11 Σεπτεμβρίου 2016

Εκείνος & Εκείνος


 

 - Δεν μπορείς να του αντισταθείς, υπάρχει κάτι στο βάθος που πρέπει να το ζήσεις για να περάσει και τότε θα ελευθερωθείς, είπε ο Α.

- Ο Β. αντέδρασε έντονα. Τι λες! Του φώναξε. Η θέληση είναι το παν, η βούληση φίλε μου, αρκεί να θέλεις και να ζωστείς με φωτιά, να ανοίγεις το δρόμο!

 Ο Α. τον κοίταξε με μάτια σταθερά που δεν έκρυβαν αμφιβολία, ο Β. έμοιαζε να μην παραδέχεται κάτι ανώτερό του. 
- Υπάρχει κάτι που πρέπει να το ζήσεις για να περάσει, του επανέλαβε με μια ελαφριά χροιά επιμονής, χωρίς αυτό να σημαίνει πως κάποιος άλλος σου καθορίζει τη ζωή. Μα υπάρχει κάτι ανώτερό σου που κι αυτό μέσα σου είναι. Πρέπει να ζήσεις τον βαθύ εαυτό σου για να σου αποκαλυφθεί ο βαθύτερός σου, είπε τελικά σαν να βρήκε τα κατάλληλα λόγια.

 - Ο Β. ζήτησε να μάθει περισσότερα. Τι είναι αυτό? Ρώτησε.
- Διάθεση, τι άλλο.
- Δεν υπάρχει μέσα μας ξένη διάθεση, έτσι ώστε να πεις πως χρειάζεται να ζήσεις κάτι αναγκαία και καταναγκαστικά, κάτι που θα χρειαστεί να το υπομένεις, του είπε ο Β. και στύλωσε το κεφάλι του.
- Γιατί οι άνθρωποι περιμένουν, έχεις αναρωτηθεί ποτέ? Ή ακόμα γιατί γυρίζει ο κόσμος κι οι άνθρωποι ζουν αυτό που λέμε περιόδους που έχουν πάντα κάποια διάρκεια? Γίνεται ποτέ να γυρίζει ο κόσμος, ή να γυρίζει του ανθρώπου ο χρόνος, χωρίς να γυρίζει ο ίδιος ο άνθρωπος? Δεν τους βλέπεις που περιμένουν να φτάσει το όμορφο ψηλά, να τους φανερωθεί για να το ζήσουν. Δεν τους βλέπεις πως κάνουν υπομονή κι επιπλέον δεν το έχεις καταλάβει πως εκείνο τον ίδιο χρόνο φτιάχνουν κήπο? Δεν το διάβασες ποτέ, δεν σου είπαν και δεν το κατάλαβες πως απ΄τη λάσπη αρχίζει ν' ανθίζει?

- Κάνουν υπομονή περιμένοντας την κατάλληλη ώρα, είπε ο Β. χάνοντας λίγο απ΄το πείσμα του. 
- Κάνουν υπομονή περιμένοντας την κατάλληλη διάθεση, θα έλεγα εγώ. Κάνουν υπομονή περιμένοντας ως να πιάσουν μια άκρη της άνοιξης. Αυτό σημαίνει αυτοσεβασμός. Η άλλη περίπτωση είναι να τρέχουν σαν τρελοί με τη θέλησή τους στους δρόμους χωρίς τη συμμαχία του εαυτού τους φίλε μου, κι αν χάσεις αυτή τη συμμαχία κι αυτή την επικοινωνία με τον εαυτό σου έγινες αλλοπρόσαλλος. Αν δεν ζεις κάθε φορά ένα κύμα που σε φτάνει απ’ τα σπλάχνα σου δεν ξέρεις τί ζεις. Κάτι έχεις αφήσει πίσω σου και χρειάζεται πολύ μοναξιά να σου φανερωθεί.

 Ο Β. έπεσε σε συλλογισμό. Δεν ζω πάντα τον εαυτό μου, είπε, χρειάζεται μες τη μέρα να λειτουργώ με το πρέπει μου και το θέλω μου και τότε αισθάνομαι πως ο εαυτός μου κάπου τρέχει και κρύβεται. Ακόμα αισθάνομαι πως αυτό συμβαίνει πάντα ανάλογα. Αν το κάνω καιρό τότε ο εαυτός μου κρύβεται ολότελα. Ίσως αυτή να είναι η αιτία της ανθρώπινης κρυψώνας.

- Θα αφαιρούσα το ίσως, είπε ο Α. Είναι σίγουρα αυτή η ανθρώπινη κρυψώνα: η παραβίαση. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί χρειαζόμαστε τη συμμαχία του εαυτού μας?
- Ο εαυτός μας είναι ένα παράξενο πλάσμα, είπε ο Β. δεν μας βοηθά πάντα, δεν μας υποστηρίζει πάντα, πολλές φορές λειτουργεί αντίθετα με τη θέλησή μας. Ίσως πάντα αυτό να συμβαίνει. Εμείς τότε, από μια παρόρμηση, ακολουθούμε τη θέλησή μας κι όχι την αισθαντικότητά μας και τότε τι γινόμαστε ούτε που το ξέρω. Μα σίγουρα κάτι μέσα μας χωρίζεται στα δύο και συγκρούεται διαρκώς. Είναι σαν κάτι να μας τιμωρεί, μένει μέσα μας ένα παιδί στο βάθος που διαρκώς μας εκδικείται και δεν είμαι σε θέση να πω, με όλον τον αγώνα μας, τον αγώνα της θέλησής μας εννοώ να πετύχουμε κάτι… για ποιον τελικά τον δίνουμε, ποιος σ' εμάς τελικά καταφέρνει να επιβιώνει,  αφού εμείς κάπου έχουμε βρει ένα καταφύγιο κι η ίδια η ζωή μας δεν μας φτάνει, δεν μας αγγίζει. Ίσως έτσι να ζούμε μόνο για τους άλλους.

 - Όχι ίσως φίλε μου, όχι ίσως. Φρόντισε να συμμαχήσεις, να φτιάξεις την ιερή συμμαχία, πράγμα που σημαίνει πως θα πρέπει να συμμαχήσεις με το θεό, ή με το σύμπαν, με ό,τι υπάρχει μέσα σου και σε σκεπάζει. Φρόντισε να έχεις τη συμπαράσταση. Κάπου η γνώμη σου ταυτίζεται με τη γνώμη Του και μπορεί, προκειμένου να βρεις τη χρυσή τομή να χάσεις πολλές φορές τη γνώμη σου – για μια υποθετική μιλώ – και να ασπαστείς μια γνώμη διαισθητική, που μπορεί να είναι η αληθινή σου γνώμη πέρα απ’ τη λογική σου. Μπορεί ακόμα, κάποτε να καταλάβεις και να αποδεχθείς, πως το ανώτερό σου, που πάλι μέσα σου είναι, έχει δίκιο. Ένα δίκιο ασύμφορό σου, που πολλές φορές θα σου μοιάζει εξωφρενικό να το δεχθείς. Μα ένα δίκιο, που αν το ακολουθήσεις μπορεί όλη τη ζωή σου να δικαιώσει. Την τωρινή, την μελλοντική και την περασμένη.

 - Ο Β. είπε: μπορεί να δικαιωθεί ποτέ η περασμένη ζωή?
- Φυσικά φίλε μου, υπάρχει κάτι που το λένε τελειότητα, σε ξεπερνά  και δουλεύει άριστα αν το ακούσεις. Μπορεί μια στιγμή σου να δικαιώσει πενήντα λάθος χρόνια και να γεμίσεις ανακούφιση.
- Ο Β. στριφογύρισε λιγάκι στην πολυθρόνα του κι έξυσε το πάνω μέρος του χεριού του σαν να ετοιμάζονταν κάτι να παραδεχθεί. Είμαι θλιμμένος άνθρωπος, κατάφερε να πει τελικά.
  Ο Α. τον κοίταξε στοργικά. 
- Η θλίψη δεν είναι δικιά σου, του είπε, συμβαίνει μόνο επειδή υπάρχει μια μικρή ανισότητα μέσα σου και κάποιος πόνος. Μα εσύ δεν έχεις θλίψη, να το ξεκαθαρίσουμε αυτό.
 Η θλίψη φίλε μου, είναι ένα μεγάλο φλερτ για τους γνώστες κι εσύ, για να έχεις θλίψη, θα πρέπει να γνωρίζεις αρκετά. Όμως η θλίψη θα χαθεί, είναι μόνο ένας δεσμός με την βαθύτερη κατανόησή σου, με όσα ξέρεις.

 - Αν χαθεί η θλίψη μου θα χαθούν μαζί της κι όσα ξέρω, είπε ο Β. ίσως γι' αυτό μου είναι τόσο δύσκολο να χάσω τη θλίψη μου. Είμαι τόσο στενά συνδεδεμένος μαζί της που την έχω βαπτίσει χαρακτήρα, ακόμα και φύση μου.
- Όχι φίλε μου, δεν είναι η θλίψη ούτε χαρακτήρας ούτε φύση σου, είναι μόνο μια στενή σχέση με τη γνώση σου, είναι μόνο κάτι έντονο που τονίζει την ύπαρξή σου και γι’ αυτό το κρατάς. Είναι αυτό που σου θυμίζει έντονα πως ζεις κι αυτό το μαύρο απαλό χρώμα της έχει μια νοσταλγία που είναι δύσκολο να την αποχωριστείς. Μα η αληθινή ζωή, αυτή που στο παρόν ζεις, δεν χρειάζεται τη νοσταλγία και δεν έχει θλίψη. Την κάνει πράξη και δράση, την κάνει ζωή. Η νοσταλγία είναι παρελθόν φίλε μου κι εγώ σου λέω χάσε το παρελθόν σου. Ξεκίνα από σήμερα να φτιάχνεις ένα καινούργιο παρελθόν.

- Χμ. Ένα καινούργιο παρελθόν, ίσως τελικά αυτό να χρειάζομαι, είπε ο Β. Όμως με το παλιό πως ξοφλά κανείς, έχεις γι’ αυτό μια απάντηση?
- Το ζεις φίλε μου, κάποιες μεγάλες νύχτες και πολλές φορές το ζεις, ένα μεγάλο μέρος του σε μια μόνο νύχτα. Μα είναι προτιμότερο αυτό απ’ το να το παίρνεις μαζί σου και να το τρέχεις στους δρόμους, στις δουλειές σου και στις νεότερες σχέσεις σου με τους ανθρώπους που πάντα τις σηματοδοτεί, τις κρίνει, τις χαρακτηρίζει και τις καταδικάζει σε επανάληψη. 
 Κατάλαβες τώρα τί σημαίνει άγκυρα, τί ναυαγισμένο καράβι, τί χάρτης, τί φάρος και τί οδηγίες χρήσης ενός ανθρώπου? Δες το βυθό με μάτια λαμπερά. Έχει ο βυθός λάμψη, φύσα, φύσα να σκορπίσει η ομίχλη και πες στο σύμπαν, φύσα, φύσα μαζί μου σύμπαν και βρες εκείνο το σημείο, που ανταμώνει το θέλημά σου με το θέλημά Του. Αυτό εννοώ όταν λέω ιερή συμμαχία. Αυτό εννοώ όταν λέω Τέλος της Σύγκρουσης.
              
- Πολλές φορές αλλά θέλει το σύμπαν κι άλλα εγώ, είπε ο Β. Και παρόλο που γνωρίζω πως εγώ είμαι το σύμπαν δεν μου είναι διόλου εύκολο αυτά να τα ζυγιάσω. Όμως απ’ όσα συμπεραίνω, τελικά θα θέλω αλλά εγώ κι άλλα εγώ. Άλλα εγώ που σκέφτομαι κι άλλα εγώ που αισθάνομαι. Γιατί δεν γίνεται ποτέ να θέλω να αισθάνομαι δυσάρεστα μα κάτι μέσα μου το θέλει. Όμως αυτά που αισθάνομαι, υποψιάζομαι τελικά, πως πάνε ως εκείνο τον τόπο που δεν είμαι εγώ. Βάλε τώρα λίγη μουσική.

- Έχω δύο λογιών, είπε ο Α. Μουσική για να ξεχνάς κι άλλη μια για να θυμάσαι.
- Κατά πως τα λέμε εδώ νομίζω το ίδιο είναι. Βάλε τη μουσική, γέμισε τα ποτήρια μας κρασί κι έλα να χορέψουμε.
- Δύο άντρες να χορέψουμε, δεν φοβάσαι μην παρεξηγηθούμε φίλε μου?
- Μου είπες τέτοια λόγια που τώρα θέλω να χάσω ακόμα και τον ύστατο φόβο της παρεξήγησης. Νομίζω είναι ένας απ’ τους τελευταίους που χάνει κανείς. Ο φόβος της παρεξήγησης με απέτρεψε από πολλά πράγματα στη ζωή μου, που τώρα που το σκέφτομαι, δικά μου ήταν.
- Πρώτα χάνει κανείς την προκατάληψη και μετά το φόβο της παρεξήγησης, του είπε ο Α. ενώ χόρευε μαζί του.

- Οι γυναίκες γιατί χορεύουν δυό δυό και κανείς ποτέ δεν τις παρεξηγεί?
Αναρωτήθηκε φωναχτά ο Β.
- Γιατί αυτές φίλε μου είναι πιο ελεύθερες από εμάς, γεννιούνται πιο ελεύθερες, εμείς έχουμε φορτωθεί μεγαλύτερο από το βάρος της ύπαρξης. Εμείς φίλε μου έχουμε φορτωθεί το πιο μεγάλο και βαρύ πρέπει της.
- Σου πάτησε ποτέ στο χορό μια γυναίκα το πόδι?
- Όχι φίλε μου, είναι λεπτές υπάρξεις κι αν το έκανε άθελά της θα έγινε. Μάλλον θα πάτησα εγώ, στο χορό μαζί της, το ένα πόδι μου με το άλλο κι έριξα σ' εκείνη την ευθύνη.  Δεν έχουν τέτοια κατά νου τους οι γυναίκες, τις έχουμε παρεξηγήσει, εκτός ίσως από κάτι δαιμονισμένες που ζουν ακόμα σε αντρών φυλλοκάρδια. Όμως μου πάτησε μια την καρδιά, σ’ αυτό έχουν, όσο να πεις, ταλέντο. Κι αυτό το καταφέρνει μια γυναίκα με το πιο λεπτό της βάρος, γιατί στη λεπτότητα υποκύπτει ένας άντρας, σ’ εκείνο που του λείπει.

- Σου πάτησε το πόδι μ' ένα φτερό. Τι λες φίλε μου? είπε ο Β. Μα πες μου, ποιον θεωρείς τον μεγαλύτερο εχθρό του ανθρώπου? Το τελευταίο που πρέπει να χάσει ώστε να ελευθερωθεί μια μέρα και να πετάξει?
- Χμ, έκανε ο Α. θαρρώ το τελευταίο του εμπόδιο είναι η υπο-νόηση φίλε μου, η υπο-νόηση.
- Μα είναι δυνατόν να χαθεί ποτέ απ΄τον άνθρωπο η υπο-νόηση?
- Χάνεται φίλε μου, χάνεται στο ανθρώπινο φως του.

- Θέλεις να πεις πως τότε δεν κρατά μυστικά?
- Όχι, λέω ακριβώς το αντίθετο. Πως εκεί που χάνεται η υπο-νόηση, αρχίζει ο άνθρωπος και κρατά το πρώτο συνειδητό μυστικό του. Γιατί η σιωπή φίλε μου, η σιωπή είναι ολάκερη ένα μυστικό. Μα για να κρατήσεις ένα μυστικό, ή χιλιάδες μυστικά, θα πρέπει αυτά να μην σε πληγώνουν.
- Δεν σε πληγώνουν τα μυστικά σου φίλε μου?
- Καθόλου φίλε μου, καθόλου. 


 
 
Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...