23 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Κύκνος






 Προχώρησε πολύ είπαν, έπρεπε να το σταματήσει όσο ήταν νωρίς. Να βάλει έναν επίγειο στόχο ή απλώς ν’ αρχίσει να σκέφτεται, μα εκείνη γύρεψε μια άγνοια όλη γνώση κι αποπειράθηκε να πιάσει τη μελωδία.
 Έπρεπε να το σταματήσει, αποφάνθηκαν, προχώρησε πολύ στα λευκά κι έγινε Νύμφη, Κρίνος, Κύκνος, έγινε Ιέρεια κανενός Κυρίου, έγινε μοναχή εκτός μονής.

 Έπρεπε να το σταματήσει με τη λογική, με τα φρένα της, μα την κυρίεψε κάτι σαν ευδαιμονία μέσα στη φτώχεια της και της άρεσε ν' ατενίζει· είχε πάντα για κείνη λιγάκι ψηλότερα και δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Στην αρχή το είπε μοίρα, μετά πεπρωμένο, μετά τ' απαρνήθηκε και τα δύο. Έχασε ακόμα και την πίστη της μα συνέχιζε.

 Έπρεπε να το σταματήσει όσο ήταν νωρίς με μι' απασχόληση, μ’ ένα κυνήγι θησαυρού· έστω με λίγη απογοήτευση ή απελπισία. Με κάποια πίκρα ή ακόμα και με αρκετή ματαιότητα, μα να το σταματήσει. Έπρεπε να το ρίξει έξω, εκείνη το έριξε μέσα, το έριξε έξω, μέσα, έξω, μέσα, το έφτιαξε ένα. Αντί για το κυνήγι ενός θησαυρού κατέκτησε τον πλούτο και την έπνιξε· δεν μπορούσε να τον μοιραστεί. Τον έγραφε και τον έχωνε στο συρτάρι.

 Μετά εκεί, ζαλίστηκε. Κοίταξε γύρω της κι ήταν απομονωμένη. Χωρίς τείχη, όμως απομονωμένη. Έπρεπε να το σταματήσει, όμως δεν της έφτανε ποτέ το γέλιο κι ακολούθησε την αλυσίδα του. Από λύπη σε λύπη έφτασε στο γέλιο. Έπρεπε να το σταματήσει, όμως τη δάγκωνε και του αφαιρούσε τα δόντια.

 Έπρεπε να το σταματήσει, όμως της άρεσε το μυστήριο, της άρεσε να κρυφοκοιτάζει το θάνατο και στο τέλος τον πόθησε και τον ερωτεύτηκε. Έπρεπε να το σταματήσει όμως είχε από μικρή έναν ανοιχτό λογαριασμό με το φόβο, τη δύναμη, τη φωτιά και το σεισμό.

 Έπρεπε να το σταματήσει, όπως κάνουν τόσοι και τόσοι συνετοί άνθρωποι. Φτιάχνουν μια οικογένεια, ανοίγουν δουλειές, ασχολούνται με διάφορα, τέλος πάντων βρίσκουν ένα τρόπο και το σταματούν.
 Έπρεπε να το σταματήσει, όμως τη γλύκαινε η μοναξιά. Ο αρχικός καταναγκασμός της έγινε συνήθεια ελευθερίας. Αναζήτησε την αρχή και το τέλος της, άρχισε να μιλά με αγγέλους, έπραξε επικίνδυνα μα τη γοήτευαν αφάνταστα τα πράγματα τα πνευματικά.

 Έπρεπε να το σταματήσει μα την συνέπαιρνε και δεν άντεχε να το σταματά. Στο τέλος συνέχιζε μόνο του κι εκείνη το ακολουθούσε. Έγινε μια γυναίκα καθαρό ασυνείδητο. Έπρεπε να το σταματήσει, μα ποιος μπορεί να το σταματήσει χωρίς να σταματήσει τη ζωή του?

 Είπαν κι άλλα πολλά για αυτήν, πως έγινε διάφανη, άυλη και φυσικά δεν βρήκε ποτέ το ταίρι της. Έζησε όμως στην αγάπη κι αργά ξέχασε τον έρωτα. Παράξενη, τρελή, όμως δικιά της ως το τέλος. Δικιά της κι όλων γιατί σε μια μεγάλη ποιήτρια αναφέρομαι.

 Έπρεπε όμως να το σταματήσει, αν και κανένας απ’ αυτούς δεν το μπορούν. Αν ξεκινήσει ξεκίνησε. Λένε πως το σταματούν, μπλέκουν με τον κόσμο, κάνουν παρέες, προσπαθούν να στραφούν στα επίγεια, μα αν ξεκινήσει εκείνο ξεκίνησε και δεν το σταματάς. Ούτε αυτοί το σταματούν ποτέ, απλώς για λίγο το ξεγελούν και μετά μια νύχτα πάλι με τρόμο το θυμούνται πως υπάρχει. Δεν σταματά. Κόβουν τη ροή μα εκείνο συνεχίζει.

Έπρεπε να το σταματήσει μα...
γύρεψε το τέλος της
γύρεψε την αρχή της
στο τέλος κατάφερε ακόμα κι αυτά
να τ' αφήσει, λίγο, λιγάκι πίσω.
Και τη θάλασσα, και τον άνεμο
τ’ άφησε λιγάκι πίσω της.
Είχε πάντα λιγάκι παραπέρα, λιγάκι παρακεί
είπαμε, έφτασε στο θάνατο
όμως χωρίς καμία ανησυχία, χωρίς καμία αγωνία
με κάποια γλύκα θα έλεγες και κάποιο θαυμασμό
του αφέθηκε, του παραδόθηκε,
δεν πέθανε, κοιμήθηκε σαν την Παναγιά.
Ήσυχη, ίσως όλα γι’ αυτή τη μία
τελευταία στιγμή τα έκανε.

Πάντως, για να μιλούμε σοβαρά
έπρεπε να το σταματήσει.
Ή μήπως δεν έπρεπε?


Δημοσίευση σχολίου

Σχέση με το Δάσκαλο

     Με ταχτοποιείς μέσα μου, και ξέρω πως το κάνεις, είναι που ζύγισες πρωτύτερα της ψυχής τα ζητούμενα. Είσαι ο πρωτοπόρος ...