19 Αυγούστου 2016

Οι Άνθρωποι των Κορυφών






 Οι άνθρωποι των κορυφών, σχεδόν ομόφωνα, βλέπουν τον δυτικό πολιτισμό να καταρρέει. Στις κοιλάδες τον ζουν, δεν παίρνουν απ’ αυτά χαμπάρι. Και καθώς τον ζουν τον συντηρούν, τον ταΐζουν τον τρέφουν. Ανήμποροι να δουν έξω από το πέπλο του.             
 Καμιά φορά αρπάζει κάτι ο νους τους κι είτε το παρεξηγεί είτε το διαστρεβλώνει, είτε το φέρνει στα μέτρα του. Τελικά το βαπτίζει άλλη μια τρέλα των μοναχικών ανθρώπων κι ησυχάζει. Κι είναι καιρός τώρα που καταρρέει ο δυτικός πολιτισμός αλλά δεν καταρρέει, μοιάζει να είναι γερά δεμένος, αλλά κι ίσως το δέσιμό του αυτό, που ολοένα σφίγγει περισσότερο και πιάνει τον άνθρωπο απ’ το λαιμό, να αποτελέσει τελικά την αιτία της κατάρρευσής του. Σαν να φορτώνεις δηλαδή ένα σάπιο κτήριο με στηρίγματα πάνω απ’ τα θεμέλια.

 Ομόφωνα οι άνθρωποι των κορυφών, σε όποια σχολή σκέψης ή κλάδο κι αν ανήκουν, εντοπίζουν την αιτία της κατάρρευσης στο ανθρώπινο εγώ. Τον εγωκεντρισμό που τον διέπει και τη βαθιά δυστυχία του ανθρώπου τη σκεπασμένη κάτω από τόνους ύλης. Που ενώ φαίνεται να ενισχύει το εγώ και να το φουσκώνει, ταυτόχρονα το θάβει, γιατί κι ο πλέον παραφουσκωμένος άνθρωπος δεν αρκεί μόνο να φαίνεται, είναι κι αυτός ύπαρξη και δεν ζει με βενζίνα αλλά με ανάσα.

 Κι αυτός ο πολιτισμός, λένε, πάσχει στο είναι του όπως κι ο άνθρωπός του.
Το είναι του. Δηλαδή εκείνο που νιώθει κανείς σε σχέση με τον εαυτό του και στη μοναξιά του, καθώς κλείνουν πίσω του τα φώτα κι οι πόρτες του σπιτιού του. Αυτό το είναι λοιπόν το δεν είναι. Αυτό το είναι το παραφορτωμένο επωμίστηκε πολύ βάρος κι η ανθρώπινη σκέψη γυρίζει σαν ανεμόπτερο.

 Οι άνθρωποι των κορυφών βλέπουν τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας και τη ραγδαία στασιμότητα της ανθρώπινης συνείδησης κάμποσους αιώνες τώρα και μελετώντας την κατάρρευση όλων των προηγούμενων πολιτισμών σ’ αυτή την ανισότητα διακρίνουν το πρόβλημα. Στο ότι η τεχνολογία είναι στο ζενίθ κι η ανθρώπινη συνείδηση στον πάτο.

 Ο δυτικός περιφραγμένος και βομβαρδισμένος άνθρωπος, δεν γνωρίζει κάτι άλλο ως ζωή απ’ αυτό που ζει, επειδή το ζει είναι αλήθεια και πραγματικότητα. Ποιότητα ζωής γι’ αυτόν σημαίνει το φινίρισμα του ταμπλό του αυτοκινήτου και η επωνυμία του ρούχου του. Είναι πιασμένος σαν πεταλούδα στην παγίδα της αράχνης και παρόλο που κάτι σπαράζει διαρκώς μέσα του, σκέπτεται πως με λίγα ακόμα λεφτά, με λίγη ακόμα ασφάλεια και λιγάκι ακόμα αν καταφέρει να δέσει και να τονίσει το όνομά του... εκείνο που σπαράζει θα πάψει. Μα το μόνο που καταφέρνει τελικά είναι να αιχμαλωτίσει περισσότερο την ίδια του τη συνείδηση και να την καταστήσει όμηρο του πολιτισμού του. Η ελευθερία του έχει πάρει λάθος δρόμο κι έχει αποχτήσει την εντύπωση πως κάτι τη φέρνει. Μα η ελευθερία είναι, ή δεν είναι.

 Η ύπαρξη, η ίδια η ύπαρξη, μοιάζει άσχετη προς το περιεχόμενο της κι έχει κατέβει βαθιά στον δυτικό άνθρωπο. Ο δυτικός άνθρωπος ζει μια ζωή που σχεδόν δεν τον αφορά ως ύπαρξη και του είναι ξένη, ωστόσο δεν μπορεί να κάνει αλλιώς κι ο καταναγκασμός που φέρνει αυτή η κατάσταση διαρκώς γιγαντώνεται. Παλεύει, αγωνίζεται, κοπιάζει για πράγματα άσχετα με την αληθινή του ευτυχία κι αυτό είναι παράδοξο. Ονειρεύεται πολύ και ζει στο καθεστώς του χρόνου· είναι αυτό όλο το σκηνικό μια τρομαχτική δικτατορία για την αληθινή φύση του ανθρώπου.

 Οι άνθρωποι των κορυφών, απ’ τις παρυφές του κόσμου, έχουν αρχίσει να διαδίδουν τη νέα γνώση και καμιά φορά δημιουργούν την εντύπωση πως ο κόσμος αυτός έχει αρχίσει να ξηλώνεται απ’ τ’ ανοιχτά του. Όμως στα κλειστά του, στις κοιλάδες του κάτω, ο τρομερός μηχανισμός που τον συντηρεί δουλεύει ασταμάτητα κι ο όμηρος πληθυσμός δεν μπορεί εύκολα να αγναντέψει στ’ ανοιχτά. Αντίθετα, οι άνθρωποι των κορυφών και των ανοιχτών υποχρεώνονται κι αυτοί συχνά να σκύβουν στην καρδιά του υπαρκτού πολιτισμού και να συμμετέχουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ευελπιστώντας συχνά ίσως σε ένα κίνημα, ή σε ένα ρεύμα αφύπνισης. Κι ενώ υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που μυρίζονται την οσμή της κατάστασης, ωστόσο η κυρίαρχη μυρουδιά παραμένει και τσιμπολογάει κανείς μόνο ένα άρωμα νέου ανέμου από δω κι από κει. Απ’ τις σχισμές της ασφυξίας. Γιατί μόνο καμπόσοι να τρέχουν στα βουνά και να διακηρύσσουν νέους κόσμους δεν το βρίσκουν και πολύ φρόνιμο. Άλλωστε δεν υπάρχει νέος κόσμος που τον φέρνει ο πελαργός, ο παλιός είτε αλλάζει είτε δεν αλλάζει κι αυτός αποτελείται απ΄τους ίδιους ανθρώπους. Πράγμα που σημαίνει είτε τον αλλάζουν οι άνθρωποι ξεκινώντας απ΄τον εαυτό τους είτε όχι. Είτε τον έχουν στα μισά.

 Μιλούν βέβαια αυτοί οι άνθρωποι μα στις καρδιές δεν φτάνουν τα λόγια τους. Τα πιάνει το ανθρώπινο εγώ και τα μεταφράζει όπως ξέρει. Κι είναι πολλοί απ’ αυτούς δίγλωσσοι κι έχουν αποχτήσει μόνο τη διάλεκτο του νέου κόσμου που τη μιλούν μεταξύ τους. Μα στις κοιλάδες οι άνθρωποι ξέρουν μόνο μια γλώσσα. Τη γλώσσα των αναγκών τους, τη γλώσσα του φόβου και της σωτηρίας την έξωθεν. Αν λοιπόν περάσεις ένα χέρι, ένα πόδι ή κι όλο το σώμα έξω απ’ αυτή την κατάσταση… ζεις διαρκώς αζύγιστος, ανάμεσα στο νέο που δεν είναι εδώ παρά μόνο ως θεωρία και φιλολογία… και το παλαιό κραταιό. Ο κόσμος στις κοιλάδες ζει το έργο του κι οι άνθρωποι των κορυφών του προτείνουν ένα νέο είδος κινηματογράφου. Δηλαδή να ζει κανείς το έργο στον κινηματογράφο, να κλαίει, να γελάει, να λυπάται, να συγκινείται, αλλά με επίγνωση πως πρόκειται για έργο και να μην πηγαίνει τόσο κοντά που φτάνει να χάσει την αληθινή ζωή του.

 Όπως και να 'χει, τους ανθρώπους των κορυφών, τους συναντά κανείς καμιά φορά σε μια συνάθροιση δέκα, είκοσι ή τριάντα ανθρώπων με ένα τριμμένο σακάκι.  Καθισμένους σε μια καρέκλα να προσπαθούν να εξηγήσουν, ενώ δεν βρίσκουν πάντα τα κατάλληλα λόγια. Ενώ δίπλα, ένα γήπεδο ποδοσφαίρου, κατάμεστο με εξήντα χιλιάδες κόσμου, ζητωκραυγάζουν τον χαμό του εαυτού τους με πάθος. Φωνάζοντας, δώσε μας κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο πόνο ζωή!  




Δημοσίευση σχολίου

Η Μοίρα των Ζωγράφων

Υπάρχει μια μοίρα όταν γράφεις να στρέφεσαι προς τα μέσα είναι η μοίρα της απομόνωσης αν αντιστέκεσαι σ’ αυτή...