05 Ιουλίου 2016

Η Προσδοκία






 Κάθε πρωί που σηκώνεται γυρεύει ν’ ακούσει μια καλή είδηση, ή μια τύχη, δεν την ενδιαφέρει ο ορισμός, όμως τρέφει μια προσδοκία κι ελπίζει πως μια κατάσταση ή ένα γεγονός θα την πετύχει στο κέντρο της.

  Πολλά τη γέλασαν. Ήρθαν πολλά που τυλίχτηκαν ολόγυρά της σαν σύννεφα και σαν φίδια
μα τον στόχο κανείς δεν τον βρήκε, ούτε εκείνος που την αγάπησε, επιφυλακτικά, δειλά, τρομοκρατημένα και τον πέταξε απ’ το κρεβάτι της.

  Τον τίναξε μια μέρα απ’ το παράθυρο μαζί με το σεντόνι σαν σκόνη, δεν έμεινε απ’ αυτόν πια ούτε η ιδέα του, ούτε η ιδέα πως υπήρξε, πόσο μάλλον να έχει υπάρξει.

 Οι άνθρωποι πλησιάζουν πάντα απ’ τ' ανοιχτά - αυτό έμαθε. Κι έχουν έναν στόχο, να φτάσουν μέσα σου. Οι άνθρωποι κρυώνουν και μεταχειρίζονται τις λέξεις σαν ανοιχτήρια.

  Αυτό, την εξανάγκασε να μάθει την προπαίδεια. Την ξέχασε κι αυτή, τώρα διαβάζει τα μάτια, με τον ίδιο τρόπο που μια γειτόνισσά της διαβάζει το αυγό και την τράπουλα.

  Τα χρόνια πέρασαν. Έμαθε να διαβάζει και τα χέρια, την κίνηση και το σώμα. Όμως τα μάτια πάντα τη στοιχειώνουν. Συναντά μάτια θολά, μάτια σκοτεινά, μάτια νυχτόβια. Έχει μάθει να δίνει πίστη στα μάτια. Οι λέξεις περνούν δίπλα της πολλές φορές σαν σφαίρες, άλλες σαν λουλούδια, μόνο τις μυρίζει και τις αφήνει να φεύγουν. Αν φτάσει μια λέξη στην καρδιά αυτή την αιχμαλωτίζει και την κρατά. Ο άνθρωπος ο αποτελούμενος από λέξεις στις δέκα εύστοχες προτάσεις την έχει κάνει δική του. Πέφτει στο κρεβάτι μαζί του από ένα αδιόρατο άγγιγμα. Συνάντησε κάποτε έναν άντρα που στην εκφορά του λόγου του έφταναν στ' αυτιά της κοπάδια πεταλούδες. Θέλησε να σκεπάσει τ' αυτιά της, αυτόν πράγματι τον φοβήθηκε, είπε πως αν αφεθεί ν’ αποπλανηθεί θα είναι για πάντα. Και ποιος μπορεί να αποπλανηθεί για πάντα?    

  Με αυτή τη δεύτερη σκέψη συναντά τη λογική. Χάνει πολλά εξ αιτίας της λογικής, όμως κρατάει και πολλά που θέλει να χάσει.

  Άλλωστε, τώρα είναι περίπου στα 42 της χρόνια και δεν πιστεύει πια στον έρωτα. Δοκίμασε όλες τις όψεις και τις κόψεις του. Πολλές απ’ αυτές μ’ έναν μόνο άντρα και κατέληξε πως το είδος είναι πράγματι χαμαιλέοντας. Ένας άντρας που αλλάζει διαρκώς χρώματα. Τον αγάπησε για να τον κρατήσει κι έτσι τον έχασε. Από τότε δεν ερωτεύεται κι έτσι έχει πολλούς. Έμαθε ακόμα να δαμάζει και το σώμα της, στην τρίτη πληγή αυτό, μεταξύ τετάρτου και πέμπτου πόνου. 

 Εκεί το σώμα σκοτείνιασε, πήρε μια γκρίζα μορφή και φοβήθηκε μη φτάσει να γίνει ταυτότητα. Κι ένιωσε για το σώμα ένα μικρό αδιόρατο μίσος μα το διέλυσε κι έμεινε απαθείς μπροστά σε ορισμένα του ερεθίσματα. Κινδύνεψε να το νεκρώσει μα το ίδιο το σώμα αντιστάθηκε κι έβγαλε άλλα, βαθύτερα λουλούδια που πάλι βασανιστικά την κύκλωσαν. Τελικά αποδέχτηκε τον πόθο της σχεδόν μοιραία. Της αρέσουν πάντα οι άντρες, μα τώρα έπαψε να προσπαθεί να τους καταλάβει. Έχει καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα για αυτούς κι αυτοί ολοένα την επιβεβαιώνουν.
  
 Έχει πάντα μια προσδοκία και τώρα τελευταία τη βασανίζει μια υποψία πως κάνει κάτι λάθος αυτή στη ζωή της.

 Δεν θα εκπληρωθεί ίσως ποτέ. Δεν θα υπάρξει ένα πρωινό στη ζωή της όπου θα ξυπνήσει ευτυχισμένη και ξέγνοιαστη και θα δει στο κομοδίνο της ένα ματσάκι φρέσκα λουλούδια του αγρού σ' ένα ανθοδοχείο. Δεν θα την φιλήσει ποτέ ένα άνδρας στοργικά στο μέτωπο με μια διάθεση να μην την κατασπαράξει κι ίσως ποτέ να μην ακούσει καθαρά τις φωνές των πουλιών έξω απ΄το παραθύρι της. Δεν θα της φέρει ποτέ ένα άνδρας πρωινό στο κρεβάτι κι ούτε θα την καλωσορίσει στη νέα μέρα μια τέτοια ατμόσφαιρα. Έχασε στο δρόμο πάρα πολλά, ακόμα κι αυτή την πίστη της.

  Όμως το βλέπεις, πως τρέφει πάντα μια προσδοκία. Είναι ανίκανη ακόμα και να παραιτηθεί απ΄αυτήν. 



Δημοσίευση σχολίου

Ανάταση Πτώσεως

Μη μου πέφτεις τώρα επιστράτευσε όλες τις ζωγραφιές κοντά είναι ο κήπος με τα κυπαρίσσια Λύγισε αν θες, άφησε να ...