27 Σεπτεμβρίου 2016

Ουρανός





Έλα λοιπόν τύχη τι περιμένεις?
Χρειάζομαι λίγη εύνοια
έλα λοιπόν θεέ κι ουρανέ
με μι' άκρη της λάμψης σου
σαν αχτίδα την τύχη σου νιώθω
σαν μια τεράστια λεπτομέρεια απ’ ολοκάθαρη σημασία.

Έλα λοιπόν ουρανέ, τι περιμένεις?
Αρκετά μονομαχήσαμε.
(Δεν λέμε ποιος νίκησε ουρανέ
τα γνωρίζουμε αυτά μεταξύ μας κι οι άλλοι τα ξέρουν
δεν λέμε ποιος νικά - ούτε τα υπεράνω ούτε τα κάτωθί μας
αγαπητέ ουρανέ. Ξέρουμε. Ζητούμε τη συμφωνία
ζητούμε μαζί σου τη συμμαχία. Αν κάτι προσπαθούμε
είναι να μας αξίζει το λευκό σου και το γαλάζιο. Αχ Ουρανέ!
Πως μας ξέρεις εσύ παιδί της κοιλάδας μας!

Έλα λοιπόν ουρανέ, άνοιξε τα σπλάχνα μας και κοίτα·
τι βλέπεις? Το γαλάζιο σου στοίχειωσε·
το ερειπωμένο λευκό σου. Αχ Ουρανέ!
Φτιάξε μας πάλι παιδιά!
Μι' άκρη σου να βλέπουμε αρκεί για να ζούμε
ολοκάθαρε ξέγνοιαστε, φωτεινέ ουρανέ! Μην μας εγκαταλείπεις
στις λίμνες των δακρύων μας, πίσω απ’ τα πέπλα τ’ ανέλπιδα.

Ουρανέ, που στάζεις μέλι στις καρδιές μας
μην μας λησμονάς
χωρίς εσένα και τη δόξα σου τι?
Ουρανέ, που τελειώνουμε και που αρχίζεις?

Κι αν για λίγο τη συγγένειά μας χάνουμε, εσύ
βάστα γερά την απελπισία μας.
Γιατί ουρανέ μακριά σου δεν υπάρχει ζωή
γιατί ουρανέ βυθιζόμαστε κι είσαι αγκαλιά.

Στάξε ουρανέ λιγάκι χρυσό
- το ξέρουμε πως έχεις και χρυσή βροχή
κρυμμένη για εμάς -
μα από εμάς ποιος την αξίζει?
(Ας μην κρίνουμε).
Φαίνεται εσύ στ’ αλήθεια να μας γνωρίζεις
κι όχι μόνο να φαίνεται).
Πως αντικατοπτρίζουμε πάντα εμείς τη ζωή μας
εμείς οι ίδιοι άνθρωποι πάντα αδικημένοι
και πάντα δικαιωμένοι.

Ουρανέ, την εύνοια, την τύχη σου, δεν τα σπαταλάς.
Ουρανέ, εμείς οι επηρμένοι άνθρωποι, οι αλαζόνες άνθρωποι
εμείς που τη μοίρα μας ορίζουμε και σε τίποτα μπρος δεν σταματούμε
εμείς που παίρνουμε στα χέρια μας τη ζωή μας
όμως ξεχνούμε πως στα χέρια μας δεν την κρατούμε·
εμείς ουρανέ - οι από κάτω σου άνθρωποι
που σε χάνουμε και σε νοσταλγούμε·
εμείς ουρανέ, που πολλές φορές ξεχνούμε να συγχωρούμε·
εμείς οι από κάτω σου άνθρωποι, οι από σένα
και την εύνοια σου, και την αγάπη σου
πολλές φορές κρυμμένοι.

Αχ Ουρανέ! Όταν κρύβεσαι λειψός άνθρωπος
στα στήθια μας μένει.



26 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Τόπος μας






Ο τόπος μας είναι στενός
οι άνθρωποι αμυδροί, ίσα που ξεχωρίζουν στο σκοτάδι
οι πλατείες στεγνές από περιστέρια·
ένας γηραιός πλάτανος υπάρχει μόνο
με γεμάτα τα χοντρά κλαριά του από απειλές σε παιδιά
που δεν έτρωγαν το φαγητό τους ή δεν διάβαζαν το μάθημά τους
παιδιά που κρεμάστηκαν αργότερα για δικούς τους λόγους
και περπατούν τώρα κρεμασμένα. 
Οι άνθρωποι στον τόπο μας περνούν πάντα βιαστικοί απ΄τη ζωή
και βιαστικοί πεθαίνουν
τα παιδιά μοιάζουν στους πατεράδες τους και τα κορίτσια στις μητέρες
(τ’ αγόρια στον τόπο μας τα λένε ακόμα παιδιά, τα κορίτσια
δεν έχουν δικιά τους ονομασία).
Ο τόπος μας είναι στενός
οι άνθρωποι διαδέχονται
ελάχιστοι ξεφεύγουν απ’ τους κανόνες.
Στον τόπο μας  οι άνθρωποι ακολουθούν το συρμό
γερνούν πρόωρα
παίρνουν διδακτορικά στην πρέφα, στη γκρίνια, στο θυμό
και το παράπονο. Στο τόπο μας οι γυναίκες υποβαστάζουν
τους συζύγους τους κι εκείνοι τους γέροντες γονείς τους.
Στον τόπο μας υπάρχει συνεπείς αλληλουχία· οι άνθρωποι δεν φυτρώνουν, γεννιούνται, όμως μεταξύ τους κάποιοι φύτρωσαν.
Στον τόπο μας οι άνθρωποι αναζητούν πάντα το ενδιαφέρον
- δεν το έχουν, το αναζητούν - γι’ αυτό στον τόπο μας οι άνθρωποι λατρεύουν τις καταστροφές. Για να εκστασιάζονται και να ζωηρεύουν. Για να θυμούνται
το φόβο τους. Για να μην ξεχνούν τον Μωυσή.  
Στο τόπο μας οι άνθρωποι σηκώνονται νωρίς το πρωί
πηγαίνουν στη δουλειά τους και γυρίζουν πάντα στα σπίτια τους οι ίδιοι.
Δεν αλλάζουν ποτέ απ’ τη γέννηση ως το θάνατό τους, όμως η γυναίκα τους δεν τους ξέρει.
Στον τόπο μας τα παιδιά κατηγορούν τους γονείς μα τους μοιάζουν σαν δύο σταγόνες νερό. Στο τόπο μας όλα κυλούν αργά κι οι άνθρωποι είναι επιφυλακτικοί στην πρόοδο. Στο τόπο μας όλα μένουν πάντα ίδια, έναν άνθρωπο αν ξέρεις απ’ τον τόπο μας τους ξέρεις όλους.
Στο τόπο μας οι συμπεριφορές είναι συγκεκριμένες κι έχουν συγκεκριμένο αντίκρυσμα· στον τόπο μας δεν ξεφεύγει μύγα, είναι ένας τόπος στερημένος από εκπλήξεις.

Ο τόπος μας είναι στενός και κλειστός ολόγυρα με κυπαρίσσια. Το νεκροταφείο είναι στο ψηλότερο μέρος του τόπου. Από κει έχουμε την αίσθηση πως οι νεκροί μας κοιτάζουν.

Ο τόπος μας πνίγει. Θα ήταν λάθος να γεννηθείς στον τόπο μας. Αν και, κατόπιν της εμπειρίας της ζωής μου κατέληξα, πως θα ήταν λάθος γενικότερα να γεννηθείς αυτήν την εποχή. 




24 Σεπτεμβρίου 2016

Το Αίνιγμα




 Μου έστειλε μόνο μια φωτογραφία, τίποτ’ άλλο, ούτε δύο λόγια. Κάθισα και την κοίταξα πολλές νύχτες προσπαθώντας να σπάσω το φλοιό, την επιφάνεια. Μια νύχτα, πιο ήσυχος, πιο συγκεντρωμένος, μια ιδέα μου ήρθε: Αίνιγμα! Είπα. Αυτή ήταν η απάντηση!

 Είχα ακούσει για τη ζωή γνώριζα κάπως και το χαρακτήρα της κι αυτή η ιδέα μου τα εξηγούσε όλα. Το χαμόγελο ήταν, που ήταν αινιγματικό, τι άλλο να ήθελα?

 Κοίταξα βαθιά, ένα κορίτσι σκανταλιάρικο έπαιζε με τον έρωτα, έλεγε: ψάξε ψάξε δεν θα με βρεις. Επέτρεπε κάτι να την αγγίξει ίσα που να το βιώσει, να το ζήσει, να το νιώσει, να το καταλάβει κι αμέσως την επόμενη στιγμή ξεγλιστρούσε. Πήγαινε στέκονταν απέναντι - ή σε κάποια άλλη θέση - κι από κει χαμογελούσε πάλι αινιγματικά κι έλεγε: σε γέλασα! Πιάσε με αν μπορείς! Κι έλεγε σε πόσα σημεία μπορώ ταυτόχρονα να είμαι? χα χα χα

 Επικίνδυνο παιγνίδι μα το θεό. Αρκετούς άντρες τους είχε εξαναγκάσει να τρέχουν πίσω της, να ποθούν να την αγγίξουν, γιατί αυτά συμβαίνουν μυστικά.
 Το σώμα της το έδινε, το χάριζε, την καρδιά της όμως ελάχιστα. Ο κανόνας ήταν να είναι νικήτρια πάντα στον έρωτα, να είναι πάντα υπέρ και άνω - φυσικά γι’ αυτήν ήταν πάντα μάχη και μάλιστα σκληρή. Ένας δύο νευρικοί άντρες, έμαθα πως την χτύπησαν παλιότερα, τόσο που ένιωσαν να παίζει μαζί τους.

 Μα το θεό, άπιαστη! Πως την πιάνεις αυτή την άγρια πεταλούδα? Αναρωτήθηκα. Μ' αξίζει τον κόπο να το προσπαθήσεις? Είπα μετά. Μήπως είναι φύση της και πρέπει να το δεχθείς? Δεν θα την έχεις ποτέ, είπα, πόσο μάλλον δικιά σου. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως ήταν πολυγαμική. Κάθε άλλο, πιστή πιστότατη, όχι όμως δικιά σου, με κανέναν τρόπο και με το άγριο δυό φορές όχι δικιά σου.

 Για μένα όλο το ζήτημα ήταν να την ξέρω, να την καταλάβω, να μπορέσω έτσι να συντονίσω την καρδιά μου με τη δικιά της, έτσι ώστε ούτε να πληγωνόμαστε μάταια ούτε να παρεξηγιόμαστε αλλά να το δεχθούμε όπως είναι. Μα μήπως έτσι έχανε το ενδιαφέρον το παιγνίδι?

 Κοίταξα πολλές νύχτες τη φωτογραφία της προσπαθώντας να λύσω το αίνιγμα. Στο τέλος βρήκα την απάντηση. Ήταν ν’ αφήσω το μυαλό στην άκρη, ήξερα πως αυτό που χρειάζονταν ήταν να την αγαπήσω. Σ΄ αυτό δεν θα μπορούσε ν’ αντισταθεί - ίσως μάλιστα να το είχε στερηθεί όσο λίγοι. Αντί λοιπόν να λύσω το αίνιγμα θ' αντιστεκόμουν στον πειρασμό και θα την αγαπούσα, λύση είναι κι αυτή και το αίνιγμα θα λυνόταν μόνο του.

 Ετούτο το σκεπτικό, ετούτη την αντιμετώπιση δεν την είχε συναντήσει ξανά στη ζωή της, δεν έχει ούτε όπλα ούτε μνήμες αντίστοιχες, ούτε τρόπο αντιμετώπισης. Την αγάπησα και την άφησα γυμνή, άοπλη, τη στέρησα όμως όλες τις απολαύσεις της. Τη στέρησα τη μάχη. Της κατέρριψα τον κόσμο. Την αναίρεσα. Τη διέψευσα. Είχε άλλη γνώμη για τους ανθρώπους και δη τους άντρες· επί πολύ καιρό έφτανε στα χείλη της κάτι το ανείπωτο, δεν μπόρεσε να εκφράσει σε μένα ούτε μια από τις γνωστές συμπεριφορές της. Τι κρίμα! Ήταν στιγμές που τη λυπόμουν.

 Στο τέλος μ' εγκατέλειψε με μια απορία. Το ήξερα πως έτσι θα γινόταν, την ξεπέρασα σ' ένα τέταρτο της ώρας με το ρολόι του τοίχου Αγάπησα ένα αίνιγμα κι αντί λύσης μου αντιγύρισε απορία. Απολύτως φυσιολογικό. Όμως μια νύχτα θα το σκεφτεί όλο αυτό που συνέβη ανάμεσά μας και θα καταλάβει περισσότερα. Όσο για μένα ήταν όλα φανερά απ’ την αρχή. Δεν περίμενα διαφορετική εξέλιξη. Αν και τώρα τελευταία με παίρνει συχνά τηλέφωνο χωρίς να μιλά. Κάθεται περίπου ένα τέταρτο στην άλλη άκρη της γραμμής σιωπηλή· ακούω την ανάσα της· σαν να προσπαθεί ένας λυγμός να τη φτάσει. Είναι η αγάπη κάτι μαγικό, μπορεί να την αλλάξει. Είναι κάτι που αρκεί.

 - Ώστε αγάπησες το κτήνος? Είπε ο Τ. που ως τώρα δεν είχε μιλήσει. Δεν φοβάσαι μήπως έτσι το χάλασες?
- Δεν το φοβάμαι, το ελπίζω, είπε ο Κ.

- Μάλλον αισθάνεται πως γίνεται να έχει νικηθεί χωρίς να είσαι απαραίτητα κακός. Δεν μπορεί να σε βρει κακό, αυτό νομίζω είναι όλο το τωρινό της πρόβλημα και δεν μπορεί να καταλάβει γιατί σε εγκατέλειψε. Ούτε αισθάνεται ηττημένη, είναι στο χάσμα. Απλώς χωρίς ανταγωνισμό δεν ξέρει πως να ζει. Έφυγε μακριά από κάτι άγνωστο, φοβήθηκε, τρόμαξε.
- Είναι σίγουρα μπερδεμένη, δεν το ξέρει, θα της πάρει καιρό να το καταλάβει.
- Μα γιατί το έκανες?
- Απλώς την ήθελα και δεν είχα άλλο τρόπο. Από άμυνα το έκανα, για να με υπερασπιστώ. Την αγάπησα κι εξόφλησα έτσι τον εαυτό μου.
- Νομίζω πως δεν την νίκησες απλώς…
- Όχι, δεν τη νίκησα μόνο…
- Είπες πως ήταν μαθημένη να νικά.
- Ναι, το έβλεπε ως μάχη.
- Πάντα?
- Φαντάζομαι ναι. Άλλωστε κι οι άντρες συνηγορούσαν σ΄αυτό.
- Λες αν συνέβαινε το ίδιο με τη Τζοκόντα να έχανε το αινιγματικό της χαμόγελο?
- Με προβληματίζει ο λόγος που την επέλεξε ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι, κάτι σίγουρα ήθελε να πει με αυτό, ένα μήνυμα να περάσει και ν' αφήσει στον κόσμο. Σκέψου: απ’ όλα τα χαμόγελα των γυναικών του κόσμου αποτύπωσε το αινιγματικό.
- Ίσως και σ΄αυτόν το αίνιγμα να του απαντούσε με απορία.
- Ίσως, ποιος ξέρει…

- Τι κρίμα να μην είμαι ζωγράφος, είπε ο Τ.

- ... Και τι κρίμα να υπάρχουν τόσοι ζωγράφοι που δεν την έχουν ανακαλύψει,
είναι μια γυναίκα που κυκλοφορεί ανάμεσά μας.
- Άλλα θέματα ενδιαφέρουν τώρα τους ζωγράφους. Νεκρά τοπία, νεκρές φύσεις,
ενώ αυτή η γυναίκα είναι γεμάτη από μυστική δροσερή ψυχή. Μου επιτρέπεις μια ερώτηση?
- Φυσικά φίλε μου, είπε ο Κ.
- Έκανε καλό έρωτα?
- Ας το αφήσουμε στη φαντασία αυτό φίλε μου.



23 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Κύκνος






 Προχώρησε πολύ είπαν, έπρεπε να το σταματήσει όσο ήταν νωρίς. Να βάλει έναν επίγειο στόχο ή απλώς ν’ αρχίσει να σκέφτεται, μα εκείνη γύρεψε μια άγνοια όλη γνώση κι αποπειράθηκε να πιάσει τη μελωδία.
 Έπρεπε να το σταματήσει, αποφάνθηκαν, προχώρησε πολύ στα λευκά κι έγινε Νύμφη, Κρίνος, Κύκνος, έγινε Ιέρεια κανενός Κυρίου, έγινε μοναχή εκτός μονής.

 Έπρεπε να το σταματήσει με τη λογική, με τα φρένα της, μα την κυρίεψε κάτι σαν ευδαιμονία μέσα στη φτώχεια της και της άρεσε ν' ατενίζει· είχε πάντα για κείνη λιγάκι ψηλότερα και δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Στην αρχή το είπε μοίρα, μετά πεπρωμένο, μετά τ' απαρνήθηκε και τα δύο. Έχασε ακόμα και την πίστη της μα συνέχιζε.

 Έπρεπε να το σταματήσει όσο ήταν νωρίς με μι' απασχόληση, μ’ ένα κυνήγι θησαυρού· έστω με λίγη απογοήτευση ή απελπισία. Με κάποια πίκρα ή ακόμα και με αρκετή ματαιότητα, μα να το σταματήσει. Έπρεπε να το ρίξει έξω, εκείνη το έριξε μέσα, το έριξε έξω, μέσα, έξω, μέσα, το έφτιαξε ένα. Αντί για το κυνήγι ενός θησαυρού κατέκτησε τον πλούτο και την έπνιξε· δεν μπορούσε να τον μοιραστεί. Τον έγραφε και τον έχωνε στο συρτάρι.

 Μετά εκεί, ζαλίστηκε. Κοίταξε γύρω της κι ήταν απομονωμένη. Χωρίς τείχη, όμως απομονωμένη. Έπρεπε να το σταματήσει, όμως δεν της έφτανε ποτέ το γέλιο κι ακολούθησε την αλυσίδα του. Από λύπη σε λύπη έφτασε στο γέλιο. Έπρεπε να το σταματήσει, όμως τη δάγκωνε και του αφαιρούσε τα δόντια.

 Έπρεπε να το σταματήσει, όμως της άρεσε το μυστήριο, της άρεσε να κρυφοκοιτάζει το θάνατο και στο τέλος τον πόθησε και τον ερωτεύτηκε. Έπρεπε να το σταματήσει όμως είχε από μικρή έναν ανοιχτό λογαριασμό με το φόβο, τη δύναμη, τη φωτιά και το σεισμό.

 Έπρεπε να το σταματήσει, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι συνετοί άνθρωποι. Φτιάχνουν μια οικογένεια, ανοίγουν δουλειές, ασχολούνται με διάφορα, τέλος πάντων βρίσκουν ένα τρόπο και το σταματούν.
 Έπρεπε να το σταματήσει, όμως τη γλύκαινε η μοναξιά. Ο αρχικός καταναγκασμός της έγινε συνήθεια ελευθερίας. Αναζήτησε την αρχή και το τέλος της, άρχισε να μιλά με αγγέλους, έπραξε επικίνδυνα μα τη γοήτευαν αφάνταστα τα πράγματα τα πνευματικά.

 Έπρεπε να το σταματήσει μα την συνέπαιρνε και δεν άντεχε να το σταματά. Στο τέλος συνέχιζε μόνο του κι εκείνη το ακολουθούσε. Έγινε μια γυναίκα καθαρό ασυνείδητο. Έπρεπε να το σταματήσει, μα ποιος μπορεί να το σταματήσει χωρίς να σταματήσει τη ζωή του?

 Είπαν κι άλλα πολλά για αυτήν, πως έγινε διάφανη, άυλη και φυσικά δεν βρήκε ποτέ το ταίρι της. Έζησε όμως στην αγάπη κι αργά ξέχασε τον έρωτα. Παράξενη, τρελή, όμως δικιά της ως το τέλος. Δικιά της κι όλων γιατί σε μια μεγάλη ποιήτρια αναφέρομαι.

 Έπρεπε όμως να το σταματήσει, αν και κανένας απ’ αυτούς δεν το μπορούν. Αν ξεκινήσει ξεκίνησε. Λένε πως το σταματούν, μπλέκουν με τον κόσμο, κάνουν παρέες, προσπαθούν να στραφούν στα επίγεια, μα αν ξεκινήσει εκείνο ξεκίνησε και δεν το σταματάς. Ούτε αυτοί το σταματούν ποτέ, απλώς για λίγο το ξεγελούν και μετά μια νύχτα πάλι με τρόμο το θυμούνται πως υπάρχει. Δεν σταματά. Κόβουν τη ροή μα εκείνο συνεχίζει.

Έπρεπε να το σταματήσει μα...
γύρεψε το τέλος της
γύρεψε την αρχή της
στο τέλος κατάφερε ακόμα κι αυτά
να τ' αφήσει, λίγο, λιγάκι πίσω.
Και τη θάλασσα, και τον άνεμο
τ’ άφησε λιγάκι πίσω της.
Είχε πάντα λιγάκι παραπέρα, λιγάκι παρακεί
είπαμε, έφτασε στο θάνατο
όμως χωρίς καμία ανησυχία, χωρίς καμία αγωνία
με κάποια γλύκα θα έλεγες και κάποιο θαυμασμό
του αφέθηκε, του παραδόθηκε,
δεν πέθανε, κοιμήθηκε σαν την Παναγιά.
Ήσυχη, ίσως όλα γι’ αυτή τη μία
τελευταία στιγμή τα έκανε.

Πάντως, για να μιλούμε σοβαρά
έπρεπε να το σταματήσει.
Ή μήπως δεν έπρεπε?


22 Σεπτεμβρίου 2016

Σιγανό Φθινόπωρο







1. Φθινόπωρο, αργό, ήσυχο, βροχή σιγανή
ψιχάλες στο τζάμι - πουλιά χωρίς έκπληξη
όλα γνωστά από μνήμες - ήσυχα.
Τίποτα δεν ουρλιάζει - ούτε μια πατημένη γάτα.

Ένα φύλλο πέφτει αργά σαν βαμβάκι απ’ το δέντρο
πεθαίνει, μόνο του, κανείς δεν του κρατά το χέρι
κανείς δεν το βλέπει που ξεψυχά
κίτρινο απ’ τον πυρετό·
η ίδια γη που το ανάθρεψε είναι ο παράδεισός του
τώρα στη ρίζα επιστρέφει.
Κανείς δεν ψέλνει. Μηδέν αλληλούια.  

Όμως ακούγεται στο βάθος ένα Ωσαννά!

Ένας κορυδαλλός μόνο λυπάται
λόγο σύναψης μιας καλοκαιρινής σχέσης.
Αυτός ξέρει το θάνατο καλύτερα.  

Πάντα τα πιο σημαντικά περνούν απαρατήρητα - τι κρίμα
να μας ξεφεύγουν. 

Οι διαβάτες το πατούν - ίσως ουρλιάζει στα σπλάχνα του·
μα δεν το κάνει αν δεν το ακούμε. 

Αυτά δεν έχουν σημασία για τον έξω κόσμο. Ξύπνα η κοιμήσου.

2. Αλλάζει η ατμόσφαιρα - κάθε οργανισμός προσαρμόζεται
εκτός απ’ τις σκέψεις μας - αυτές πάντα τρέχουν
στα προμηνύματα.
Τι θέλουν να πουν οι καιροί; Αν το βρεις κερδίζεις κουτάλι
να φας τη σούπα που σε τρώει·
όπως καθετί το απέναντι που σε θρέφει.

Γλυκό, μελαγχολικό, νοσταλγικό Φθινόπωρο
να μπορούσες ανεπιφύλαχτα να το δεχθείς
τις βαθιές ορμές του - όπως περνάει πάνω απ’ το δέρμα
ο αιθέρας του και ξεσηκώνει την ανατριχίλα - θυμίζει χειμώνα.

Τι θα φτιάξουμε φέτος; Μας επισκέφτηκε η ικανότητα
να μην πνιγόμαστε στη μαντεία;
Ρωτώ την Πυθία - εκστασιασμένη με κοιτάζει·
πάντα μου λέει δεν είναι έτσι.

Πως είναι δεν ξέρω. Αισθάνομαι κι αυτό έχει μια αλήθεια.
Το παρακάτω με κάνει να μην δίνω τόση σημασία
στο τσιγάρο που καπνίζω και πολλές φορές περνάει
ο καφές χωρίς γεύση.

Η σκέψη μας παίρνει. Κι ο έρωτας μας παίρνει
και το πρόβλημα μας παίρνει·
προσπαθώ να κρατήσω τη φαντασία εδώ.
Σαν να το υπομείναμε όλο μοιάζει
λες κι εξαντλήσαμε την υπομονή
που κι αυτή χρόνος μας είναι.

Χωρίς υπομονή τι απομένει να υπομένεις;
Σαν να μας εξάντλησε κάτι και να το εξαντλήσαμε
σ’ έναν αγώνα δρόμου.
« Κράτα μου λιγάκι το χέρι με τη σκέψη σου », της έλεγε
« … και θα το καταλάβω ».

Αυτό που χωρίς εμάς συμβαίνει.

Προσπαθήσω να κρατήσω τη φαντασία εδώ
- το προσπαθώ μα δεν το θέλω -
ως να πάρει μια γλύκα η ζωή
μια ικανοποίηση
η φαντασία μας θα δραπετεύει.

Αν δεν καλπάζει δεν είναι φαντασία.



16 Σεπτεμβρίου 2016

Αποδημία






  Κάθε μέρα χτυπάει η καμπάνα. Οι άνθρωποι όσο απελπίζονται φανερώνουν μια επιτυχία· ζήστε! ζήστε! Φωνάζουν στους άλλους κι αρπάζονται απ’ την πίστη και την πειθώ τους. Κάθε άνθρωπος ένα έγκλημα. Κάθε έγκλημα μια μετάφραση· στοίβες μαζεύεται ο έρωτας κι εκλιπαρούν να τους σκορπίσει· παγίδα το σώμα και τα μάτια μικρά. Σύμπαν που βαριά ανασαίνει. Περιορισμένη εξήγηση.

 Το αμετανόητο επιστρέφει. Είναι οδυνηρή η κατανόηση. Κλείστε τις σχισμές, βάλτε στους αρμούς στόκο. Αφήστε με εδώ, λέει, σ΄αυτή τη ξέφρενη γυαλιστερή επιφάνεια, η γεύση μου πια δεν υπακούει. Ποιος δαίμονας, λέει, βάζει πάντα στον δρόμο μου αυτό που προσπαθώ ν' αποφύγω!

 Αφήστε με, λέει, στα γνωστά, λίγο ακόμα και θα τα φτιάξω σωστά. Μα το γνωστό, αν ήταν σωστό, δεν θα πλήγωνε. Δεν θα στεναχωρούσε, δεν θα γύρευε να το αλλάξεις. Και το άγνωστο είναι κρύο - ούτε καλό ούτε κακό - μα δεν έχει αλλού να προχωρήσεις. Δεν θέλω να χάσω το γνωστό μου! Λέει ο άνθρωπος και γαντζώνεται από μια εκτροχιασμένη θαλπωρή, από μια θανάσιμη στασιμότητα. Κι έτσι έχουμε τη γέννηση της παρηγοριάς. Προστάτεψέ με, λέει στο δάσος, και το δάσος τον αγκαλιάζει και τον πνίγει. Γιατί μέσα στο δάσος υπάρχουν μόνο κάτι μικρά καταφύγια αγάπης, κάτι γωνιές αγαπημένες κι όλο το άλλο είναι κίνδυνος.

 Σκέφτεται η επιμονή στο ίδιο γαντζωμένη στην ανηφοριά: Δεν θέλω να δω πάρτε όλα τα κεριά απ’ το δωμάτιο, πάρτε το άλλο σενάριο, την άλλη εκδοχή μακριά κι αφήστε το νεκρό στην ησυχία του. Θέλω τον ξοδεμό και την ανάλωση, θέλω το γύρω γύρω μου αλλιώς θα πέσω στο πηγάδι. Θέλω να περπατώ από σκέψη σε σκέψη αλλιώς τρικλίζω κι αισθάνομαι κατακόρυφα. Θέλω την απόλαυση, την ευχαρίστηση και την ηδονή, πλαγίως να κρατηθώ. Θέλω να περνά ο καιρός να φτάσει εκείνη η μέρα που δεν θέλω να πεθάνω.

 Δεν θέλω να πλησιάσω εκεί! Λέει, εκεί κοντά καίει! Δεν θέλω, λέει, τη σπείρα που σε κατεβάζει, θέλω τον κύκλο τον ανοιχτό. Δεν θέλω, λέει, τον περιορισμό που με οδηγεί στον τόπο και τη μεγάλη έξοδο, θέλω το ξέφραγο να περιπλανιέμαι. Δεν θέλω, λέει, να φτάσω στην πύλη, θέλω το εν κρυπτό. 
 Δεν θέλω, λέει, το σκοπό, θέλω το άσκοπο που μ' ενθουσιάζει και με παρατά σύξυλο. Αφήστε με ως εσχάτων να ξεγελαστώ, θέλω, μ΄ακούτε, την πλάνη! Θέλω των αισθήσεων την άκαρπη συγκομιδή. Θέλω να μεταμφιεστώ σε νυχτερίδα, άδικα μην είμαι κρεμασμένος ανάποδα μ' ένα καλάμι για σκέψη κι ένα μαντρί για τ' αισθήματα. 
 Μην μου τραβάτε τον μανδύα, λέει, σωπάστε πια με την αποκάλυψη! Τους φάρους, τα ευλογημένα νησιά και τους παραδείσους. Δεν σας ακούω, λέει, από μέσα φτιάχνω ό,τι θέλω, είναι στο χέρι μου το ρολόι, άδικα σπαταλάτε τα λόγια σας και τελικά λέει: Ευχαριστήστε με! Γι' αυτό σας έχω κρυμμένο αντάλλαγμα!
Ευχαριστήστε με, λέει, ετούτος είναι ο ύμνος. Με αυτόν το τραγούδι μου αντάλλαξα.

 Ευχαριστήστε με! Λέει ο άνθρωπος, γιατί πονώ. Σκεφτείτε, ψάξτε, βρείτε αυτό που θέλω ακόμα κι αν δεν σας το πω, ακόμα κι αν το μουγκρίζω και προσφέρετέ το μου. Σ΄αυτό το σημείο ανταμώνουμε, λέει ο άνθρωπος, στην ευχαρίστηση. Γίνετε απλώς ευχάριστοι, λέει ο άνθρωπος κι έχω γι' αυτό μια ανταμοιβή για εσάς. Μα και η κόλαση το ίδιο λέει.

 Σσσσ, κάνει το υπόγειο ποτάμι. Ντιν νταν χτυπάει η καμπάνα· ποιος πέθανε? Ρωτούν, κι εγώ ανάμεσά τους ρωτώ: Ποιος ζει? Φώναξαν τον καλύτερο γιατρό να κάνει τη διάγνωση μα εγώ ήξερα από τι έπασχε, τον είχε πιάσει αιχμάλωτο η κουνιστή του πολυθρόνα.

 Πάλι αιτία θανάτου έγραψαν τάδε. Μα εγώ - που έχω κοιτάξει νεκρούς και ζωντανούς στα μάτια - ξέρω, η ψυχή μου μού το ομολόγησε, πως οι άνθρωποι το αποφασίζουν να φύγουν.

Σαν τα πουλιά που ονειρεύονται μια αποδημία.


14 Σεπτεμβρίου 2016

Κλεμμένη Παράσταση



- Είμαι πολύ αναστατωμένος σήμερα, είπε ο Τ. λ.
- Τι σε τάραξε φίλε μου - εσένα που και για την ψυχραιμία σου φημίζεσαι - θα ήθελες να το μοιραστείς μαζί μου? Ίσως έτσι μπορέσω να πάρω απ’ τους ώμους σου λιγάκι βάρος.
- Τι θα έκανα χωρίς εσένα καλή μου Τ. ζ. Είναι ο κόσμος τόσο παράξενος σήμερα και θαρρώ πως έχω την καρδιά μου αφύλαχτη.
Η Τ.ζ. του έβαλε μισό ποτήρι ουίσκι χωρίς πάγο όπως το συνήθιζε.
- Έλα καλέ μου φίλε, πάρε το φάρμακό σου, του είπε, και μην ξεχνάς πως πρέπει οπωσδήποτε να αντέξεις.
- Αν είχα μερικούς καλούς λόγους θα με ωφελούσαν, μουρμούρισε ο Τ. λ. Όμως προς το παρόν χρειάζεται να αντέχω με την υπόσχεση πως αργότερα θα βρεθούν κι οι λόγοι.
 Η Τ. ζ. του χαμογέλασε αμήχανα και με κάποια ανησυχία.
- Ανησυχώ για σένα που έχουν τη δύναμη να σε αναστατώνουν μικρά κι ασήμαντα πράγματα, του είπε.

- Πέρασα απ’ το κομμωτήριο, είπε εκείνος, όπως ξέρεις είναι δικιά μου επιχείρηση μα δεν εργάζομαι εκεί – και πως θα μπορούσε άλλωστε – είναι μια μπίζνα μου κι απασχολώ τέσσερα κορίτσια. Κάθισα λιγάκι εκεί να αφουγκραστώ, γιατί ξέρεις πως μ’ αρέσει λιγάκι να αφουγκράζομαι τον κόσμο και να μαζεύω πληροφορίες που καμιά φορά τις γράφω. Ήταν λοιπόν εκεί η Κυρία Π. Κι η δεσποινίς Κ. ασχολιόταν με τον καλλωπισμό της. Ξέρεις πως η δεσποινίς Κ. είναι ένα αξιολάτρευτο πλάσμα που είναι δύσκολο να μην την συμπαθείς. Κατάφερε όμως σήμερα κι έκαψε λιγάκι στην άκρη τους τα μαλλιά της κυρίας Π. Μη φανταστείς, μια ακρούλα τους μονάχα, πεντέξι τρίχες όλες κι όλες κι αυτές μισοκάηκαν· το αποτέλεσμα ήταν η κυρία Π. να σηκώσει πραγματική επανάσταση. Έβρισε χυδαία την δεσποινίδα Κ. Τόσο που την ανάγκασε -  την εξώθησε θα έλεγα -  να τραβηχτεί σε μια γωνιά και να μπήξει τα κλάματα· βρήκα εντελώς υπερβολική την αντίδραση της κυρίας Π. Και παράλογη. Έχω άδικο?

- Όχι φίλε μου, δεν έχεις άδικο, όμως συνέχισε την εξιστόρησή σου…

- Αυτό που με τάραξε περισσότερο είναι πως γνωρίζω το παρασκήνιο της ζωής της κυρίας Π. Η ζωή της είναι κυριολεκτικά υπό διάλυση. Έχει τρία παιδιά, ενήλικα όλα, που τη μισούν και την απεχθάνονται. Επίσης τα οικονομικά της είναι σε άθλια κατάσταση και με τόσο σοβαρά προβλήματα… κατάφερε να κάνει την επανάστασή της κατά της δεσποινίδος Κ. για πέντε καμένες τρίχες της, ενώ θα έλεγα, πως η ψυχή της κι η ζωή της είναι ολάκερα ένα ολοκαύτωμα.
- Μήπως δεν ήταν μόνο οι πέντε καμένες τρίχες η αιτία του ξεσηκωμού της? Ρώτησε η Τ. ζ.

-  Ο Τ. λ. φανέρωσε έκπληξη. Πως το γνωρίζεις? Είπε με κάποια ένταση. Ήταν επιπλέον και μια γραμμή με το μολύβι που ξέφυγε της κακομοίρας δεσποινίδας Κ. και της μουντζούρωσε λιγάκι το μάτι, εκεί πάνω ξέσπασε.
- Το φαντάστηκα, είπε η Τ. ζ. Το ζήτημα των τριχών το αποσιώπησε όμως της έπεσε βαρύ να αποσιωπήσει και το «δεύτερο έγκλημα» της δεσποινίδας Κ. Μα εσένα ποιο είναι το πρόβλημα σου και ποια η απορία σου? Και μετά, εσύ γιατί ανακατώνεσαι στον κόσμο των γυναικών, τι σε μέλει και ποια φαγούρα σε τρώει. Είναι κάπως παράξενες, κάπως μυστήριες με τις τρίχες τους, δεν μπορείς να μείνεις σ’ αυτή την εξήγηση?

- Αγαπητή Τ. ζ. είπε εκείνος, δεν μπορώ να χωνέψω απλά το γεγονός, πως ενώ η κυρία Π. έχει τόσα πολλά και σοβαρά προβλήματα στη ζωή της, έδειξε να μην την απασχολεί τίποτ΄ άλλο παρά μόνο οι πέντε καμένες τρίχες. Το βρίσκεις εσύ λογικό αυτό? Δεν θα έλεγες πως μια πιο υγιή αντίδραση θα ήταν να το προσπεράσει και να πει ένα δεν βαριέσαι, ή ένα και τι έγινε, καθώς η έγνοια της, η μέριμνά της κι φροντίδα της θα ήταν στα πάμπολλα προβλήματά της?
- Καλέ μου φίλε τι προσπαθείς να καταλάβεις? Είναι φανερό πως η κυρία Π. δεν αντιμετωπίζει τα προβλήμάτα της. Τα έχει παραγκωνίσει, τα έχει θάψει σε μια γωνιά, τα έχει κρύψει. Υπάρχουν μόνο για σένα, που είσαι ο τρίτος άνθρωπος και παρατηρητής. Όμως σ’ εκείνη μέσα, στον κόσμο της, υπάρχει μόνο μια βαθιά ενόχληση κι ένα καμπανάκι που χτυπά άγρια μα δεν θέλει να το ακούει και προσπαθεί να μην του δίνει σημασία. Είναι επιμελώς τυφλή, σου αρκεί αυτή η εξήγηση?
Αυτή η ενόχληση όλη λοιπόν βγήκε και όρμισε στο κορίτσι. Που δεν σου κρύβω πως μάλλον η κακή της αύρα κι ενέργεια συντέλεσαν να της κάψει τις τρίχες γιατί η δεσποινίς Κ. είναι πολύ προσεχτική στη δουλειά της και δεν έτυχε ποτέ της να δημιουργήσει ατύχημα σε θετικό άνθρωπο. Δεν το βλέπεις πως η κυρία Π. κουβαλάει ένα βέλος στην ύπαρξή της που δείχνει στους άλλους: εδώ! Εδώ παρακαλώ οι ατυχίες κι όλα τα κακά του κόσμου και τα βλαβερά πράγματα!

- Θα ‘θελα να ‘ξερα τι στην ευχή το ήθελε το χτένισμα και το βάψιμο, μη ξεχνάς πως η κυρία Π. είναι πλέον εβδομηντάρα, είπε ο Τ. λ.

Την επόμενη μέρα η κυρία Π. βρέθηκε νεκρή στο κρεβάτι της. Είχε αυτοκτονήσει. Ήταν καλοχτενισμένη, περιποιημένη και βαμμένη, φορώντας το τελευταίο της εξαίσιο φόρεμα, το μόνο που απέμεινε απ’ την έφοδο των πιστωτών της. Ένα φόρεμα αρκετά στενό που δεν είχε καταφέρει να κουμπώσει τα δύο τελευταία κουμπιά του. Το φόρεμα που φορούσε στο χορό που γνώρισε τον πεθαμένο σύζυγό της και πρώτο της έρωτα.

 Ο Τ. λ. παρευρεθεί στην κηδεία κι ήταν σιωπηλός, στεναχωρημένος και λυπημένος.
- Από τους πλέον συμπαθείς εν ζωή ανθρώπους γι’ αυτή τη γυναίκα στεναχωρήθηκα και λυπήθηκα διπλά στον θάνατό της. Ομολόγησε στην φίλη του που έστεκε δίπλα του όρθια κι είχε περασμένο το χέρι της στο μπράτσο του.
- Σε γνωρίζω από μικρό, από τότε που πηγαίναμε κλεφτά στα θερινά σινεμά, ποτέ δεν περίμενες να δεις το τέλος, του είπε εκείνη. 



11 Σεπτεμβρίου 2016

Εκείνος & Εκείνος


 

 - Δεν μπορείς να του αντισταθείς, υπάρχει κάτι στο βάθος που πρέπει να το ζήσεις για να περάσει και τότε θα ελευθερωθείς, είπε ο Α.

- Ο Β. αντέδρασε έντονα. Τι λες! Του φώναξε. Η θέληση είναι το παν, η βούληση φίλε μου, αρκεί να θέλεις και να ζωστείς με φωτιά, να ανοίγεις το δρόμο!

 Ο Α. τον κοίταξε με μάτια σταθερά που δεν έκρυβαν αμφιβολία, ο Β. έμοιαζε να μην παραδέχεται κάτι ανώτερό του. 
- Υπάρχει κάτι που πρέπει να το ζήσεις για να περάσει, του επανέλαβε με μια ελαφριά χροιά επιμονής, χωρίς αυτό να σημαίνει πως κάποιος άλλος σου καθορίζει τη ζωή. Μα υπάρχει κάτι ανώτερό σου που κι αυτό μέσα σου είναι. Πρέπει να ζήσεις τον βαθύ εαυτό σου για να σου αποκαλυφθεί ο βαθύτερός σου, είπε τελικά σαν να βρήκε τα κατάλληλα λόγια.

 - Ο Β. ζήτησε να μάθει περισσότερα. Τι είναι αυτό? Ρώτησε.
- Διάθεση, τι άλλο.
- Δεν υπάρχει μέσα μας ξένη διάθεση, έτσι ώστε να πεις πως χρειάζεται να ζήσεις κάτι αναγκαία και καταναγκαστικά, κάτι που θα χρειαστεί να το υπομένεις, του είπε ο Β. και στύλωσε το κεφάλι του.
- Γιατί οι άνθρωποι περιμένουν, έχεις αναρωτηθεί ποτέ? Ή ακόμα γιατί γυρίζει ο κόσμος κι οι άνθρωποι ζουν αυτό που λέμε περιόδους που έχουν πάντα κάποια διάρκεια? Γίνεται ποτέ να γυρίζει ο κόσμος, ή να γυρίζει του ανθρώπου ο χρόνος, χωρίς να γυρίζει ο ίδιος ο άνθρωπος? Δεν τους βλέπεις που περιμένουν να φτάσει το όμορφο ψηλά, να τους φανερωθεί για να το ζήσουν. Δεν τους βλέπεις πως κάνουν υπομονή κι επιπλέον δεν το έχεις καταλάβει πως εκείνο τον ίδιο χρόνο φτιάχνουν κήπο? Δεν το διάβασες ποτέ, δεν σου είπαν και δεν το κατάλαβες πως απ΄τη λάσπη αρχίζει ν' ανθίζει?

- Κάνουν υπομονή περιμένοντας την κατάλληλη ώρα, είπε ο Β. χάνοντας λίγο απ΄το πείσμα του. 
- Κάνουν υπομονή περιμένοντας την κατάλληλη διάθεση, θα έλεγα εγώ. Κάνουν υπομονή περιμένοντας ως να πιάσουν μια άκρη της άνοιξης. Αυτό σημαίνει αυτοσεβασμός. Η άλλη περίπτωση είναι να τρέχουν σαν τρελοί με τη θέλησή τους στους δρόμους χωρίς τη συμμαχία του εαυτού τους φίλε μου, κι αν χάσεις αυτή τη συμμαχία κι αυτή την επικοινωνία με τον εαυτό σου έγινες αλλοπρόσαλλος. Αν δεν ζεις κάθε φορά ένα κύμα που σε φτάνει απ’ τα σπλάχνα σου δεν ξέρεις τί ζεις. Κάτι έχεις αφήσει πίσω σου και χρειάζεται πολύ μοναξιά να σου φανερωθεί.

 Ο Β. έπεσε σε συλλογισμό. Δεν ζω πάντα τον εαυτό μου, είπε, χρειάζεται μες τη μέρα να λειτουργώ με το πρέπει μου και το θέλω μου και τότε αισθάνομαι πως ο εαυτός μου κάπου τρέχει και κρύβεται. Ακόμα αισθάνομαι πως αυτό συμβαίνει πάντα ανάλογα. Αν το κάνω καιρό τότε ο εαυτός μου κρύβεται ολότελα. Ίσως αυτή να είναι η αιτία της ανθρώπινης κρυψώνας.

- Θα αφαιρούσα το ίσως, είπε ο Α. Είναι σίγουρα αυτή η ανθρώπινη κρυψώνα: η παραβίαση. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί χρειαζόμαστε τη συμμαχία του εαυτού μας?
- Ο εαυτός μας είναι ένα παράξενο πλάσμα, είπε ο Β. δεν μας βοηθά πάντα, δεν μας υποστηρίζει πάντα, πολλές φορές λειτουργεί αντίθετα με τη θέλησή μας. Ίσως πάντα αυτό να συμβαίνει. Εμείς τότε, από μια παρόρμηση, ακολουθούμε τη θέλησή μας κι όχι την αισθαντικότητά μας και τότε τι γινόμαστε ούτε που το ξέρω. Μα σίγουρα κάτι μέσα μας χωρίζεται στα δύο και συγκρούεται διαρκώς. Είναι σαν κάτι να μας τιμωρεί, μένει μέσα μας ένα παιδί στο βάθος που διαρκώς μας εκδικείται και δεν είμαι σε θέση να πω, με όλον τον αγώνα μας, τον αγώνα της θέλησής μας εννοώ να πετύχουμε κάτι… για ποιον τελικά τον δίνουμε, ποιος σ' εμάς τελικά καταφέρνει να επιβιώνει,  αφού εμείς κάπου έχουμε βρει ένα καταφύγιο κι η ίδια η ζωή μας δεν μας φτάνει, δεν μας αγγίζει. Ίσως έτσι να ζούμε μόνο για τους άλλους.

 - Όχι ίσως φίλε μου, όχι ίσως. Φρόντισε να συμμαχήσεις, να φτιάξεις την ιερή συμμαχία, πράγμα που σημαίνει πως θα πρέπει να συμμαχήσεις με το θεό, ή με το σύμπαν, με ό,τι υπάρχει μέσα σου και σε σκεπάζει. Φρόντισε να έχεις τη συμπαράσταση. Κάπου η γνώμη σου ταυτίζεται με τη γνώμη Του και μπορεί, προκειμένου να βρεις τη χρυσή τομή να χάσεις πολλές φορές τη γνώμη σου – για μια υποθετική μιλώ – και να ασπαστείς μια γνώμη διαισθητική, που μπορεί να είναι η αληθινή σου γνώμη πέρα απ’ τη λογική σου. Μπορεί ακόμα, κάποτε να καταλάβεις και να αποδεχθείς, πως το ανώτερό σου, που πάλι μέσα σου είναι, έχει δίκιο. Ένα δίκιο ασύμφορό σου, που πολλές φορές θα σου μοιάζει εξωφρενικό να το δεχθείς. Μα ένα δίκιο, που αν το ακολουθήσεις μπορεί όλη τη ζωή σου να δικαιώσει. Την τωρινή, την μελλοντική και την περασμένη.

 - Ο Β. είπε: μπορεί να δικαιωθεί ποτέ η περασμένη ζωή?
- Φυσικά φίλε μου, υπάρχει κάτι που το λένε τελειότητα, σε ξεπερνά  και δουλεύει άριστα αν το ακούσεις. Μπορεί μια στιγμή σου να δικαιώσει πενήντα λάθος χρόνια και να γεμίσεις ανακούφιση.
- Ο Β. στριφογύρισε λιγάκι στην πολυθρόνα του κι έξυσε το πάνω μέρος του χεριού του σαν να ετοιμάζονταν κάτι να παραδεχθεί. Είμαι θλιμμένος άνθρωπος, κατάφερε να πει τελικά.
  Ο Α. τον κοίταξε στοργικά. 
- Η θλίψη δεν είναι δικιά σου, του είπε, συμβαίνει μόνο επειδή υπάρχει μια μικρή ανισότητα μέσα σου και κάποιος πόνος. Μα εσύ δεν έχεις θλίψη, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό.
 Η θλίψη φίλε μου, είναι ένα μεγάλο φλερτ για τους γνώστες κι εσύ, για να έχεις θλίψη, θα πρέπει να γνωρίζεις αρκετά. Όμως η θλίψη θα χαθεί, είναι μόνο ένας δεσμός με την βαθύτερη κατανόησή σου, με όσα ξέρεις.

 - Αν χαθεί η θλίψη μου θα χαθούν μαζί της κι όσα ξέρω, είπε ο Β. ίσως γι' αυτό μου είναι τόσο δύσκολο να χάσω τη θλίψη μου. Είμαι τόσο στενά συνδεδεμένος μαζί της που την έχω βαπτίσει χαρακτήρα, ακόμα και φύση μου.
- Όχι φίλε μου, δεν είναι η θλίψη ούτε χαρακτήρας ούτε φύση σου, είναι μόνο μια στενή σχέση με τη γνώση σου, είναι μόνο κάτι έντονο που τονίζει την ύπαρξή σου και γι’ αυτό το κρατάς. Είναι αυτό που σου θυμίζει έντονα πως ζεις κι αυτό το μαύρο απαλό χρώμα της έχει μια νοσταλγία που είναι δύσκολο να την αποχωριστείς. Μα η αληθινή ζωή, αυτή που στο παρόν ζεις, δεν χρειάζεται τη νοσταλγία και δεν έχει θλίψη. Την κάνει πράξη και δράση, την κάνει ζωή. Η νοσταλγία είναι παρελθόν φίλε μου κι εγώ σου λέω χάσε το παρελθόν σου. Ξεκίνα από σήμερα να φτιάχνεις ένα καινούργιο παρελθόν.

- Χμ. Ένα καινούργιο παρελθόν, ίσως τελικά αυτό να χρειάζομαι, είπε ο Β. Όμως με το παλιό πως ξοφλά κανείς, έχεις γι’ αυτό μια απάντηση?
- Το ζεις φίλε μου, κάποιες μεγάλες νύχτες και πολλές φορές το ζεις, ένα μεγάλο μέρος του σε μια μόνο νύχτα. Μα είναι προτιμότερο αυτό απ’ το να το παίρνεις μαζί σου και να το τρέχεις στους δρόμους, στις δουλειές σου και στις νεότερες σχέσεις σου με τους ανθρώπους που πάντα τις σηματοδοτεί, τις κρίνει, τις χαρακτηρίζει και τις καταδικάζει σε επανάληψη. 
 Κατάλαβες τώρα τί σημαίνει άγκυρα, τί ναυαγισμένο καράβι, τί χάρτης, τί φάρος και τί οδηγίες χρήσης ενός ανθρώπου? Δες το βυθό με μάτια λαμπερά. Έχει ο βυθός λάμψη, φύσα, φύσα να σκορπίσει η ομίχλη και πες στο σύμπαν, φύσα, φύσα μαζί μου σύμπαν και βρες εκείνο το σημείο, που ανταμώνει το θέλημά σου με το θέλημά Του. Αυτό εννοώ όταν λέω ιερή συμμαχία. Αυτό εννοώ όταν λέω Τέλος της Σύγκρουσης.
              
- Πολλές φορές αλλά θέλει το σύμπαν κι άλλα εγώ, είπε ο Β. Και παρόλο που γνωρίζω πως εγώ είμαι το σύμπαν δεν μου είναι διόλου εύκολο αυτά να τα ζυγιάσω. Όμως απ’ όσα συμπεραίνω, τελικά θα θέλω αλλά εγώ κι άλλα εγώ. Άλλα εγώ που σκέφτομαι κι άλλα εγώ που αισθάνομαι. Γιατί δεν γίνεται ποτέ να θέλω να αισθάνομαι δυσάρεστα μα κάτι μέσα μου το θέλει. Όμως αυτά που αισθάνομαι, υποψιάζομαι τελικά, πως πάνε ως εκείνο τον τόπο που δεν είμαι εγώ. Βάλε τώρα λίγη μουσική.

- Έχω δύο λογιών, είπε ο Α. Μουσική για να ξεχνάς κι άλλη μια για να θυμάσαι.
- Κατά πως τα λέμε εδώ νομίζω το ίδιο είναι. Βάλε τη μουσική, γέμισε τα ποτήρια μας κρασί κι έλα να χορέψουμε.
- Δύο άντρες να χορέψουμε, δεν φοβάσαι μην παρεξηγηθούμε φίλε μου?
- Μου είπες τέτοια λόγια που τώρα θέλω να χάσω ακόμα και τον ύστατο φόβο της παρεξήγησης. Νομίζω είναι ένας απ’ τους τελευταίους που χάνει κανείς. Ο φόβος της παρεξήγησης με απέτρεψε από πολλά πράγματα στη ζωή μου, που τώρα που το σκέφτομαι, δικά μου ήταν.
- Πρώτα χάνει κανείς την προκατάληψη και μετά το φόβο της παρεξήγησης, του είπε ο Α. ενώ χόρευε μαζί του.

- Οι γυναίκες γιατί χορεύουν δυό δυό και κανείς ποτέ δεν τις παρεξηγεί?
Αναρωτήθηκε φωναχτά ο Β.
- Γιατί αυτές φίλε μου είναι πιο ελεύθερες από εμάς, γεννιούνται πιο ελεύθερες, εμείς έχουμε φορτωθεί μεγαλύτερο από το βάρος της ύπαρξης. Εμείς φίλε μου έχουμε φορτωθεί το πιο μεγάλο και βαρύ πρέπει της.
- Σου πάτησε ποτέ στο χορό μια γυναίκα το πόδι?
- Όχι φίλε μου, είναι λεπτές υπάρξεις κι αν το έκανε άθελά της θα έγινε. Μάλλον θα πάτησα εγώ, στο χορό μαζί της, το ένα πόδι μου με το άλλο κι έριξα σ' εκείνη την ευθύνη.  Δεν έχουν τέτοια κατά νου τους οι γυναίκες, τις έχουμε παρεξηγήσει, εκτός ίσως από κάτι δαιμονισμένες που ζουν ακόμα σε αντρών φυλλοκάρδια. Όμως μου πάτησε μια την καρδιά, σ’ αυτό έχουν, όσο να πεις, ταλέντο. Κι αυτό το καταφέρνει μια γυναίκα με το πιο λεπτό της βάρος, γιατί στη λεπτότητα υποκύπτει ένας άντρας, σ’ εκείνο που του λείπει.

- Σου πάτησε το πόδι μ' ένα φτερό. Τι λες φίλε μου? είπε ο Β. Μα πες μου, ποιον θεωρείς τον μεγαλύτερο εχθρό του ανθρώπου? Το τελευταίο που πρέπει να χάσει ώστε να ελευθερωθεί μια μέρα και να πετάξει?
- Χμ, έκανε ο Α. θαρρώ το τελευταίο του εμπόδιο είναι η υπο-νόηση φίλε μου, η υπο-νόηση.
- Μα είναι δυνατόν να χαθεί ποτέ απ΄τον άνθρωπο η υπο-νόηση?
- Χάνεται φίλε μου, χάνεται στο ανθρώπινο φως του.

- Θέλεις να πεις πως τότε δεν κρατά μυστικά?
- Όχι, λέω ακριβώς το αντίθετο. Πως εκεί που χάνεται η υπο-νόηση, αρχίζει ο άνθρωπος και κρατά το πρώτο συνειδητό μυστικό του. Γιατί η σιωπή φίλε μου, η σιωπή είναι ολάκερη ένα μυστικό. Μα για να κρατήσεις ένα μυστικό, ή χιλιάδες μυστικά, θα πρέπει αυτά να μην σε πληγώνουν.
- Δεν σε πληγώνουν τα μυστικά σου φίλε μου?
- Καθόλου φίλε μου, καθόλου. 


 
 

10 Σεπτεμβρίου 2016

Συνειδητός Νέος





 Είναι ένας νέος, ήσυχος φαίνεται. Δουλεύει σ’ ένα κατάστημα κι είναι συνηθισμένος στην εμφάνιση, με κάτι όμως, που αν παρατηρήσεις προσεχτικότερα, εξτρίμ θα το έλεγες. Ωστόσο απλό, εξτρίμ απλό. Δεν κάνει τίποτα το ιδιαίτερο, ΕΙΝΑΙ κάτι το ιδιαίτερο. Έχει έναν τρόπο, ίσως ΤΟΝ τρόπο. Έναν δικό του τρόπο, ωστόσο βαθιά ανθρώπινο. Τον κάνει μοναδικό. Ωστόσο δεν είναι. Αυτό που κάνει, αυτό μόνο που κάνει, είναι να είναι συνειδητός. Αυτό είναι όλο. Σ’ αυτό διαφέρει τουλάχιστον από πολλούς ανθρώπους που κάνουν όλα τα πράγματα μηχανικά.

 Αυτός ο νέος λοιπόν, αν πας και του ζητήσεις κάτι, μια κορδέλα ας πούμε, περπατάει ως εκεί που είναι οι κορδέλες συνειδητά. Την πιάνει στα χέρια του συνειδητά, συνειδητά την κοιτάζει. Την ξεδιπλώνει συνειδητά, τη μετρά συνειδητά. Πιάνει το ψαλίδι στο χέρι του συνειδητά, την κόβει συνειδητά, την τυλίγει σ’ ένα κύκλο συνειδητά και με χάρη, θα έλεγες την αγαπά.
 Περπατά ξανά συνειδητά ως το ταμείο, σε κοιτάζει με βλέμμα βαθύ, την τυλίγει συνειδητά σ’ ένα όμορφο χαρτί, την τοποθετεί συνειδητά σε μια πολύχρωμη σακούλα και στην  προσφέρει μ’ ένα χαμόγελο.

 Πρόκειται για έναν απολύτως εκνευριστικό τύπο, κανείς δεν αντέχει κοντά του χωρίς εκνευρισμό κι έχει κανείς την αίσθηση πως κάτι πάντα… μα κάτι πάντα… κάνει αυτός ο τύπος που… μα κάτι πάντα κάνει που, δεν το συλλαμβάνεις κι όμως, κάτι διαφορετικό κάνει που σ’ εκνευρίζει. Γιατί με τη στάση του και με το χρόνο σου να σβουρίζει μέσα στο κεφάλι σου… καταφέρνει να σε καθηλώνει στα πόδια σου. Σε ακινητοποιεί. Η συνείδησή του προβάλει σαν ένα πιστόλι. Είναι σαν να σε δασκαλεύει να θυμηθείς κάτι που ξέχασες μόνο επειδή είναι συνειδητός. Χωρίς να λέει τίποτα, χωρίς να προσπαθεί. Μόνο είναι συνειδητός κι είναι έτσι, δίχως να το θέλει, μέγας δάσκαλος.

 Όλοι οι πελάτες, καθώς τους εξυπηρετεί, είτε κοιτάζουν αδιάφορα το ταβάνι, είτε χτυπούν τα πόδια τους νευρικά στο πάτωμα. Θέλουν να φύγουν να πάνε παρακάτω. Πάντα θέλουν να φύγουν να πάνε παρακάτω και πάντα το κάνουν. Ως τον θάνατό τους αυτό κάνουν. Και τη στιγμή που πεθαίνουν αναφωνούν: Θεέ μου! Ώστε ζούσα λοιπόν!

  Πάντα αδημονούν όταν βρίσκονται κοντά του. Πάντα, επί εβδομήντα χρόνια, έχουν κάτι να κάνουν. Ποτέ δεν μένουν χωρίς κάτι, με ένα σκέτο τίποτα. Πάντα βιάζονται και ποτέ δεν προλαβαίνουν. Ενώ αυτός έχει βρει το ρυθμό κι ενώ κάνει αυτό που κάνει στο μισό χρόνο όλοι αισθάνονται πως το κάνει αργά. Επειδή ο δικός τους χρόνος τρέχει. Ο δικός του είναι στο χέρι του επειδή μόνο είναι συνειδητός. Είναι ο νους του εκεί. Ένας συνειδητός άνθρωπος που σε ό,τι κάνει εφαρμόζει τον εαυτό του. Ένας άνθρωπος που όλη η μέρα του είναι μια τέλεια πνευματική άσκηση.

 Είναι ένας νέος άνθρωπος μέσα σε μια ολάκερη πόλη, που ό,τι κάνει το κάνει με χέρια που χορεύουν. Κι υπάρχουν χιλιάδες άλλοι που μισούν κι απεχθάνονται τα πράγματα που πιάνουν κι όταν στα δίνουν, αντί να νιώθεις πως στα προσφέρουν αισθάνεσαι πως σε βρίζουν. Αισθάνεσαι να στα πετούν στα μούτρα. Και τα ίδια πράγματα, που τα παίρνεις από χέρια που δεν τα σεβάστηκαν, δεν τα κράτησαν απαλά και με αγάπη, γίνονται ξερά κατάξερα αντικείμενα.

 Μα αυτό που σου δίνει αυτός ο νέος, ό,τι κι αν είναι, έχει μια ζεστασιά, μια δική του ζεστασιά, μια γλυκύτητα, μια δική του γλυκύτητα, που την παίρνεις ως το σπίτι σου μαζί με τα αντικείμενα. Γιατί όλα αλλάζουν καθημερινά χέρια, γιατί κάτι δικό μας μεταβιβάζουμε διαρκώς στους άλλους και δεν υπάρχουν πράγματα νεκρά, εκτός αν με νεκρή ψυχή τ’ αγγίζουμε κι αντί να τα προσφέρουμε, μόνο τα διώχνουμε σαν βάρος από πάνω μας. Γιατί ο σεβασμός μας, αν υπάρχει, ποτίζει ακόμα και τις πέτρες. Γιατί, υπάρχουν πέτρες άξιες σεβασμού και σκέτα λιθάρια.

 Κι υπάρχει κάπου σε μια γωνιά της πόλης ένας νέος, που το μαγαζί που δουλεύει είναι πάντα γεμάτο κόσμο, που πηγαίνουν και ψωνίζουν ξανά και ξανά από κει, χωρίς να γνωρίζουν το λόγο που το κάνουν. Μα τον γνωρίζουν τα βήματά τους. Κι υπάρχουν χιλιάδες άλλοι καταστηματάρχες που ασχολούνται απλώς με τη λογιστική.

 Κι υπάρχει κάπου ένας νέος που αγαπάει χωρίς τη θέλησή του, κι ίσως ακόμα χωρίς να ξέρει πως αυτό είναι το μυστικό του. Οι άνθρωποι θέλουν να βρίσκονται κοντά του, ακόμα κι αν με την παρουσία του τους εκνευρίζει. Γιατί θέλουν, πολύ το θέλουν, να ανακαλύψουν μια μέρα τι είναι αυτό που κοντά του αισθάνονται και γιατί. Επίσης γιατί, αφού κι εκείνοι το έχουν μέσα τους, με τον ίδιο τρόπο του νέου πάντα δεν ανταποκρίνεται. Και γιατί φεύγουν, φεύγουν διαρκώς από κοντά του. Μα επιπλέον γιατί, γιατί ξαναγυρίζουν.

 Αυτό το γιατί, που κάνει τα χέρια του νέου να χορεύουν και να τυλίγει υπέροχα τις κορδέλες του κι εκείνο το υποδόριο χαμόγελο που πάντα υποβόσκει στην καρδιά του. Κι αλίμονο, που δεν έχουμε άλλους χίλιους τέτοιους να ομορφαίνουν χωρίς λόγο τη ζωή μας. Μόνο επειδή υπάρχουν.

 Ναι, αποχτώ διαρκώς και πιο στέρεα την πεποίθηση πως υπάρχουν άνθρωποι ανάμεσα στις μηχανές. Λίγοι, μοναχικοί, μονάχοι, μα η γλυκύτητά τους καταλαμβάνει ένα τετράγωνο κι η αγάπη τους κυλάει στα πεζοδρόμια.
 Λίγοι άνθρωποι ανάμεσα στις μηχανές. Όπως λίγο άρωμα πίσω απ’ τ’ αυτιά. Μα αυτοί οι λίγοι άνθρωποι είναι ικανοί να ξεκουρδίζουν όλες τις μηχανές και να τις ξερυθμίσουν, τόσο ώστε να χάσουν το βήμα τους και να δεις πλήθος χεριών να χορεύουν. Μα αυτοί οι λίγοι άνθρωποι είναι ό,τι μας απόμεινε, η ελπίδα μας είναι στα χέρια τους, τα χέρια τους που χορεύουν.

Αυτοί οι λίγοι άνθρωποι, που θα τους δεις μια μέρα απ’ τα λαγούμια τους να βγαίνουν και να φτιάχνουν ανθισμένες στρατιές. Γιατί, πότε και πως μας κυρίευσαν οι μηχανές, μυρουδιά δεν πήραμε. 





08 Σεπτεμβρίου 2016

Ένα Ον Γεμάτο Σημασία







 Ίσως αυτά που μας συμβαίνουν να μην συμβαίνουν σ' εμάς κι αυτά που μας αφορούν να μην τόσο μας αφορούν. Ίσως μόνο να τα παίρνουμε πολύ στα σοβαρά και για αυτό να μας συμβαίνουν. Ίσως όσα καταλαβαίνουμε να είναι μόνο πλάσματα του νου μας, φαντασίες κι άλλα πράγμα του μυαλού μας και να στεναχωριόμαστε διαρκώς άδικα υποθέτοντας, νομίζοντας, θεωρώντας τον εαυτό μας κι όσα αισθανόμαστε γι’ αλήθεια.

 Ίσως εμείς, οι αληθινοί εμείς, να είμαστε μόνο πάνω από μια βάρκα χωρίς κουπιά, σ’ ένα ήσυχο σταθερό πέλαγος κι εμείς να είμαστε μόνο κάτοχοι μιας ανάγκης για τρικυμία.           
 Ίσως, πάνω απ’ αυτά που μας συμβαίνουν αν βγούμε κι αν σταθούμε, να μην μας συμβαίνουν πραγματικά και να συμβαίνουν μόνο σ’ ένα αστείο, πλην τραγικό πρόσωπο, που θεώρησε λανθασμένα πως είναι αυτός που σκέφτεται κι αισθάνεται.

 Ίσως αν ανοίξεις ένα κενό ανάμεσα σε σένα και τις σκέψεις σου να είναι πάντα καλά, πάντα όμορφα, πάντα τώρα, πάντα σήμερα και να ζει κάποιος άλλος τη ζωή μας, που μας δένει μαζί του ένα λεπτό αόρατο νήμα κι ίσως, τότε, να αντιλαμβανόμαστε πως του συμβαίνουν διαρκώς (εκείνου) αστεία πράγματα και καταστάσεις, που έχει πάντα
μια αδυναμία να τις γελά επειδή τις παίρνει πολύ σοβαρά και τραγικά ίσως,
γιατί έτσι συμφέρουν περισσότερο εκείνο που δεν είμαστε.

 Κι αυτά όλα, που σαν δικά μας μοιάζουν, κάποιος να τα ζει, να τα βιώνει, να τα περνά, επειδή τα χρειάζεται και τα έχει ανάγκη. Ίσως πολλές φορές περισσότερο κι απ’ όσο αντέχει.
 Θέλω να πω, ίσως αυτά που μας συμβαίνουν να είναι μόνο ένα ζήτημα ταύτισης μαζί τους, ίσως ακόμα ένα φλερτ με όσα μας συμβαίνουν ή ένας έρωτας, ακόμα και μια συνήθεια, με δυστυχίες, θρήνους, κακουργήματα, αστεία και κωμωδίες, όλα περίπου αληθινά επειδή πηγαίνουμε κοντά τους.

  Μα ίσως, όλα αυτά που μας συμβαίνουν και σαν δικά μας μοιάζουν, να συμβαίνουν σε μια απόσταση δύο μέτρων, ή δύο χιλιομέτρων από εμάς. Ίσως το πνεύμα μας να έχει το μέγεθος μιας κάμαρας, ενός λεωφορείου, ή ενός σύμπαντος κι όλα αυτά τα μικρά πραγματάκια, τα διαολάκια, τα στενάχωρα να είναι μη εξέχουσας σημασίας. 
 Ίσως η συνείδησή μας, που άμεσα εμπλέκεται με όλα αυτά, να είναι μόνο ένας κρύσταλλος έξω από εμάς και να σκεφτόμαστε αληθινά έξω μας. Θάνατος και ζωή
ένα να είναι, πεθαμένοι να ζούμε και ζωντανοί να πεθαίνουμε. Έξω απ’ τον εγκέφαλό μας να υπάρχει η αληθινή σκέψη μας, που παρατηρεί τη σκέψη μας να σκέφτεται και τα αισθήματά μας να νιώθουν. Κι αυτό, εκτός από ένα δεύτερο επίπεδο να έχει κι ένα τρίτο πιο μακρινό.

 Αυτός που ζει τη ζωή μας να είναι εμείς στο ένα του τρίτο, το δεύτερο τρίτο του να τον εξετάζει και το τρίτο του να είναι εντελώς αμέτοχο σ’ αυτή τη ζωή του.
 Ίσως ο άνθρωπος, αυτό το μικρό, μεγάλο, υπέροχο πλάσμα με τα τρία πατώματα της φαντασίας και της συνείδησης, να είναι μόνο ένα ον αδικίας κι ίσως, αυτό το υπέροχο ον που είναι ο άνθρωπος, να χρειάζεται όλα αυτά να τ' ανακαλύψει, να τα ζήσει, βιωματικά κι εμπειρικά. Να πάψει έτσι να βασανίζεται, να πάψει να υποφέρει, νομίζοντας πως είναι αυτός που ανακατώνεται με τα πίτουρα και τον τρώνε οι κότες. Να διακρίνει μέσα του, λιοντάρια, παιδιά, γλάρους κι αετούς, πράγματα περήφανα. Ίσως, αυτή η μικρή ζωή εδώ που ζούμε, να έχει πάρει μια ευτέλεια που σε κανέναν δεν αξίζει.

 Κι αν η ταύτιση με τη σκέψη και το συναίσθημα είναι η μόνη ζωή που γνωρίζουμε, ας υποθέσουμε για αρχή πως υπάρχει κι άλλη μια ζωή, την ίδια στιγμή, στον ίδιο χρόνο που ζούμε τη ζωή μας. Παράλληλα κι ένα σκαλοπάτι ψηλότερα από εμάς τους ίδιους.  Ταυτόχρονα με τη ζωή μας και πως υπάρχει μέσα μας ένα τούνελ που τη φτάνεις. Αυτή τη δεύτερη ζωή την πιο δικιά μας, που είναι η πιο ξένη μας, που είναι το ίδιο όπως κι αν την πεις. Δικιά μας ή ξένη, εμείς ή κάτι άλλο, που είναι πάλι εμείς ή όχι, και το αόρατο νήμα που μας δένει μ' εμάς, με τη ζωή μας, με τις καταστάσεις της, με όσα μας συμβαίνουν. Γιατί με αυτά που μας συμβαίνουν, είτε με αλυσίδα συγγενεύουμε μαζί τους, είτε με πετονιά. Μπορεί να συγγενεύουμε μαζί τους ακόμα και μ' ένα κενό, ακόμα και με μια μικρή ή μεγάλη απόσταση κενού, και το εκπληκτικό είναι, πως πάλι δικά μας είναι και ταυτόχρονα σ' έναν άλλο συμβαίνουν.

 Αυτό το υπέροχο ον που είναι ο άνθρωπος, το πάνω και κάτω απ΄τον εαυτό του, το έξω απ΄τον ίδιο, το πλησιέστερο του και το πιο απόμακρό του. Το ένα, που είναι όλα αυτά μαζί.

 Αυτό το υπέροχο ον που είναι ο άνθρωπος και η μεγάλη του μικρή αμφιβολία,
αν τελικά πεθαίνει, αν τελικά ζει. Και το τίποτα, που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο, που το γεμίζουμε με κάτι που το λένε σημασία. 



Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...