκεί με την ελπίδα να σε συναντήσω
μα δεν φάνηκες και για είκοσι πέντε μέρες
όσο δεν σ' έζησα σ' έγραψα
με σκοπό να σου τα στείλω να τα διαβάσεις
αν και δεν γνώριζα τη διεύθυνσή σου
- κάπου στο Εδιμβούργο θαρρώ ήσουν -
Μετά σκέφτηκα να τα κρύψω κάτω απ’ το κρεβάτι
μα εκεί θα τα έβρισκε ο ψαράς που συχνά ψαχούλευε
τις υποθέσεις μου.

Ούτε για μια στιγμή πίστεψα πως σκόπιμα μ’ εγκατέλειψες
μόνο σ’ εκείνη την ψαροκαλύβα
που χωρίς εσένα δεν ήταν ίδια·
κάτι σίγουρα συνταρακτικό σου είχε συμβεί
αλλιώς δεν θα το έχανες το καλοκαίρι
κι εγώ δεν θα το ζούσα μισό.

Φάνηκες για μια μέρα την τελευταία
ήρθες μόνο για να μ' ειδοποιήσεις πως δεν θα ‘ρθεις
κι ήσουν αλλιώτικη ως το κόκαλο
έσερνες το ένα πόδι κι είχες μια πληγή·
το άρωμά σου πια μόνο η φαντασία μου το γνώριζε.

Τόση αβάσταχτη λύπη σ’ έναν κύκλο δεν την άντεξα
γκρέμισα την καλύβα κι αποζημίωσα τον ψαρά
ούτε πέρασα από κει τα επόμενα χρόνια
μόνο που μερικές φορές αισθάνομαι μια διάθεση
να ξαναγυρίσω εκεί ν’ ακουμπήσω
στην άμμο ένα λουλούδι.

Σαν σ’ ενθύμιο - δεν μπορώ να το πω
σαν σε μνημείο - δεν μπορώ να το πω
σαν σε τάφο - ούτε αυτό μπορώ να το πω
όσο ζει η ανάμνησή σου. 




Δημοσίευση σχολίου

Η Μοίρα των Ζωγράφων

Υπάρχει μια μοίρα όταν γράφεις να στρέφεσαι προς τα μέσα είναι η μοίρα της απομόνωσης αν αντιστέκεσαι σ’ αυτή...