Καθοδήγηση




 Είχε εψές έναν παράξενο καιρό με μπουμπουνητά κι αγέρα. Ύστερα έβγαλε μια κρυστάλλινη βροχή που άνοιξε το παραθύρι· έπεφτε η μισή μες στο δωμάτιο τόση που κινδύνευες να πνιγείς. Μα εμένα μ' είχε κυριέψει μια έκσταση και τα έβλεπα όλα χωρίς να επεμβαίνω, κοντεύοντας να βουλιάξει το σπίτι.

 Μετά με πήραν τα δάκρυα κι έκλαιγα για τα νιάτα μου χωρίς να μπορώ να σταματήσω, ως που μια σκέψη μου πρότεινε να συγκρίνω του κόσμου τα βάσανα με τα δικά μου, και παρόλο που ήταν πολλά τα έβρισκα πάντα λίγα. Mα ψιθύρισα στο σκοτάδι: όχι, δεν είναι αυτό, δεν ωφελεί.

 Μετά, μια άλλη σκέψη, της κατηγόριας αυτή τη φορά, μου τόνισε να κατηγορήσω, μα δεν είχα σπαθί και τους έβρισκα τους ένοχους αθώους. Είχα χάσει πια και την εκδίκηση και το παράπονο, μα είχε ακόμα μείνει ένα γιατί που ζητούσε απάντηση και του απαντούσα γιατί έτσι.

 Απαντούσα μαζί για όλων των ανθρώπων τις μοίρες και τα πεπρωμένα. Γιατί αν έπιανα να εξετάζω και να αναζητώ τις αιτίες πήγαινα πίσω, έβγαινα στις θάλασσες  και δεν είχε νόημα πάντα να το κάνεις, γιατί καθώς σκέφτεσαι πίσω πήγαιναν όλα πίσω. Μα εγώ είχα πια την τέχνη και τη δύναμη με μια σκέψη όλα να τα συγχωρώ, και τα δίκαια και τα άδικα, χωρίς να χρειάζεται να μαθαίνω τί συγχωρούσα, γιατί απ' ολάκερη την αλλοτινή σκέψη είχε απομείνει πια μόνο μια κίνηση στο στήθος.

 Είχα στραμμένη την προσοχή σ’ αυτή την κίνηση σαν να προσπαθούσα να την πιάσω ή να την σταματήσω κι ήξερα πως αυτό είναι όλο που χρειάζεται: να πιάσεις αυτή την κίνηση στο στήθος που είναι σαν ένα φυλακισμένο πουλί ή ένα πουλί και να συγχρονιστείς μαζί της, έτσι που να χαθεί ολότελα η σύγκρουση και να προχωρήσεις με το μέρος του πουλιού.

 Όχι. Δεν ήταν όλα τέλεια κι ιδανικά, είχα περάσει μέσα από καταιγίδες, όμως δεν είχα πια καμιά διάθεση να κατηγορώ, γιατί αυτοί που είχαν φταίξει μου γελούσαν κι είχα πια μόνο κατηγόρους που αυτούς τους γελούσα εγώ για να νιώσουν το ίδιο μαζί μου. Τους έλεγα έτσι πως δεν είχε νόημα να με κατηγορούν για εκείνους.

 Και μετά είχα κάτι που απ’ αυτό πιανόμουν κι ήταν το πιο σημαντικό: είχα πίσω μου ανοιχτό τον τόπο και μπροστά μου ανοιχτό τον τόπο, αυτό που πάντα γύρευα, να είναι η υπόθεση σαν στο χέρι μου. Όλα τ’ άλλα είχαν ελάχιστη σημασία, μα το να μπορώ και να το ξέρω πως έτσι είναι… ήταν μια λύτρωση ισοδύναμη με το να μην με απασχολεί σχεδόν τίποτα. Μπορούσα κι αυτό έφτανε. Τα σκληρά είχαν γίνει απαλά και παρατηρούσα εκείνη την κίνηση στο στήθος, που ήταν μια σκέψη χωρίς επιμέρους σκέψη, μα που μιλούσε μόνο με της αίσθηση μιας σκέψης κάθε φορά και της έδινα την αισθαντική λύση που γύρευα, την καθοδήγηση που κι αυτή δεν γνώριζα αν δικιά μου ήταν.

 Γιατί κι η σκέψη είχε πάρει μια αίσθηση κι η αίσθηση μια σκέψη,
μα πάνω απ’ όλα έστεκε ο νους, που κι αυτός γύρευα να μάθω
αν είναι δικός μου.

 Πως βρέθηκα σ’ αυτό το πεδίο της καθοδήγησης δεν το κατάλαβα. Εγώ ο λογικός. Εγώ, που το εγώ σε μένα ισχνό κατάντησε. Εγώ,  που όταν ως εγώ αναφέρομαι, διαρκώς κάτι λιγότερο δικό μου εννοώ.

 "Έπρεπε να επιστρέψουμε στην εμπιστοσύνη", σκέφτηκα κι έκλεισα το παράθυρο. Όπως και να είχε και το μέσα έξω προχωρούσε και το έξω μέσα έρχονταν κι ο ενδιάμεσος τοίχος είχε πια τόσο ξεφτίσει που μπορούσες να δεις από μέσα του. Μα το κυριότερο ήταν πως απολάμβανα πια μια ησυχία στη θέση της ανησυχίας κι ήξερα πως η εμπιστοσύνη είχε εκθρονίσει το φόβο.

 Κι ήμουν τόσο όμορφα εκείνη τη στιγμή που κατάφερα να πυκνώσω σε μια φράση την ιστορία μας: σ' ένα κλαδί καθόμασταν που το πριονίζαμε. 






Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ατύχημα

Ο Χρόνος

Αυτή που έφτασε στην Ουτοπία