28 Αυγούστου 2016

Η Μεγάλη μας Ψυχή








Ό,τι ξεφεύγει απ’ την ψυχή σε πηγαίνει μπροστά
ένας αναστεναγμός, μια λάθος απάντηση
ό,τι ξεφεύγει απ’ την ψυχή: ένα λάθος
ό,τι περνά ανυποψίαστα τις πύλες της συνειδήσεως: ο πόθος
ό,τι φτερουγίζει: η ευχή
ό,τι σε παίρνει μαζί του: τ’ όνειρο
ό,τι σε παίρνει μαζί του είναι ό,τι σε ξεπερνά.

Πίσω απ’ τα μηχανικά σου μάτια σπαράζει
η ψυχή σου στον έλεγχο.
Α! πόσων ανθρώπων η ψυχή ονειρεύεται
μια καθολική συντριβή!
Ν’ ανοίξει τα μέτωπα να πετάξει η ουσία.
Κι εσύ, νοήμων άνθρωπος στραγγαλίζεις
τη δεύτερη τεραστία σου ευφυΐα
απλά διαρκώς σκεπτόμενος·
σχεδόν όλο το κακό το φέρνει το καλό μας.

Πόσο υπομένει αβάσταχτα η μεγάλη μας ψυχή
και την καταδικάζει η μικρή μας νόηση·
πόσο το γνωστό μας περιορίζει το άγνωστο
σε μια γωνιά μας μόνο·
και πως ζούμε? αυτό θα είναι θαύμα.

Δεν υπάρχει ούτε μια ψυχή στον κόσμο μας
που να μην είναι βαθιά, βαθύτατα εξεγερμένη.
Ούτε ένα μυαλό που να μην τη σταματά
ούτε μια νύχτα μικρότερη ή μεγαλύτερη·
φύτεψαν μέσα μας έναν θεό
και μας έδωσαν κυβερνήτη του έναν πίθηκο
που ‘χει και μια μικρή εξυπνάδα, όσο να ‘ναι
για να τα καταφέρνει ανάμεσα στους άλλους πιθήκους.

Μα η ψυχή και τα δικά της, αυτά ποιος τα ξέρει?
Ποιος τα ανοίγει τα απέραντα άγνωστα βασίλεια
και ποιος τα ελευθερώνει? Ποιος τις νύχτες πονά?
Έτσι μικρός που έγινε ο κόσμος μας - μικρό
που τον έφτιαξαν οι σκέψεις μας - τώρα της ψυχής μας
ποια μοίρα της μένει?

Και τι θέλει να πει η κάθε μας νύχτα, αν όχι να μας ορμά
να μας ανοίξει όλα τα μέτωπα·
γιατί χωρίς την ψυχή μας ελεύθερη έξω
εμάς πόσο μικρή ζωή μας δένει?

Δεν είναι αυτός ο ένας ο καημός μας μονάχα
που τον σπάμε σε χιλιάδες·
ποιος φύτεψε μέσα μας μια τέτοια ψυχή
κι έχουμε για κυβερνήτη μια νόηση μηδαμινή
και φτηνή
και τι απογίνεται το μεγαλείο της με κλειστά τα μέτωπα
και πίσω απ’ τις φτέρες?

Και κείνο που σπαράζει να ελευθερωθεί
ο θάνατος πολλές φορές
μα και ο έρωτας
κάποια φορά το παίρνει.






27 Αυγούστου 2016

Το Δαιμόνιο του Παλιού Κόσμου




 Όχι! δεν θα του κάνω το χατίρι αυτού του κόσμου
να του προσθέσω το λιθαράκι μου·
όχι! θα του αντισταθώ.
Όχι! θα τραβήξουμε δρόμους χωριστούς, αυτό έχω να του πω
κι αν του το λέω κακώς του το λέω
γιατί το να το κάνω θα είναι τρις το λέω.
Όχι! την επιβράβευσή μου θα τη δώσω
εκεί που διακρίνω τη λάμψη του·
θα του φωνάξω έτσι: η σκουριά μου τελείωσε!
δεν έχω άλλο παραμύθι για τον ύπνο σου·
δεν έχω άλλο μέσα μου απ’ το περιεχόμενό σου
μάταιε κόσμε.
Κι αποσύρομαι, όπως εκείνα τα φίδια που τα πάτησαν την ουρά
για τους αγγέλους.·
Όχι, επειδή θέλω να διευθύνω την αύρα μου
φυσώ με το πείσμα μου την ομίχλη του
και του λέω όχι! εμένα δεν θα με καταπιείς!
κι αντιστέκομαι, όπως εκείνα τα παιδιά που τα μαλώνουν
να φάνε το φαγητό τους.
Όμως μητέρα ανθρωπότητα, λες πως μ’ αγαπάς
και με ταΐζεις κονσέρβες απ’ τον μαστό σου·
ύστερα μου λες γιατί τις νύχτες σε ξερνώ.
                          
Παρακαλώ, θα μου επιτρέψεις ένα σιγανό όχι
χωρίς απελπισία, χωρίς απόγνωση και κραυγή
μα ένα όχι σαν αντίσταση της κατανόησής μου
σαν άνεμος απαλός που πάει για κει
που η καρδιά μου ορίζει.

Γι’ αυτό κόσμε δαίμονα και παλιέ
αποσύρσου από μένα
με όλη την ηρεμία μου σε διατάζω!





22 Αυγούστου 2016

Αν μας Αφήνανε





Αν μας αφήνανε θα γινόμασταν άγιοι, θα κάναμε μόνο καλές πράξεις κι ιερές. 
Αν μας αφήνανε θα βρίσκαμε τον εαυτό μας ως το τέλος του
κι άλλο πια δεν θα τον ψάχναμε. Αν μας αφήνανε θα ησυχάζαμε
κι άλλο πια δεν θα καταδικάζαμε. Αν μας αφήνανε και δεν μας υπενθυμίζαμε συχνά ποιοι δεν είμαστε και τι χρωστάμε.

 Αν μας χαρίζανε μια εργασία φιλική κι έναν μισθό αξιοπρεπείας,
τότε κι εμείς δεν θα εγειρόμασταν επί παντός επιστητού
και δεν θα αναζητούσαμε απολαβές στα καταγώγια
των θλίψεων, ούτε μεταξύ μας θα τρωγόμασταν
με τη λύσσα που μας προκαλούν.

Αν μας αφήνανε και δεν μας εμποδίζανε
η ιεροσύνη μας και το μυστήριό μας                                                         
φτερά θα άνοιγε στο δάσος που μας περιβάλει·
αν μας αφήνανε να κοιτάξουμε
στα μάτια την άγριά μας φράουλα.

Αν μας αφήνανε ήσυχους τα αεροπλάνα και τα βομβαρδιστικά
δεν θα καλπάζαμε από σκέψη σε σκέψη σαν άγρια άλογα
μακριά να φύγουμε απ’ το στενό λιμασμένο χώρο
με τις κατοικίδιες λόγχες 
που μας έχουν περιορίσει με τις σφεντόνες τους.
Αν μας αφήνανε και μας καταλαβαίνανε
πως στο κάτω, κάτω, πιο κάτω, άνθρωποι είμαστε
κι όχι αυτό που συχνά τους παρουσιάζουμε
πως αυτό που γίναμε είναι δικό τους κατόρθωμα
που τους το επιστρέφουμε.

Μα δεν μας αφήνουν, μας έχουν ζώσει
και μας εξαναγκάζουν να ξεφεύγουμε
για τους νέους κόσμους από τυχαία κανάλια
χωρίς να μας ακολουθεί πάντα ο εαυτός μας.
Γιατί δεν μας αφήνουν
γιατί μας λένε να βλέπετε χαρωπά την ομηρία σας
και να τραγουδάτε, όσο μπορείτε να ξεγελιέστε
και να φτιάχνετε μέσα στο νου σας παραμυθάκια
να παρηγοριέστε για να περνά ο καιρός
και να παίρνουν σειρά τα παιδιά σας στο δόκανο.
Και μη γελιέστε, μας λένε, καμιά γενεά σας ποτέ
μαζί μας δεν θα λογαριαστεί                 
γιατί εμείς δεν σας αφήνουμε να είστε
και χωρίς να είστε με κανέναν ποτέ δεν παλεύουμε
και κανείς δεν μας πολεμά.
Γιατί εμείς σας έχουμε καταστήσει υποχείρια της ανάγκης σας
και τώρα λίγο ως πολύ μας ανήκετε.

Μα αν μας αφήνανε, σε μια γωνιά μόνους να συλλογιστούμε
τη ζωή μας                       
ίσως και να τους αναγνωρίζαμε
τους κατακτητές των χωραφιών μας
και να τους ξεριζώναμε·
όμως κι αυτήν ακόμα τη μοναξιά
μας την έχουν στερήσει.

Και μας έχουν αφήσει μία μόνο επιλογή πια
να μην τους ρωτούμε αν μας αφήνουν
και νά, ένας ολόκληρος κόσμος προσπαθεί
να πάρει πίσω το δικαίωμα
απ’ τα σκληρά τους χέρια.

Γιατί, είτε μας αφήσετε είτε δεν μας αφήσετε
εμείς το αποφασίζουμε
κι αυτό τώρα πια δεν αλλάζει·
να θέλουμε και να παίρνουμε πίσω τη ζωή μας
απ’ το τσίρκο σας,
πάνθηρες τις νύχτες μας έφτιαξε.

Και τώρα τι θα κάνετε με μερικές λιγότερες τίγρεις
στην εξουσία σας
είναι δικό σας λογαριασμός·
μπορείτε πάντα να περάστε
τους χαλκάδες στους λαιμούς σας
γιατί και το μαστίγιο και το καρότο σας
τα γνωρίσαμε·

και κατόπιν αυτής της γνώσης
να ξέρετε
πως τώρα πια
εμείς δεν σας αφήνουμε.



Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...