16 Σεπτεμβρίου 2016

Αποδημία






  Κάθε μέρα χτυπάει η καμπάνα. Οι άνθρωποι όσο απελπίζονται φανερώνουν μια επιτυχία· ζήστε! ζήστε! Φωνάζουν στους άλλους κι αρπάζονται απ’ την πίστη και την πειθώ τους. Κάθε άνθρωπος ένα έγκλημα. Κάθε έγκλημα μια μετάφραση· στοίβες μαζεύεται ο έρωτας κι εκλιπαρούν να τους σκορπίσει· παγίδα το σώμα και τα μάτια μικρά. Σύμπαν που βαριά ανασαίνει. Περιορισμένη εξήγηση.

 Το αμετανόητο επιστρέφει. Είναι οδυνηρή η κατανόηση. Κλείστε τις σχισμές, βάλτε στους αρμούς στόκο. Αφήστε με εδώ, λέει, σ΄αυτή τη ξέφρενη γυαλιστερή επιφάνεια, η γεύση μου πια δεν υπακούει. Ποιος δαίμονας, λέει, βάζει πάντα στον δρόμο μου αυτό που προσπαθώ ν' αποφύγω!

 Αφήστε με, λέει, στα γνωστά, λίγο ακόμα και θα τα φτιάξω σωστά. Μα το γνωστό, αν ήταν σωστό, δεν θα πλήγωνε. Δεν θα στεναχωρούσε, δεν θα γύρευε να το αλλάξεις. Και το άγνωστο είναι κρύο - ούτε καλό ούτε κακό - μα δεν έχει αλλού να προχωρήσεις. Δεν θέλω να χάσω το γνωστό μου! Λέει ο άνθρωπος και γαντζώνεται από μια εκτροχιασμένη θαλπωρή, από μια θανάσιμη στασιμότητα. Κι έτσι έχουμε τη γέννηση της παρηγοριάς. Προστάτεψέ με, λέει στο δάσος, και το δάσος τον αγκαλιάζει και τον πνίγει. Γιατί μέσα στο δάσος υπάρχουν μόνο κάτι μικρά καταφύγια αγάπης, κάτι γωνιές αγαπημένες κι όλο το άλλο είναι κίνδυνος.

 Σκέφτεται η επιμονή στο ίδιο γαντζωμένη στην ανηφοριά: Δεν θέλω να δω πάρτε όλα τα κεριά απ’ το δωμάτιο, πάρτε το άλλο σενάριο, την άλλη εκδοχή μακριά κι αφήστε το νεκρό στην ησυχία του. Θέλω τον ξοδεμό και την ανάλωση, θέλω το γύρω γύρω μου αλλιώς θα πέσω στο πηγάδι. Θέλω να περπατώ από σκέψη σε σκέψη αλλιώς τρικλίζω κι αισθάνομαι κατακόρυφα. Θέλω την απόλαυση, την ευχαρίστηση και την ηδονή, πλαγίως να κρατηθώ. Θέλω να περνά ο καιρός να φτάσει εκείνη η μέρα που δεν θέλω να πεθάνω.

 Δεν θέλω να πλησιάσω εκεί! Λέει, εκεί κοντά καίει! Δεν θέλω, λέει, τη σπείρα που σε κατεβάζει, θέλω τον κύκλο τον ανοιχτό. Δεν θέλω, λέει, τον περιορισμό που με οδηγεί στον τόπο και τη μεγάλη έξοδο, θέλω το ξέφραγο να περιπλανιέμαι. Δεν θέλω, λέει, να φτάσω στην πύλη, θέλω το εν κρυπτό. 
 Δεν θέλω, λέει, το σκοπό, θέλω το άσκοπο που μ' ενθουσιάζει και με παρατά σύξυλο. Αφήστε με ως εσχάτων να ξεγελαστώ, θέλω, μ΄ακούτε, την πλάνη! Θέλω των αισθήσεων την άκαρπη συγκομιδή. Θέλω να μεταμφιεστώ σε νυχτερίδα, άδικα μην είμαι κρεμασμένος ανάποδα μ' ένα καλάμι για σκέψη κι ένα μαντρί για τ' αισθήματα. 
 Μην μου τραβάτε τον μανδύα, λέει, σωπάστε πια με την αποκάλυψη! Τους φάρους, τα ευλογημένα νησιά και τους παραδείσους. Δεν σας ακούω, λέει, από μέσα φτιάχνω ό,τι θέλω, είναι στο χέρι μου το ρολόι, άδικα σπαταλάτε τα λόγια σας και τελικά λέει: Ευχαριστήστε με! Γι' αυτό σας έχω κρυμμένο αντάλλαγμα!
Ευχαριστήστε με, λέει, ετούτος είναι ο ύμνος. Με αυτόν το τραγούδι μου αντάλλαξα.

 Ευχαριστήστε με! Λέει ο άνθρωπος, γιατί πονώ. Σκεφτείτε, ψάξτε, βρείτε αυτό που θέλω ακόμα κι αν δεν σας το πω, ακόμα κι αν το μουγκρίζω και προσφέρετέ το μου. Σ΄αυτό το σημείο ανταμώνουμε, λέει ο άνθρωπος, στην ευχαρίστηση. Γίνετε απλώς ευχάριστοι, λέει ο άνθρωπος κι έχω γι' αυτό μια ανταμοιβή για εσάς. Μα και η κόλαση το ίδιο λέει.

 Σσσσ, κάνει το υπόγειο ποτάμι. Ντιν νταν χτυπάει η καμπάνα· ποιος πέθανε? Ρωτούν, κι εγώ ανάμεσά τους ρωτώ: Ποιος ζει? Φώναξαν τον καλύτερο γιατρό να κάνει τη διάγνωση μα εγώ ήξερα από τι έπασχε, τον είχε πιάσει αιχμάλωτο η κουνιστή του πολυθρόνα.

 Πάλι αιτία θανάτου έγραψαν τάδε. Μα εγώ - που έχω κοιτάξει νεκρούς και ζωντανούς στα μάτια - ξέρω, η ψυχή μου μού το ομολόγησε, πως οι άνθρωποι το αποφασίζουν να φύγουν.

Σαν τα πουλιά που ονειρεύονται μια αποδημία.


Δημοσίευση σχολίου

Ο Ταξιδιώτης

...Και μετά, αν ξεκαθαρίσει αρκετά το τοπίο, βλέπεις τη ζωή εντελώς διαφορετικά, τη βλέπεις σαν ένα συνειδητό ταξίδι,...