12 Αυγούστου 2016

Ο Άνθρωπος που Περπατούσε





 Κάποτε ήταν ένας άνθρωπος που περπατούσε. Έρχονταν στον τόπο μας από έναν διπλανό τόπο. Τον διέσχιζε και συνέχιζε την πορεία του προς έναν μακρύτερο. Όταν έφτανε εκεί έφτανε ως τη θάλασσα· την κοίταζε, καθόταν για λίγο εκεί συλλογισμένος, κι αφού ξεκουράζονταν κάπως έπαιρνε ευθύς το δρόμο της επιστροφής με βήμα ταχύ.
Οι χωριανοί τον έβρισκαν παράξενο και τον σχολίαζαν, συχνά ανεπιτυχώς και με υποθέσεις, κανείς δεν ήξερε την αληθινή ιστορία του. Κανείς δεν υποψιάζονταν πως μέσα του προχωρούσε.

 Μόνο εγώ έμαθα την αληθινή ιστορία του. Αυτός ο άντρας κάποτε έχει ερωτευτεί, σφοδρά και με τον πρώτο έρωτα, που σήμαινε είχε ανεπιφύλακτα αγαπήσει μια όμορφη γυναίκα. Εκεί, στο σημείο που την ερωτεύτηκε, ο κόσμος του έγινε πανέμορφος κι ανοιχτός κι εκεί έριξε ρίζα κι έμεινε. Εκεί έδεσε κι έφτιαξε τη ζωή του. Δύο παιδιά, μια δουλειά, μερικές θέσεις για φίλους κι όλα αυτά μέσα στη χαρά. Μέσα στην καρδιά της χαράς.

 Όμως ο καιρός πέρασε, τα χρόνια κύλισαν κι αυτός παρέμεινε εκεί. Η ζωή έφυγε από κοντά του κι απομακρύνθηκε απ’ την καρδιά του. Όμως αυτός έμεινε εκεί, σ’ εκείνο το σημείο, σ’ εκείνη τη στιγμή κι ως προς μεγάλη του έκπληξη... μετά από χρόνια βρέθηκε να φυλάει τα έρμα και να ζει με τις αναμνήσεις του.

 Όλα εκείνα τα όμορφα τα πλουμιστά στολίδια έγιναν ένας ωκεανός βούρκου που τον έπνιγαν. Η όμορφη γυναίκα του - όχι πως ασχήμυνε - μα στα μάτια του πήρε μια άλλη εντελώς διαφορετική μορφή κι η αγάπη τους, αιχμάλωτη πια, βαθιά κατάβαθα τους πλήγωνε. Κι επειδή ήταν βαθιά κατάβαθα, ξεκίνησαν να τη βρουν τρώγοντας πάνω πάνω την επιφάνεια, τις σάρκες τους.

 Αφού έτρωγαν ο ένας τον άλλον χωρίς να ξέρουν τι φταίει… ξεχασμένοι στη σκόνη και την ομίχλη… κάποτε ο παράδεισός τους ανατινάχτηκε κι ο αλλοτινός τους κόσμος ο πανέμορφος γέμισε συντρίμμια.

 Αυτός ο άνδρας πια - λες και το είχε στόχο βάλει - περπατούσε κάθε μέρα με βήμα ταχύ να απομακρυνθεί απ’ το πεδίο της μάχης και τα συντρίμμια.  Τελικά μετακόμισε απ’ ό,τι μάθαμε, πέντε φορές για να φύγει απ’ την περιοχή του χαμού αλλάζοντας σπίτια για να ξεχάσει, ολότελα να ξεχάσει. Και περπατούσε με βήμα ταχύ, να φτάσει σ’ ένα παρόν, που είχε απομακρυνθεί πολύ απ’ τον τόπο που έδεσε την αγάπη του, ή που εκείνη τον έδεσε και τον κράτησε. Πίσω, πολύ πίσω, ξεχνώντας να υπακούει στο νόμο της ροής. Κρατώντας διαρκώς τ’ αισθήματά του.

 Κι ενώ έβλεπαν όλοι έναν άνθρωπο να περπατά έβλεπα κι εγώ έναν άνθρωπο να περπατά, όμως του έδινα διαφορετική σημασία. Κι ενώ όλοι έβλεπαν το δρόμο που περπατούσε κι εγώ τον έβλεπα, όμως μέσα του. Κι ενώ κάτω απ’ τα πόδια του ήταν
· εκεί ήταν. Κι ενώ τον έβλεπαν να φτάνει ποτέ δεν έφτανε και κανείς μας ποτέ δεν έμαθε αν έφτασε τελικά στο προορισμό του, γιατί τον προορισμό του δεν τον βλέπαμε και κανείς μας δεν ήξερε πόσο ψηλά τον είχε τοποθετήσει.

 Μάλλον, κάπου στα μισά πέθανε. Γιατί δεν τον ξαναείδαμε ποτέ, όμως εκεί, σ’ εκείνο το σημείο της θάλασσας που κάθε φορά έφτανε... είχε χτίσει ένα εκκλησάκι που ακόμα υπάρχει. Αν και τώρα που αυτός χάθηκε κανείς το καντήλι του δεν ανάβει.

 Και δεν ξέρουμε η αγάπη τους τι απέγινε, ή μάλλον το ξέρουμε: την έπνιξαν τα ζιζάνια κι έγινε το αδίστακτο χέρι του χρόνου που τους κράτησε απ’ το λαιμό. Γιατί η πρώτη σκέψη του ανθρώπου ήταν εκεί που βρέθηκε στον παράδεισο εκεί να μείνει, όμως η ζωή είχε γι’ αυτόν άλλα σχέδια.
 Και δεύτερη φορά, ο άνθρωπος αυτός, δεν ευδοκίμησε ν’ αγαπήσει. Γιατί η αγάπη ολοσχερώς τον κατέστρεψε και τη μίσησε· ίσως πάλι να έκρυβε μέσα του την καταστροφή που τελικά τη συνάντησε. Ίσως μόνο επειδή υπάκουσε στην άγνοιά του. 




Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...