20 Αυγούστου 2016

Νυχτερινές Ιστορίες


                                                                      



 Είχα περάσει εκείνη τη νύχτα απ’ το μπαρ να τη δω, μου είχε λείψει. Παράξενη γυναίκα μα και ποιος δεν ήταν παράξενος τότε? Μερικοί συνεχίσαμε και κάτι τέτοιες νύχτες εξηγούμε τις παλιές παραξενιές μας, τις σημερινές μας θα τις εξηγήσουμε αργότερα.

 Λέω μου είχε λείψει ενώ θα έπρεπε να πω ήμουν ερωτευμένος μαζί της. Αργότερα το κατάλαβα, ως τότε δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί το χέρι μου κινούνταν προς το δικό της. Και το δικό της προς το δικό μου. Σ’ αυτό το σημείο ήταν αμοιβαίος ο έρωτας μας και σ’ ένα ακόμα σημείο, στην έλλειψη έκφρασης κι εκδήλωσης.

 Νομίζω, τώρα, πως απλώς ήμασταν λιγάκι περισσότερο ερωτευμένοι κι αυτό μας κρατούσε σε απόσταση. Είχαμε επιλέξει να το αποσιωπήσουμε και να φέρουμε στην επιφάνεια ένα είδος ψεύτικης φιλίας. Αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί διαρκώς τριγυρίζαμε  ο ένας κοντά στον άλλον λες και είχε χαθεί όλη η πόλη.

 Φυσικά, με τον τρόπο αυτό πληγώναμε συχνά ο ένας τον άλλον. Εγώ καθώς τα έφτιαχνα με άλλες  και τις πλασάριζα τάχα τυχαία σ’ εκείνο το ίδιο μπαρ κι εκείνη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Κι όταν ήμασταν μαζί με τους συντρόφους μας… ακόμα κι όταν κάναμε μαζί τους έρωτα διαρκώς τους απατούσαμε.

 Όμως αυτό που αισθανόμασταν ο ένας για τον άλλον μας ξεπερνούσε και βουτούσαμε με μανία στα μέτρια.

 Εκείνη τη νύχτα, ο μπάρμαν - που τύχαινε να είναι καλός μου φίλος - τον ρώτησα που ήταν η Κ. και μου έριξε μια ματιά γεμάτη νόημα. "Τη χτύπησε πάλι?" του είπα μ’ έναν εκνευρισμό. "Ένα χαστούκι που γύρισε δύο στροφές ο λαιμός της",απάντησε. 
"Χώθηκε πάλι στην τρύπα της, ξέρω που θα τη βρω", μονολόγησα κι έφυγα.

 Ήξερα πράγματι που θα την βρω και μάλιστα μάντευα σε τι κατάσταση ήταν. Γυμνή, φορώντας μόνο ένα άσπρο σλιπάκι, μες στο κατακαλόκαιρο και κλειδωμένη στην κάμαρά της. Περίπου για τρείς μέρες. Απίστευτα ερωτική και ψυχιατρική σκηνή. Την είχα ξαναζήσει. Την προηγούμενη φορά, που την επισκέφτηκε ο δαίμονάς της, δεν με αναγνώριζε. Είχα ανοίξει μ’ ένα τρυκ την πόρτα και την είδα σε μια γωνιά στο μισοσκόταδο να μουρμουρίζει κάτι ακατάληπτα λόγια. Όταν την πλησίασα είχε ενώσει τα χέρια στους καρπούς τους ή έκανε το σήμα του σταυρού, κάτι τέτοιο κι ένιωσα σαν να γύρευε να με ξορκίσει.

 Όταν τη σήκωσα και την έστησα στα πόδια της ήταν απίστευτα ελαφριά, με αγκάλιασε όμως σαν να μ’ αγαπούσε πραγματικά αν κι ένιωσα σαν να με θυμόταν γιατί σίγουρα απουσίαζε. Διάφορες σκέψεις πέρασαν απ’ το μυαλό μου γιατί είχε τρείς μέρες να κάνει μπάνιο κι ο ιδρώτας της με ξεκούφαινε.

 Εκείνη τη φορά είχα φιλοξενηθεί με το έτσι θέλω μια βδομάδα στο σπίτι της και την παρακολούθησα καθ όλη τη βδομάδα ν’ ανασταίνετε. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Πέρασε από την απόλυτη θλίψη στην απόλυτη χαρά κι ελευθερία. Κάτι που με τρόμαξε ίσα αν όχι περισσότερο απ’ την προηγούμενη φάση της. Όμως αυτή η ξαφνική αλλαγή της ανέβασε κι εμένα και ζήσαμε άλλη μια βδομάδα εκεί σχεδόν ευτυχισμένοι.

 Τώρα, πλησίαζα το δωμάτιό της με κάποιο τρόμο, ένα δωμάτιο του μεγάλου σπιτιού της που είχε επιλέξει για κρυψώνα. Κάτω απ’ τη χαραμάδα της πόρτας διέκρινα ένα αμυδρό φως και σκέφτηκα πως δεν είχα κάνει λάθος στην πρόβλεψή μου. Το "φιλαράκι" μου ήταν εκεί μέσα και πάλευε μονάχο του με το σκοτάδι. Κι εγώ, ως άγγελος, ή ως ένας από τους δαίμονές της, ήμουν εκεί να παίξω το ρόλο μου.

 Χτύπησα την πόρτα μα δεν πήρα απάντηση. "Κ. είσαι μέσα?" Είπα σαν να μην γνώριζα. Καμία απόκριση. "Αν δεν μου ανοίξεις θα σπάσω την πόρτα". Είπα προσπαθώντας ν’ ακουστώ αποφασισμένος και περίμενα. Καμιά κίνηση, απόλυτη ησυχία κι έψαξα πάλι για το παλιό περιοδικό που είχα χρησιμοποιήσει την άλλη φορά για ν’ ανοίξω την πόρτα. Ευτυχώς δεν συγύριζε τακτικά και το βρήκα. Πέρασα δύο σελίδες του κάτω από τη σχισμή της πόρτας και πίεσα το κλειδί στην κλειδαριά μ’ ένα μολύβι που πάντα είχα μαζί μου. Σ’ ένα λεπτό είχα το κλειδί στα χέρια μου κι άνοιγα την πόρτα.

 Η Κ. ήταν εκεί στο ίδιο σημείο σκεπασμένη απ’ τα μαλλιά της. Με κοίταξε άγρια. "Σε χτύπησε?" τη ρώτησα κι εισέπραξα την περιφρόνησή της. "Τι σε νοιάζει?" Μου είπε και με κοίταξε ακόμα πιο άγρια. Μετά, με μια σβέλτη κίνηση που δεν την πρόλαβα, σηκώθηκε όρθια και μου κατάφερε ένα χαστούκι που κόντεψε να με γκρεμίσει στο πάτωμα. "Τώρα είμαστε πάτσι!" Είπε χαρούμενα.

"Είσαι τρελή?" Ούρλιαξα. "Δεν σε χτύπησα εγώ!" Σιωπή, απέραντη σιωπή έπεσε που νομίζω βάσταξε ώρες.
Κάτι μέσα μου όμως σπάραζε κι ένιωθα να θέλω να λυθώ σε λυγμούς. Σε λίγο βρέθηκα καθισμένος εκεί κοντά της να ομολογώ τον έρωτά μου, ενώ με κοίταζε με μια τέτοια απάθεια που μ’ έκανε να αισθάνομαι πως λίγο ακόμα αν καταφέρω να λυθώ θα την άγγιζα. Στο τέλος είπε: "Αλήθεια? Τι λες βρε παιδί μου? Ώστε έτσι έ? Πα πα πα, κοίτα να δεις τι συμβαίνει στον κόσμο! Έφερες τίποτα να φάω, πεινάω".

 Δεν καταλάβαινα τίποτα, είχε σταματήσει το μυαλό μου. Σηκώθηκε σαν να μην συμβαίνει τίποτα κι άναψε το φως. "Καλά είσαι?" Με ρώτησε μα δεν ήξερα τι να απαντήσω. "Καλά", ψέλλισα και το άφησα όλο αυτό να περάσει σαν να μην είχε συμβεί.

 Εκείνη, αφού μπήκε στο μπάνιο κι έκανε ένας ντους, βγήκε ολόφρεσκη και δροσερή σαν μια πεταλούδα και μου χαμογελούσε παράξενα. "Ίσως να έχω κάνει λάθος σε όλα και να είναι μόνο ένα κάθαρμα", σκέφτηκα με ένταση. Μετά εκείνη έβγαλε ένα τσιγάρο. "Μου ανάβεις το τσιγάρο, παρακαλώ", είπε διαχωρίζοντας το παρακαλώ απ’ τη φράση. "Κάτι άλλο κυρία?" Της είπα χλευαστικά. "Αν μπορούσες λιγάκι να σταθείς, να εδώ να σε πατήσω", είπε και σήκωσε το πόδι της.
                                                                                                                               
Να με πατήσει? Ώστε αυτό λοιπόν ήταν ο έρωτας και να τον ομολογώ? Ήθελα να τη φτύσω. Μα προτίμησα να γυρίσω προς την πόρτα για να φύγω. Καθώς την άνοιγα, "στάσου που πας?" Την άκουσα να λέει και γύρισα και την κοίταξα. "Στο χρωστούσα", μου είπε και με φίλησε στο στόμα για πρώτη φορά.
                                                                     




                                               
Δημοσίευση σχολίου

Η Μοίρα των Ζωγράφων

Υπάρχει μια μοίρα όταν γράφεις να στρέφεσαι προς τα μέσα είναι η μοίρα της απομόνωσης αν αντιστέκεσαι σ’ αυτή...