26 Ιουλίου 2016

Το Καλό με την Άγνοια





Απαρηγόρητος ήτανε
τι έπαθες? του λέγανε
άσε, μουρμούριζε, πέρασε λίγο φως
και τινάζονταν πίσω όσοι τον πλησίαζαν με λίγο τρόμο.
Τι, τώρα δηλαδή βλέπει? συλλογίζονταν.
Όμως αυτός ήταν απαρηγόρητος
τη ζωή μου, έλεγε, τώρα μπορώ να τη διακρίνω
τη βλέπω από κάποια απόσταση, από ένα ύψος
τώρα την έχω στο πιάτο.
Και τον λυπόνταν. Πήρε απόσταση απ’ τον εαυτό του,
ψιθύριζαν αναμεταξύ τους, πετάει τώρα πάνω απ’ τα συντρίμμια
βλέπει κάτω τη ζωή του και τις δικές μας,
αυτά έλεγαν και σχεδίαζαν να τον δολοφονήσουν.

Απαρηγόρητος ήτανε, είχε τόσα να διορθώσει
κι ο χρόνος του μούγκριζε σαν μηχανή στον ανήφορο·
οι σύντροφοί του τώρα του έμοιαζαν λιγότεροι
κι εσφαλμένοι, κολλημένοι στις ζωές τους πάνω σαν βδέλλες
δεν γνώριζαν πάντα ποιος έτρωγε ποιόν
αν έπιναν εκείνοι το αίμα της ζωής τους
ή αν η ζωή τους τούς έπινε το αίμα τους.

Μα αυτός τώρα, πετώντας πάνω απ’ τα συντρίμμια της ζωής του
έβλεπε κάτω έναν άγνωστο άνθρωπο να προσπαθεί
πενήντα χρόνια να χτίσει μια αυτοκρατορία
για να μπορέσει να φυλακίσει τις αισθήσεις του.

Μα τώρα εκείνες - οι αισθήσεις του - το ένα μετά το άλλο
τα λουριά τα έσπαγαν, κι ορθώθηκε το μάταιων της υποθέσεως
ως τη σκέψη του που σαν σαράκι τον έτρωγε.
Κι έτσι με λίγη καταδίκη συνέχιζε, μισός καταδικασμένος
μισός ακόμα απ’ το συντρίμμι σκεπασμένος
ελάχιστος ελεύθερος
κι ο πύργος δίπλα του που είχε τόσα χρόνια χτίσει
γελούσε σαν να τον κορόιδευε·

ο πύργος, που τον είχε θεμελιώσει πάνω στην πέτρα
και τον βρήκε ένα πρωινό χτισμένο στην άμμο. 








Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...