10 Σεπτεμβρίου 2016

Συνειδητός Νέος





 Είναι ένας νέος, ήσυχος φαίνεται. Δουλεύει σ’ ένα κατάστημα κι είναι συνηθισμένος στην εμφάνιση, με κάτι όμως, που αν παρατηρήσεις προσεχτικότερα, εξτρίμ θα το έλεγες. Ωστόσο απλό, εξτρίμ απλό. Δεν κάνει τίποτα το ιδιαίτερο, ΕΙΝΑΙ κάτι το ιδιαίτερο. Έχει έναν τρόπο, ίσως ΤΟΝ τρόπο. Έναν δικό του τρόπο, ωστόσο βαθιά ανθρώπινο. Τον κάνει μοναδικό. Ωστόσο δεν είναι. Αυτό που κάνει, αυτό μόνο που κάνει, είναι να είναι συνειδητός. Αυτό είναι όλο. Σ’ αυτό διαφέρει τουλάχιστον από πολλούς ανθρώπους που κάνουν όλα τα πράγματα μηχανικά.

 Αυτός ο νέος λοιπόν, αν πας και του ζητήσεις κάτι, μια κορδέλα ας πούμε, περπατάει ως εκεί που είναι οι κορδέλες συνειδητά. Την πιάνει στα χέρια του συνειδητά, συνειδητά την κοιτάζει. Την ξεδιπλώνει συνειδητά, τη μετρά συνειδητά. Πιάνει το ψαλίδι στο χέρι του συνειδητά, την κόβει συνειδητά, την τυλίγει σ’ ένα κύκλο συνειδητά και με χάρη, θα έλεγες την αγαπά.
 Περπατά ξανά συνειδητά ως το ταμείο, σε κοιτάζει με βλέμμα βαθύ, την τυλίγει συνειδητά σ’ ένα όμορφο χαρτί, την τοποθετεί συνειδητά σε μια πολύχρωμη σακούλα και στην  προσφέρει μ’ ένα χαμόγελο.

 Πρόκειται για έναν απολύτως εκνευριστικό τύπο, κανείς δεν αντέχει κοντά του χωρίς εκνευρισμό κι έχει κανείς την αίσθηση πως κάτι πάντα… μα κάτι πάντα… κάνει αυτός ο τύπος που… μα κάτι πάντα κάνει που, δεν το συλλαμβάνεις κι όμως, κάτι διαφορετικό κάνει που σ’ εκνευρίζει. Γιατί με τη στάση του και με το χρόνο σου να σβουρίζει μέσα στο κεφάλι σου… καταφέρνει να σε καθηλώνει στα πόδια σου. Σε ακινητοποιεί. Η συνείδησή του προβάλει σαν ένα πιστόλι. Είναι σαν να σε δασκαλεύει να θυμηθείς κάτι που ξέχασες μόνο επειδή είναι συνειδητός. Χωρίς να λέει τίποτα, χωρίς να προσπαθεί. Μόνο είναι συνειδητός κι είναι έτσι, δίχως να το θέλει, μέγας δάσκαλος.

 Όλοι οι πελάτες, καθώς τους εξυπηρετεί, είτε κοιτάζουν αδιάφορα το ταβάνι, είτε χτυπούν τα πόδια τους νευρικά στο πάτωμα. Θέλουν να φύγουν να πάνε παρακάτω. Πάντα θέλουν να φύγουν να πάνε παρακάτω και πάντα το κάνουν. Ως τον θάνατό τους αυτό κάνουν. Και τη στιγμή που πεθαίνουν αναφωνούν: Θεέ μου! Ώστε ζούσα λοιπόν!

  Πάντα αδημονούν όταν βρίσκονται κοντά του. Πάντα, επί εβδομήντα χρόνια, έχουν κάτι να κάνουν. Ποτέ δεν μένουν χωρίς κάτι, με ένα σκέτο τίποτα. Πάντα βιάζονται και ποτέ δεν προλαβαίνουν. Ενώ αυτός έχει βρει το ρυθμό κι ενώ κάνει αυτό που κάνει στο μισό χρόνο όλοι αισθάνονται πως το κάνει αργά. Επειδή ο δικός τους χρόνος τρέχει. Ο δικός του είναι στο χέρι του επειδή μόνο είναι συνειδητός. Είναι ο νους του εκεί. Ένας συνειδητός άνθρωπος που σε ό,τι κάνει εφαρμόζει τον εαυτό του. Ένας άνθρωπος που όλη η μέρα του είναι μια τέλεια πνευματική άσκηση.

 Είναι ένας νέος άνθρωπος μέσα σε μια ολάκερη πόλη, που ό,τι κάνει το κάνει με χέρια που χορεύουν. Κι υπάρχουν χιλιάδες άλλοι που μισούν κι απεχθάνονται τα πράγματα που πιάνουν κι όταν στα δίνουν, αντί να νιώθεις πως στα προσφέρουν αισθάνεσαι πως σε βρίζουν. Αισθάνεσαι να στα πετούν στα μούτρα. Και τα ίδια πράγματα, που τα παίρνεις από χέρια που δεν τα σεβάστηκαν, δεν τα κράτησαν απαλά και με αγάπη, γίνονται ξερά κατάξερα αντικείμενα.

 Μα αυτό που σου δίνει αυτός ο νέος, ό,τι κι αν είναι, έχει μια ζεστασιά, μια δική του ζεστασιά, μια γλυκύτητα, μια δική του γλυκύτητα, που την παίρνεις ως το σπίτι σου μαζί με τα αντικείμενα. Γιατί όλα αλλάζουν καθημερινά χέρια, γιατί κάτι δικό μας μεταβιβάζουμε διαρκώς στους άλλους και δεν υπάρχουν πράγματα νεκρά, εκτός αν με νεκρή ψυχή τ’ αγγίζουμε κι αντί να τα προσφέρουμε, μόνο τα διώχνουμε σαν βάρος από πάνω μας. Γιατί ο σεβασμός μας, αν υπάρχει, ποτίζει ακόμα και τις πέτρες. Γιατί, υπάρχουν πέτρες άξιες σεβασμού και σκέτα λιθάρια.

 Κι υπάρχει κάπου σε μια γωνιά της πόλης ένας νέος, που το μαγαζί που δουλεύει είναι πάντα γεμάτο κόσμο, που πηγαίνουν και ψωνίζουν ξανά και ξανά από κει, χωρίς να γνωρίζουν το λόγο που το κάνουν. Μα τον γνωρίζουν τα βήματά τους. Κι υπάρχουν χιλιάδες άλλοι καταστηματάρχες που ασχολούνται απλώς με τη λογιστική.

 Κι υπάρχει κάπου ένας νέος που αγαπάει χωρίς τη θέλησή του, κι ίσως ακόμα χωρίς να ξέρει πως αυτό είναι το μυστικό του. Οι άνθρωποι θέλουν να βρίσκονται κοντά του, ακόμα κι αν με την παρουσία του τους εκνευρίζει. Γιατί θέλουν, πολύ το θέλουν, να ανακαλύψουν μια μέρα τι είναι αυτό που κοντά του αισθάνονται και γιατί. Επίσης γιατί, αφού κι εκείνοι το έχουν μέσα τους, με τον ίδιο τρόπο του νέου πάντα δεν ανταποκρίνεται. Και γιατί φεύγουν, φεύγουν διαρκώς από κοντά του. Μα επιπλέον γιατί, γιατί ξαναγυρίζουν.

 Αυτό το γιατί, που κάνει τα χέρια του νέου να χορεύουν και να τυλίγει υπέροχα τις κορδέλες του κι εκείνο το υποδόριο χαμόγελο που πάντα υποβόσκει στην καρδιά του. Κι αλίμονο, που δεν έχουμε άλλους χίλιους τέτοιους να ομορφαίνουν χωρίς λόγο τη ζωή μας. Μόνο επειδή υπάρχουν.

 Ναι, αποχτώ διαρκώς και πιο στέρεα την πεποίθηση πως υπάρχουν άνθρωποι ανάμεσα στις μηχανές. Λίγοι, μοναχικοί, μονάχοι, μα η γλυκύτητά τους καταλαμβάνει ένα τετράγωνο κι η αγάπη τους κυλάει στα πεζοδρόμια.
 Λίγοι άνθρωποι ανάμεσα στις μηχανές. Όπως λίγο άρωμα πίσω απ’ τ’ αυτιά. Μα αυτοί οι λίγοι άνθρωποι είναι ικανοί να ξεκουρδίζουν όλες τις μηχανές και να τις ξερυθμίσουν, τόσο ώστε να χάσουν το βήμα τους και να δεις πλήθος χεριών να χορεύουν. Μα αυτοί οι λίγοι άνθρωποι είναι ό,τι μας απόμεινε, η ελπίδα μας είναι στα χέρια τους, τα χέρια τους που χορεύουν.

Αυτοί οι λίγοι άνθρωποι, που θα τους δεις μια μέρα απ’ τα λαγούμια τους να βγαίνουν και να φτιάχνουν ανθισμένες στρατιές. Γιατί, πότε και πως μας κυρίευσαν οι μηχανές, μυρουδιά δεν πήραμε. 





Δημοσίευση σχολίου

Η Μοίρα των Ζωγράφων

Υπάρχει μια μοίρα όταν γράφεις να στρέφεσαι προς τα μέσα είναι η μοίρα της απομόνωσης αν αντιστέκεσαι σ’ αυτή...