01 Σεπτεμβρίου 2016

Η Τυφλόμυγα





Που παλεύεις? ο άγνωστός σου εφιάλτης
κι η ρωγμή στο στρώμα
σε είδαν προχθές να τινάζεις απ’ το μπαλκόνι σου ένα σεντόνι
έπεσε στην άσφαλτο μια αράχνη κι ένας εραστής
ο εραστής δεν πέθανε
η αράχνη ξανά σκαρφαλώνει στην γάμπα σου.
Ξέρω, πως αγρίεψαν τα χάδια
έτσι συμβαίνει όταν τα πολιορκούν οι συμφωνίες
κι εσένα το σώμα σου φωνάζει: άφησέ με ελεύθερη!

Εκείνη η απαίσια αίσθηση πως κάτι ξέχασες επιστρέφει
μα που είσαι, και τι θέλει αυτό το σύννεφο μες στο δωμάτιο
και ποιος πιστεύει ποιον τώρα?
Γιατί όλα γυρίζουν μες στην αναθεματισμένη αυτή ζάλη
τα παλιά και τα καινούργια
μα που είσαι, τι συμβαίνει, ποια είναι αυτή που σε κυρίεψε
και σου κλέβει την αίσθηση?
Γιατί είναι όλα λίγα και λιγοστεύουν διαρκώς?

Μα ποια είσαι, και τι δεν χάθηκε
τι άφησε πίσω του εκείνο που δεν πέρασε?
Μα που είσαι, γιατί δεν σε φτάνουν τα λόγια μου
κι αυτή την αγωνία ποιος την άφησε εδώ κατάχαμα
να την μοιραζόμαστε·
Μα που? Που και ποιος φωνάζει έξω.

Μα που, και τι υπάρχει εκεί έξω
γιατί δεν κλείνει κάποιος αυτό το αναθεματισμένο παράθυρο
μα δεν το βλέπετε άνθρωποι πως οι μυρουδιές
κοντεύουν να με τρελάνουν?

Μα που είσαι, και ποιος βασανιστής θεός
βάζει αυτούς τους τοίχους ανάμεσά μας
μα που είσαι, και ποιος με κοιτά πάνω
και κάτω απ’ τον τοίχο και μου κλείνει το μάτι.

Μα που είσαι, και τι δουλειά έχουν τα ερωτηματικά ανάμεσά μας
κι ερωτευόμαστε συνήθως τις απορίες μας.
Μα που είσαι, και ποιος με το στόμα σου μου μιλά
εσύ που ρεμβάζεις και τι έτσι ασύστολα σ’ αναστατώνει,

Μα που είσαι, κι εγώ τι θέλω εδώ ανάμεσά σας
γιατί είναι τα μαλλιά σου μισά βαμένα κόκκινα
μισά ξανθά βαμμένα  
και ποια πρέπει τώρα εγώ ν' αγαπήσω?





Δημοσίευση σχολίου

Σχέση με το Δάσκαλο

     Με ταχτοποιείς μέσα μου, και ξέρω πως το κάνεις, είναι που ζύγισες πρωτύτερα της ψυχής τα ζητούμενα. Είσαι ο πρωτοπόρος ...