23 Ιουλίου 2016

Λέαινα







Κάθομαι στο λεωφορείο και παρατηρώ
μπροστά μου μια μητέρα με τη μικρή της
το κορίτσι έχει ζαλιστεί και κάνει εμετό μέσα σε μια σακούλα.
Η μητέρα έχει σηκωθεί όρθια - διακρίνω την έντονη ανησυχία της
την αγωνία της και κάτι άλλο βαθύτερο σαν οργή.

Πρόκειται για μια μεταμόρφωση, ήταν ήσυχη πριν
μα κάποιος πείραξε το παιδί της κι αναζητά τώρα τον υπεύθυνο.
Τη βλέπω να τα βάζει με τον ήλιο και την αφόρητη ζέστη του
του ρίχνει απ’ το παράθυρο μια εχθρική ματιά γεμάτη μίσος
μα δεν ησυχάζει. Κοιτάζει γύρω της το πανάρχαιο λεωφορείο
που ολόκληρο τρίζει - έχω την αίσθηση πως θα αρχίσει να ξεκολλά
τις λαμαρίνες του για ν’ ανασάνει το παιδί της.

Το φαρμακερό μάτι της πέφτει στον οδηγό, στον οργανισμό των λεωφορείων
και φτάνει ως το κράτος. Θέλει να το βάλει φωτιά και να το κάψει,
μα κάτι πάντα στο τέλος τη σταματά ώστε ν' αρχίσει να ουρλιάζει
και δεν ξεσπά.

Όμως το παιδί τής μεταφέρει κάτι εξασθενημένα κύματα ενέργειας,
την αρρώστια του, που άλλος δεν τα βλέπει
παρά εκείνη που τα νιώθει κι ένας άλλος που τα νιώθει
μέσα από εκείνη. Κι όσο η χαρά του παιδιού πέφτει
σ’ έναν αόρατο καιάδα... εκείνη θέλει κάτι να κομματιάσει·
δεν μπορώ ούτε να διανοηθώ για όσα είναι αυτή τη στιγμή ικανή.

Διακρίνω μια δύναμη μέσα της διαρκώς να πολλαπλασιάζεται
όσο το παιδί της δεν είναι καλά την κρατά ένα κύμα αγωνίας ψηλά
πέντε φορές την ίδια - αν το παιδί της χειροτερέψει
θα φτάσει να γίνει δέκα φορές η ίδια κι αυτό δεν έχει όριο·
όσο χρειαστεί να γίνει για εκείνο θα το βρει.
Όσο χρειαστεί για το παιδί της να γίνει ήδη το έχει στην αποθήκη της. 

Μα τώρα έχει βγάλει μια βεντάλια και του κάνει αέρα το πρόσωπο
κανείς δεν βλέπει την τρυφερότητα - ούτε εκείνη που την έχει,
μόνο εγώ μέσα από εμένα.

Ο κόσμος μέσα στο λεωφορείο είναι ξερός
όσο κι αν πίνει νερό απ’ τα μπουκαλάκια δεν ανθίζει - του έχουν κοπεί οι ρίζες του.
Δεν είναι λεωφορείο, κινητό νεκροταφείο είναι. 

Χάνει ολόκληρα τέτοια συγκλονιστικά επεισόδια ζωής κι αγάπης
ύστερα πηγαίνει στον κινηματογράφο να συμπληρώσει
τα συναισθηματικά του κενά και ν' αισθανθεί, αν μπορέσει.

Μα πάντα δίπλα του πάντα εξελίσσεται ένα έργο ζωής απείρου κάλλους
που γι' αυτόν περνά πάντα απαρατήρητο και πλήττει
και δολοφονεί το χρόνο που του δόθηκε να ζήσει με τα κινητά.

Μα εγώ βλέπω απ’ την οπτική γωνιά μου μια λέαινα, πως την πολλαπλασιάζει η αγάπη κι η ανησυχία, τις μεταμορφώσεις που εξιστορεί το πρόσωπο, τα μάτια που γυρίζουν γεμάτα απόγνωση κι ελπίδα,
τον δεύτερο μυστικό κόσμο της αισθαντικότητας, τον σκεπασμένο.

Το θαύμα. Τον άνθρωπο σε όλο το μεγαλείο του κι όλη του τη μικρότητα, 
αδελφωμένα όλα αυτά σε απόσταση ανάσας.
Το έργο το ζωντανό στον κόσμο των φαντασμάτων·
το μάτι μας σαν είναι δροσερό όλο δροσιές πιάνει
μα σαν το μάτι μας στεγνώσει ξεράθηκε ο κόσμος
και δεν τον ζωντανεύουν χίλιες βροχές.

Πρόσεχε τα μάτια σου, είναι αποκλειστική σου ευθύνη
όσα βλέπουν. Μέσα στο ίδιο υπάρχουν όλα.
Το μάτι επιλέγει και κάνει τη διαφορά.
Πρόσεξε που πέφτει το μάτι σου
που η καρδιά σου το ρίχνει·
πρόσεχε τα μάτια σου, μπορεί να χάσεις όλο το θαύμα
και να περάσει η ζωή σου βλέποντας
μόνο του κόσμου τις πληγές.




Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...