31 Οκτωβρίου 2016

Επαναστατημένη Καρδιά








 Η Μ. είναι σε μια παράξενη κατάσταση απόψε. Κάθεται σε μια πολυθρόνα στο σαλόνι της με σβηστά τα φώτα κι έχει το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα. Θέλει να κλάψει, νιώθει την καρδιά της βαριά, μα κάτι περιμένει, να πιάσει την άκρη της καρδιάς της, μισεί αυτή την άχρωμη γκρίζα διάθεση που μοιάζει πάντα με πάγο.
 Μόλις σήμερα, άκουσε την καρδιά της να της λέει: όχι! δεν μπορώ να το κάνω άλλο αυτό!
Μα τι έκανε τόσο καιρό που δεν μπορεί να το κάνει άλλο;
 Διαρκώς υποχωρούσε, δεν μιλούσε, ανεχόταν, όμως τώρα αγγίζει μια κόκκινη γραμμή κι είναι τρομερή, τρομακτική σαν κάποια αδικημένη. Είναι έτοιμη να τα τινάξει όλα στον αέρα. Όχι από παρόρμηση, όχι από αφέλεια, όχι από μια κίνηση βιαστική κι αγανάχτησης που αργότερα θα τη μετανιώσει. Όχι απ’ αυτά, αλλά με ψυχρό υπολογισμό κι άπλετη λογική θέλει να τα τινάξει όλα στον αέρα.
 Γιατί, συλλογίζεται, πως προκειμένου να επιβιώσει έχει καταρρακώσει τη ζωή της. Προκειμένου να ζήσει έχει χάσει συχνά τον αυτοσεβασμό της και την αξιοπρέπειά της και τέτοια ζωή δεν τη θέλει. Προκειμένου κάτι να κερδίσει χάνει διαρκώς και χάνει την ψυχή της.

 Τελευταία σκέφτεται διαρκώς την πεθαμένη μητέρα της και μονολογεί: ποιος να το φανταζόταν μητέρα ποιος να το φανταζόταν μητέρα! Κάτι θέλει να πει με αυτό, κάτι δικό της. Αν ανοίξει την καρδιά της θέλει να πει πως δεν φανταζόταν ποτέ έτσι την ενήλικη ζωή της.

 Σηκώνεται απ’ την πολυθρόνα και γεμίζει μισό ποτήρι Μαρτίνι. Επιστρέφει και κάθετε ξανά. Ανάβει ένα τσιγάρο και σκέφτεται το ζήτημα της ανέχειας. Θέλει να είναι ελεύθερη. Μπορεί να συνεργασθεί μα δεν αντέχει τους άσχημους τρόπους. Αν της μιλάς όμορφα γίνεται σκλάβα σου, αν της μιλήσεις άσχημα αυτόματα σε αντιπαθεί και σε μισεί. Οι σημερινές φωνές στ' αυτιά της έχουν μια χροιά υποδόριας επιβολής, άνθρωποι που δεν μπορούν να διατάξουν τον εαυτό τους και δίχως αυτοπειθαρχία, προσπαθούν να διατάξουν άλλους και να τους πειθαρχήσουν - στο τέλος παίρνουν σκύλο.
 Άνθρωποι, στερημένοι από τον έλεγχο του εαυτού τους και χαμένοι στα πάθη τους, προσπαθούν να ελέγξουν. Η Μ. τα βάζει όλα απόψε κάτω και διακρίνει καθαρά πως η κοινωνία ετούτη έχει κάτι σάπιο στο βάθος της, κάτι βρώμικο, κάτι μουχλιασμένο που της κόβει την ανάσα. Ψάχνει να βρει τον καλύτερο τρόπο που θα μπορούσε να ζήσει ένας άγγελος στην κόλαση κι ένα χελιδόνι ανάμεσα σε καρακάξες.Ψάχνει να βρει έναν τρόπο που θα μπορούσε να ζήσει ένας αετός ανάμεσα σε κότες χωρίς να τις φάει.

 Η Μ. είναι ένας άνθρωπος ευφυής που ζει σ’ έναν πονηρό κόσμο. Είναι μια αντιλόπη γεμάτη χάρη σ’ έναν κόσμο ποντικιών που της δαγκώνουν τις γάμπες. Συχνά νιώθει βαθύτατα ενοχλημένη απ’ τις συμπεριφορές, τόσο που καμιά φορά αγγίζει τη φλέβα του πόνου της. Και αισθάνεται πως κάπως έτσι ξεκινούν να πληγώνονται οι ευαίσθητοι άνθρωποι και καταλήγουν αναίσθητοι, πράγμα που δεν το θέλει για τον εαυτό της, γιατί αν χαθεί η ευαισθησία χάθηκε η ζωή. Δεν καταλαβαίνει γιατί νιώθουν αυτή την ανάγκη οι άνθρωποι να πληγώνουν, μα αχνά κατανοεί πως το κάνουν επειδή πονούν.
  
 Η Μ. έχει μπροστά στα μάτια της τη μεγάλη οθόνη της ζωής, το μεγάλο πιάτο της. Δεν αναζητά σε κάποιον άλλο την ευθύνη της ζωής της, ξέρει πως η ίδια είναι πάντα η λύση όσων αντιμετωπίζει. Κατανοεί τώρα μια μεγάλη αλήθεια, πως κάθε φορά που της εμφανίζεται ένα δίλημμα υποχωρεί προς τη συμφέρουσα λύση. Αυτή ακριβώς η συμφέρουσα λύση της δημιουργεί το πρόβλημα τις νύχτες. Η Μ. σκέφτεται, πως πρέπει να αρχίσει να μαθαίνει να χάνει, αυτό που στη σκέψη της πάντα φαντάζει δελεαστικά εύκολο, σίγουρο, ασφαλή κι ανώδυνο. Σκέφτεται έτσι, επειδή καταλαβαίνει, πως αυτό που την τρώει είναι το ίδιο που την τρέφει. Το άλλο του πρόσωπο. Με το ένα χέρι την τρέφει με το άλλο την τρώει. Αν θέλει να σταματήσει να την τρώει πρέπει ν' απαρνηθεί τη σκέψη πως θα συνεχίσει να την θρέφει. Επειδή όσο τη θρέφει θα την τρώει.

 Είναι ένας κύκλος ασφάλειας που μέσα του ζει αρκετό καιρό. Προκειμένου – και στη σκέψη – να σπάσει αυτόν τον αποπνιχτικό κύκλο ρίχνει πάντα μια κρυφή ματιά στο άγνωστο. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος ούτε άλλη λύση. Το γνωστό την έχει πιάσει απ’ το λαιμό, το άγνωστο την τρομάζει βέβαια μα τώρα, βλέπει σε αυτό μια πρόκληση και μια γοητεία και σκέφτεται πως με τον τρόπο αυτόν ξεδιπλώνεται η ζωή. Άλλωστε φοβάται να σπάσει τον κύκλο της σιγουριάς μόνο στο μέλλον. Έχει καταλάβει πως στο παρόν δεν υπάρχει φόβος, ο φόβος αφορά αποκλειστικά το μέλλον και πηγάζει απ’ το παρελθόν.

 Οι σκέψεις αυτές της ξεθάβουν τόλμη. Θα τα καταφέρει. Αρχίζει να νιώθει – και μάλιστα μερικές νύχτες της ξεφεύγει λεκτικά απ’ το στόμα – η λεξούλα μπορώ.
Το περιβάλλον της εργασίας της είναι αρρωστημένο. Οι άνθρωποι εκεί νοσούν βαριά και θανάσιμα. Τρία χρόνια εκεί και κόντεψε να κολλήσει τη νοοτροπία. Επειδή η νοοτροπία είναι ασθένεια και κολλάει σαν αρρώστια.  Ευτυχώς το παίρνει μυρουδιά και θέλει να το σκάσει για τ’ ανοιχτά, για τις ανοιχτές θάλασσες, τις βαθιές καθαρές ανάσες, μακριά απ’ τις υποκρισίες και τα διπλά πρόσωπα όσο είναι ακόμα καιρός. Γιατί αν δεν το τολμήσει τώρα θ' αφομοιωθεί κι αυτή θα είναι μια καθαρή ήττα, θα βάλει τον εαυτό της στον μακρύ κατάλογο των ηττημένων, των χαμένων της ζωής, μα το λιοντάρι που κρύβει στα στήθια της πρώτα θα κατασπαράξει την ίδια τόσο που το περιόρισε.

 Από αύριο θα μιλά δυνατά, καθαρά κι όμορφα και θα βάζει κάτι τύπους – σαν αυτόν που της κόλλησε σήμερα – στη θέση τους μ' έναν λόγο ή μια ματιά. Ο συμβιβασμός της θα περιοριστεί στα όρια της ανθρωπιάς της, κι όχι της απανθρωπιάς ορισμένων.
Ο πόνος της ακονίζει το μαχαίρι της κι έχει δόντι και μάτι έτοιμα για μάχη. Η ζυγαριά της έκλεινε προς το μέρος της, το μέρος του εαυτού της και την καρδιάς της. Ξανά δεν θα την προδώσει κι ο έρωτάς της είτε θα έχει αγάπη είτε αδιαφορία.

  Πετάει το άδειο ποτήρι στο πάτωμα που σπάζει σε χίλια κομμάτια. Έκλεισε με τον εαυτό της μια συμφωνία και θα την τηρήσει. Καλύτερα να χυθεί στο άγνωστο – που έχει ακούσει πως αν και τρομαχτικό είναι αγαπημένο για τους τολμηρούς και μόνο το πρώτο του βήμα είναι του δράκου, ως να βρεθεί η χαμένη πίστη στον εαυτό – μετά το άγνωστο είναι ευχάριστο, αγαπά, δεν προδίδει, συμμαχεί, συμπάσχει, είναι φιλικό.

 Και στο κάτω κάτω – στο βάθος θέλω να πω – η Μ. σκέφτεται αυτές τις νύχτες απ’ τη βάση του θανάτου. Απ’ το βάθος που έχουν ετούτες οι σκέψεις της… βλέπει τις ίδιες τις συμπεριφορές της μικρές, ποταπές, φτωχικές και δύσμοιρες μπροστά στο μεγαλείο της ζωής. Γιατί είπαμε, η Μ. έχει απόψε τη ζωή στο μεγάλο πιάτο της και την κοιτάζει όλη με μια ματιά. Απ’ την αρχή ως το τέλος της. Την έχει όλη σε μια σκέψη και δεν την τεμαχίζει σε μερίδια. Την βλέπει σαν μια μεγάλη μέρα και μια μεγάλη νύχτα. Και κουράστηκε η Μ. Κουράστηκε να ευτελίζει τον εαυτό της και να τον ρίχνει μέσα στα σκαθάρια. Θέλει να ζήσει σαν άνθρωπος, θέλει να ζήσουν όλοι σαν άνθρωποι, μα δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα για εκείνους που δεν το θέλουν και το βλέπουν διαφορετικά. Που δεν βλέπουν το μεγάλο πιάτο της ζωής, τη μεγάλη της εικόνα και τη μεγάλη της φωτογραφία, μα μια γωνιά του τοπίου της. Μια κλειστή αποπνικτική γωνιά γεμάτη δαγκάνες πρώην πουλιών.

Η Μ. ξεκίνησε αυτή την έντονη συζήτηση με τον εαυτό της απόψε λέγοντας δεν μπορώ να το κάνω άλλο αυτό, που το έκανε ερήμην της, μηχανικά, ασυνείδητα κι ασυναίσθητα, περισσότερο από μια συνήθεια. Μα έφτασαν στα χείλη της τ’ αληθινά λόγια της καρδιάς της, τα ξεστόμισε και τ' άκουσε πρώτη. Από κει κατάλαβε τί η καρδιά της έκρυβε τόσο καιρό, τί το ανείπωτο και  τώρα την ξέρει, αυτή την καρδιά της κι η καρδιά της ξέρει εκείνη. Τώρα γίνονται φίλες, δεν κοροϊδεύει η μία την άλλη, γιατί έτσι ξεκινούν οι φιλίες. Και κει που η Μ. έλεγε δεν μου αξίζει αυτό έκανε άλλες σκέψεις και βρήκε, πως αυτό, το κάτι άλλο που σκέφτηκε για τη ζωή της, της αξίζει. Τις επόμενες νύχτες θα προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της λέγοντας – πρώτα νοερά – μου αξίζει και το μπορώ! Μετά, κι αυτές οι διαθέσεις, μια άλλη νύχτα, θα φτάσουν στο στόμα της και τα χείλη της. Τότε θα φωνάξει μπορώ! Και μου αξίζει! Οι τοίχοι του σπιτιού της θα σειστούν, γιατί θα μπορεί και θ' αξίζει! Δεν θα περιμένει κανέναν να της το πει, κανέναν να την ανεβάσει, κανέναν να τη ρίξει. Περήφανη και ταπεινή θα πάρει το δρόμο της, το μεγάλο της δρόμο της ζωής με τα ψηλά εμπόδια, και θα δει, θα ζήσει και θα γνωρίσει, πρωτόγνωρα πράγματα κι ομορφιές κρυμμένες απ’ τους άτολμους.
Γιατί τώρα ξέρει: μια ζωή της δόθηκε ως δώρο και δεν το σπαταλά. Κι όλα ξεκίνησαν επειδή δεν μπορούσε να το κάνει άλλο αυτό, εκείνο που δεν της άξιζε. Γιατί γεννήθηκε γι’ άλλα πράγματα κι είχε μια καρδιά πλασμένη για τα όμορφα και τα υψηλά. Και μια νύχτα σαν αυτή έσπασε, η καρδιά της ράγισε και πέρασε μέσα της το φως.  Τώρα δεν τη νοιάζουν ένα μεγάλο μέρος όσων της ένοιαζαν, γιατί η Μ. με μιας απ’ το παρελθόν της αποδεσμεύθηκε. Το σύμπαν είναι μαζί της και το αισθάνεται.

Γιατί η Μ. μια νύχτα άγρια σαν αυτή, τα τίναξε όλα στον αέρα. Έκανε πράξη εκείνο που όλοι σκέφτονται!  Αυτή είναι η Μ.

30 Οκτωβρίου 2016

Χειμώνας Εξημερωμένος.



Όλα καλά, λιακάδα βγαίνει πιο συχνά,
χειμώνας εξημερωμένος.
Ίσως όχι όλα καλά, μα όλα βαίνουν προς το καλά.
Άλλωστε τί είναι το καλά;
άλλο από προσωρινά καλά.
Καλά στα κύματα
καλά στην πράξη
καλά στην ουσία
πιο ήρεμη μοναξιά
λιγότερα φίδια
πιο φαρδύ το δωμάτιο
πιο γελαστοί οι άνθρωποι
πιο σημερινό το μέλλον
πιο κοντά η αλήθεια
πιο παραγωγική η ώρα
η δημιουργία πιο συγκεκριμένη
τα αγαθά πιο αναγνωρισμένα
εκείνο που θέλεις πιο κοντά
πιο εσύ, εσύ, και πιο εκείνοι οι άλλοι - πιο ολόκληροι
η καρδιά μας πιο γαλάζια
λιγότερο βάσανο - ελάχιστο πρέπει
λιγότερο τέρας, πιο τρυφερό κτήνος
πιο ανοιχτός ο ορίζοντας
πιο βαθιά η ανάσα - νεότερη η ψυχή
πιο καθαρά τα μάτια
χαρά πιο απλωμένη
πιο σαπουνισμένη η νύχτα
φιλικότερη η αράχνη
ευρύτερος ο ιστός της
λιγότερο πιασμένος στην ομίχλη
πιο ανοιχτό το ουρλιαχτό
πιο κόκκινο το μήλο
πιο αγαπημένο το σώμα
περισσότερο να του χωράς
λιγότερο να σε διώχνει.

Όλα καλά; Όχι, η απάντηση δεν είναι οριστική
θα πρέπει να έχεις ένα παρελθόν - μέτρο
να είναι όλα καλά σαν σκεφτείς το τότε·
δεν είναι λοιπόν όλα καλά, μα είναι όλα καλύτερα
με τη βοήθεια της σύγκρισης
καλύτερα σε σχέση·
περάσαμε δύσκολα
περνούμε δύσκολα
μα ευτυχώς τα περνούμε
το πέρασμα είναι το κλειδί κι η σκυτάλη·
γιατί τα δύσκολα φτιάχνουν τα εύκολα
γιατί αν δεν ήταν δύσκολα τότε
δεν θα ήταν εύκολα  τώρα.
Επειδή αλλιώς δεν προκύπτει
ένα δόξα τω θεώ!

Στην ερώτηση όλα καλά
θα πρέπει ν' απαντούμε διαρκώς
όλα, μα όλα, λιγάκι καλύτερα·
αργή και σταθερή η βελτίωση
για να έχει διάρκεια
με λιγότερη κλίση η ανηφόρα·
επειδή τ’ απότομα καλά
τ’ απότομα ψηλά και τα τινάγματα
συνήθως πέφτουν στα χαμηλά και τσακίζονται.

Οι απελπισίες δεν βγάζουν σε καλό
ωθούν, σπρώχνουν, στριμώχνονται στις σκάλες
αφήνουν πίσω τους μια άβυσσο να χάσκει
με ανοιχτό το στόμα, περιμένοντας την ευκαιρία της.

Καθώς προχωράς να κλείνεις την άβυσσο πίσω σου
με την παρουσία σου
γιατί όλα καλά σημαίνει όλα γεμάτα από σένα
χωρίς κενά, χωρίς τριγμούς, χωρίς μεταπτώσεις
χωρίς επιστροφές
γιατί αν δεν είναι όλα αναμφίβολα καλά
νικά η αμφιβολία τους.
Όλα καλά λοιπόν σημαίνει
όλα καλά χωρίς το φόβο τους να τα μαστίζει.

Χάνεις το φόβο σου, το δικό σου φόβο
τα πράγματα φόβο δεν έχουν.

Σαν να γλύκανε ο χειμώνας, ή ιδέα μου είναι;
Μα αν είναι η ιδέα μου να γλυκαίνει τον χειμώνα
την κρατώ σαν όπλο.




23 Οκτωβρίου 2016

Σύμβολα








Ας μιλήσουμε με σύμβολα.
Τι προτιμάς; Αετό, Πεταλούδα, Σπουργίτη,
Δελφίνι, Ποντικό, Φίδι,
Τρένο, Μαχαίρι, Φωτιά ή Πούπουλο;
Ας γνωριστούμε απ’ τη σημαία μας, την κορφή μας
και κατεβαίνουμε μετά στη νύχτα μας να τη χαρούμε.
Μέσα στου κόσμου την απύθμενη φλυαρία
ας γνωριστούμε αντί σιωπής με σύμβολα·
ετούτη είναι η συναισθηματική ακρίβεια,
ο πυκνός λόγος. Μια λέξη ο κόσμος όλος.

Πες μου το σύμβολό σου, αυτό που πίσω του ζεις,
αυτό που σε αντιπροσωπεύει και τα ξέρω όλα
για σένα από μένα.  
Άλλο τίποτα μη μου λες. Μια λέξη μόνο.
Σε μια φτασμένη λέξη χωράς. Θα την ανοίξω εγώ να σε δω·
όπως είσαι κι όπως γίνεσαι.
Κατεβαίνουμε μετά στη λεπτομέρεια
να ξεντύσουμε τη νύχτα·
να κεντήσουμε αστέρια στο μέτωπό μας.

Έχεις σφραγίδα, έχεις κι άνεμο
έχεις καλπασμό και στάθμη.
Πάρε με μαζί σου, βούλιαξέ με στην ουσία σου
κάνε με ξανά ορατό
να σταματήσουν οι κραυγές του κόσμου.
Να χαθεί η ειρωνεία του. Δεν είσαι τύχη
είσαι κίνδυνος γι’ αυτό σε ποθώ.

Ακολουθώ πάντα μια αστραπή - εσένα αν είσαι.
Φέξε στο μονοπάτι μου - έχει για μάτια πυρσούς
που ο έρωτας τους ανάβει.
Θέλεις να γίνεις ο καθρέφτης μου; Μα γιατί σε ρωτώ
και δεν σ’ αρπάζω;

Έγινες απαλή - τώρα κινδυνεύεις να σπάσεις.
Τι ψιθυρίζεις εκεί; Να σε προσέχω, λες.
Θα το κάνω, σαν σε μια υδάτινη στάμνα
αλλά αν χρωστάς του χρεοφειλέτη θεού σου
ένα ράγισμα, δεν μπορώ να σου το αρνηθώ.
Θα σου έκανα κακό αν σου στερούσα τον πόνο σου.
Έστω κι αν με μισήσεις αν στον προκαλέσω.

Σσσ, μη μιλάς έτσι, θα ξυπνήσεις το χελιδόνι.
Ερμητικά κλειστά σε σένα βρήκα μόνο τα στήθια σου.
Το παρελθόν σου το άνοιξες.

Τι λες; Θα μου μάθεις την αγάπη;
Ή να το πάρω απόφαση πως θα πεθάνω κενός.

Σσσ, μη μιλάς, τώρα σε ξεπερνά το σώμα σου
τώρα μια αχτίδα διαπερνά τα μαλλιά σου
τώρα ο ιδρώτας σου με ξεκουφαίνει
ο αναστεναγμός σου στάζει στην παλάμη μου·
μη μιλάς, ας χαθούμε για λίγο
τώρα που τα όνειρά μας σμίξανε.
Τώρα που οι ανάσες μας αναγνωρίζονται
τώρα που με χαιρετάει η καρδιά σου.

Θέλω πολλά. Χάρισέ μου το τίποτα.
Δεν το βρήκα πουθενά, έβρισκα πάντα κάτι.
Χάρισέ τα μου όλα σε μια στιγμή.

Χάρισέ μου μόνο μια τέλεια στιγμή
δεν με φοβίζει ο θάνατος
αν πιάσω αυτή τη διάρκεια.

Μα να μου μάθεις την αγάπη, ακούς;
Αλλιώς στο λέω, δεν θα πεθάνω ποτέ
και θα φταις εσύ γι’ αυτό.


21 Οκτωβρίου 2016

Τα Πρώτα μας Μάτια






Γιατρεύεται η ψυχή, θεραπεύεται ο άνθρωπος
κλείνουν οι πληγές, τι μένει (;)
γίνεται ξανά κάτι καινούργιο
η παιδική ηλικία επιστρέφει (;)
φωταγωγημένη καθώς οι παιδικές ηλικίες
ασκούν το χρόνο τους.
Τί τελειώνει, τί αρχίζει και πού
αν περάσει το γιατί (;)
Βλέπει κανείς το τέλος του φόβου
- είναι κάτι που το βλέπει (;) -
επιστρέφει ξανά στην αθωότητα
γίνεται πίσω ν’ αποκτηθεί
πόσο βαθιά φτάνει το χτύπημα του Εγκέλαδου (;)
- Ιδιαίτερα εκείνο που ποτέ δεν δέχθηκες -
το αγνό - αν το αναμίξεις με τη λογική και την τρέλα
με την παράνοια ίσως - ας μη φοβόμαστε να το πούμε για τον κόσμο μας -
λεκιάζει παντοτινά (;)
ή μήπως τ’ ανθρώπινα στοιχεία που μια φορά υπήρξαν
υπάρχουν πάντα κι η νοθεία δεν πλησιάζει
το βάθος των ερμηνειών
όπως το λάδι δεν ενώνεται με το νερό
κι απλώς ένας δεύτερος άνθρωπος αποκομμένος
ζει μετά τις εφηβείες·
ένας πονηρός μικρότερος άνθρωπος
των περιστάσεων, των πραγμάτων, των υποθέσεών του·

κάτι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα προσπάθησα να δώσω
και τί φτάνει απ’ τα μετέπειτα του ανθρώπου ως το κόκαλο
τί καθαρίζει αν το πλύνεις
αν η λευκότητα επιστρέφει
αν το χαμόγελο επανέρχεται - αν η θλίψη ξεψυχά
αν η ζωή διορθώνεται
αν η μοναξιά επιστρέφει
αν τα σκουριασμένα γυαλίζουν
αν φεύγει το πουρί απ’ το χρυσό
αν η γαλήνη επικρατεί
αν τα δέντρα ξανά πρασινίζουν
κι οι θάλασσες γαλαζιάζουν για δεύτερη φορά
πως φαίνεται ο ουρανός απ’ το κέντρο μας
κι αν ο αγέρας σταματάει το θρήνο του.
Αν ο άνθρωπος επουλώνεται κι η χαρά κυριαρχεί
αν το παιδί γιατρεύεται κι οι ραγισμένες κούκλες του
επιστρέφουν στην αγκαλιά του·
αν όλα μπορούν να ξαναγίνουν όπως τότε
με τη θέληση, τη βούληση, την εργασία
αν το πνεύμα ελευθερώνεται - αν η ψυχή ελευθερώνεται
αν τα μάτια έρχονται στην πρώτη τους θέση
και πως φαίνεται ο κόσμος με τα πρώτα μας μάτια.
Αυτά, κυρίως με απασχόλησαν
κι είναι - ας τ' ομολογήσω - ενθαρρυντική η απάντηση
που μου αποκόμισαν οι νύχτες.

Γυρίζει ο άνθρωπος, η ψυχή αφήνει πάντα πίσω της σημάδια για το δρόμο.
Γυρίζει, ίσως όχι όπως πρώτα ξανά
μα χάνει το αποκτηθέν βάρος του
κι ελαφρύς μπορεί να ελπίζει σε μια δεύτερη κοιλάδα χρωμάτων
απαλλαγμένος απ’ το βάρος του χρόνου·
χάνει ακόμα κι εκείνη την εμπειρία του
στην πάλη με τη μνήμη του.

Γυρίζει ο άνθρωπος, επιστρέφει στα νιάτα της ψυχής του
λιγάκι με σώμα επιβαρυμένο
σε μια πορεία καθόδου.

Τέλος πάντων αυτά προσπάθησα
και να μοιραστώ τα συμπεράσματα
με τους νοσταλγούς της πρώτης τους νιότης. 

Κι είναι τα συμπεράσματα ενθαρρυντικά
πως τίποτα δεν χάνεται οριστικά, τελικά·
υπάρχει πάντα εκεί ο θησαυρός για τους αρχαιολόγους. 



20 Οκτωβρίου 2016

Τα Πουλιά






 Είναι δύσκολο να είσαι ευχαριστημένος απ’ τη ζωή σου και να την ευγνωμονείς, γι’ αυτό πολλοί ξεκινούν ανάποδα, που ίσως είναι ορθά. Ξεκινούν να ευγνωμονούν τη ζωή που έχουν κι η ευγνωμοσύνη φέρνει τη ζωή τους στα μέτρα της. Να ευγνωμονώ, θα σκέφτονταν κάποιος, μια ζωή που με πληγώνει, δεν είναι όπως τη θέλω, έχει αυτό και εκείνο το βάσανο και λοιπά, μοιάζει αδύνατον. Όμως η ευγνωμοσύνη είναι μαζί και προσπάθεια καλυτέρευσης. Άλλωστε την ευγνωμοσύνη, όπως και την εμπιστοσύνη, τα τρέφεις, είναι αισθήματα που τα τρέφεις.
 Πράγμα που σημαίνει τα ποτίζεις κι αυτό με τη σειρά του σημαίνει σπορά. Σπορά που σημαίνει καρπό, που με τη σειρά του σημαίνει αλυσίδα ζωής. Μετά η ευγνωμοσύνη είναι υγεία, και σωματική και ψυχική υγεία,  και σκορπίζει, διαλύει της ύπαρξης τα μικρόβια· είναι πάντα παράξενο το πόσα δεν βλέπει κανείς και τα προσπερνά ως κεκτημένα, ως δευτερεύοντα, ως να τ' αισθανθεί για δεύτερη φορά, με δεύτερη συνειδητή ματιά, μ' επίγνωση.

 Αυτό που έχεις το έχεις και τελείωσε. Μοιάζει να μην φέρνει πια τίποτα. Ο νους τρέχει σε κάτι άλλο, στο επιθυμητό, το ποθητό. Αυτό που κατάφερες, αυτό που κάποτε κέρδισες, μοιάζει να μην έχει πια καμιά σημασία. Μένει πεταμένο σε μια γωνιά σαν αντίκα, σαν κειμήλιο, σαν νεκρό. Μ' αυτό το πράγμα έχει και ταυτίζεται πάντα μ' ένα αίσθημα· αν υπάρχουν πράγματα όμορφα κι αξιόλογα στη ζωή μας που δεν μας φέρνουν πια καμιά συγκίνηση… έχει γεμίσει ο τόπος γύρω μας νεκρά αντικείμενα, που σημαίνει έχει γεμίσει ο τόπος μέσα μας νεκρά αισθήματα και τρέχουμε, πασχίζουμε, αγωνιούμε για κάτι άλλο, ζωντανό, που θα φέρει ζωντάνια στη ζωή μας.
 Μια σπίθα, λίγο ενθουσιασμό, μια νέα συγκίνηση. Μα κι αυτά θα πεθάνουν αν είμαστε δολοφόνοι, κι αυτά για λίγο θα μας αναθαρρέψουν και θα ξαπλώσουν στο πάτωμα νεκρά, ή μέσα σ’ ένα ντουλάπι. Υπάρχουν δύο ειδών παπούτσια που φοράει κανείς, τα νεκρά και τα ζωντανά. Ζωντανά παπούτσια, κι οτιδήποτε το ζωντανό, το φτιάχνει ζωντανό η εκτίμησή μας. Χωρίς την εκτίμησή μας όλα είναι νεκρά. Κι όταν όλα γύρω μας είναι νεκρά η καρδιά μας είναι νεκρή. Κι όταν φορούμε νεκρά παπούτσια το κάνουμε σε νεκρά πόδια. Κι η δουλειά που δεν εκτιμούμε είναι κιόλας νεκρή. Οι άνθρωποι που δεν εκτιμούμε είναι κι αυτοί νεκροί. Αν δεν εκτιμούμε τη ζωή μας έχει ήδη πεθάνει. Και με πεθαμένη ζωή εμείς ζωντανοί δεν είμαστε. Ζωή που δεν την ευγνωμονούμε λοιπόν είναι πεθαμένη. Στο βάθος της.

 Να ευγνωμονώ τη ζωή μου μοιάζει πάντα σαν να κοροϊδεύω τον εαυτό μου, είπε κάποιος. Όμως στη ζωή τ’ αντίθετα είναι πολύ κοντά κι οι έννοιες γλείφονται. Έτσι, μπορεί ο ίδιος να σκεφτεί, πως με το να μην ευγνωμονεί τη ζωή του είναι που κοροϊδεύει τον εαυτό του και το κάνει μόνο για ένα λόγο: γιατί δεν ξέρει. Και για έναν άλλο: γιατί δεν βλέπει. Δύο λόγοι που είναι στην ουσία τους ένας: πήγε πολύ κοντά στη ζωή του.
 Που σημαίνει πήγε πολύ κοντά στον εαυτό του. Που με τη σειρά του σημαίνει πήγε πολύ κοντά στο σώμα του. Αν πάρει μια απόσταση θα δει, μέσα σε ποσά καλά κι όμορφα πράγματα ζει, που επειδή τα ζει ταυτόχρονα τα προσπερνά και δεν τα υπολογίζει. Μα τραβά κατά κει που είναι τα όμορφα, τα υποθετικά όμορφα παραβλέποντας τα χειροπιαστά όμορφα, τα σημερινά.
 Μα προχωρά κατά κει που δείχνει το βέλος. Μόνο για ένα λόγο: επειδή το βέλος έπαψε να δείχνει μέσα. Κι όταν το βέλος παύει να δείχνει μέσα δείχνει έξω, κι όσα ήδη υπάρχουν είναι νεκρά και τα παραβλέπει, επειδή ό,τι δεν βλέπεις το παραβλέπεις και δεν γίνεται αλλιώς.  
 Τα καλά και τα όμορφα παίρνουν μια μακρινή μετάθεση. Πάνε άλλου, ο άνθρωπος τρέχει πίσω τους, κι αυτός ο αγώνας παίρνει τη μορφή και τη σκέψη της ζωής. Μα όλα τα καλά και τα όμορφα είναι ήδη εδώ, είναι ήδη υπαρκτά κι αν τρέχει κανείς να τα πιάσει είναι γιατί αυτό το τρεχαλητό θα τον φέρει κάποτε κοντά στην καρδιά του, να σκύψει από πάνω της, μέσα της και να δει το εδώ, το τώρα και το σήμερα. Τον πλούτο που κρύβεται στα βαθιά.
 Γιατί το εκεί είναι εδώ. Κι εκείνο που στοχεύει κανείς πάλι εδώ είναι κι έχουν όλα αυτά ως μοναδικό σκοπό να σε φτάσουν και να σε φέρουν πάλι εδώ, σε σένα, στο παρόν σου. Γιατί εσένα είναι που πρέπει να βρεις κι εσύ είσαι τ' όνειρό σου. Και γιατί όποιο δρόμο και να πάρεις στο παρόν βγάζει. Και γιατί ο νους παίζει παιγνίδια να φτάσεις εκεί, που εκεί πάντα σε περιμένει ο καλύτερος εαυτός σου μέσα στα ωραία πράγματα. Μα ο εαυτός σου κι η ζωή σου είναι ήδη εδώ μαζί με όλα τα ωραία πράγματα κι αυτό που απομένει είναι λιγάκι κατέβασμα, λιγάκι βάθος ακόμα, λιγάκι ξέθαμα. Γιατί του χρόνου θα είσαι μόνο λιγάκι πιο βαθύς, επειδή ο χρόνος μας κατεβάζει.

 Η ευγνωμοσύνη είναι ένας οδηγός ζωής. Είναι για να φτάσει κανείς σ’ ένα ασφαλές παρόν. Αφού η μπόρα περάσει, η όποια κατάσταση - αφού περάσει απ’ το λαβύρινθο της σκέψης - έρχεται και πατάει, και κάθεται, πάνω στο αίσθημα της ευγνωμοσύνης και πηγαίνει σύμφωνα με αυτήν. Η ευγνωμοσύνη που έτρεφες για μια κατάσταση κερδίζει και απορροφά την κατάσταση. Η ευγνωμοσύνη φέρνει την κατάσταση με το μέρος της και στα μέτρα της. Όταν η σκέψη περάσει κι η κατάσταση αποκαλυφθεί ταυτίζεται σ’ ένα σημείο με την ευγνωμοσύνη που έχει τραφεί γι’ αυτό το σκοπό.  Ευγνωμοσύνη και κατάσταση αδερφώνουν, φιλιώνουν, αφού χαθεί το κενό της σκέψης.

 Η σκέψη είναι αδύναμη, η κατάσταση είναι αδύναμη ν’ απομακρυνθεί και να φύγει μακριά απ’ την ευγνωμοσύνη που τρέφεις γι' αυτήν. Η ευγνωμοσύνη χειρίζεται, διαχειρίζεται και κατευθύνει την κατάσταση προς την κατεύθυνση της επιθυμίας. Ως η κατάσταση να έρθει σε επαφή με την ευγνωμοσύνη και τότε το αποτέλεσμα θα είναι το επιθυμητό. Δεν γίνεται αλλιώς, είναι αδύνατον κατάσταση κι ευγνωμοσύνη να ταυτιστούν και να μην υπάρχει επιθυμητό αποτέλεσμα. 
 Το υπόλοιπο είναι σκέψη, είναι εσωτερικός αγώνας, είναι λογική, είναι το πως μοιάζουν τα πράγματα. Μα τρέφοντας ευγνωμοσύνη μοιάζουν όπως θέλεις να μοιάζουν, είναι όπως θέλεις να είναι, γυρίζουν κατά κει που δείχνεις με το συναίσθημά σου.

 Να έχω, είπε κάποιος, για τη ζωή μου, την παρούσα αυτή ζωή μου ευγνωμοσύνη, μοιάζει πάντα δύσκολο. Η απάντηση είναι διπλή: η βγες έξω και φτιάξε τη ζωή σου έτσι που θα την ευγνωμονείς… ή στρέψου προς τα μέσα και φτιάξε την ψυχή σου έτσι που θα ευγνωμονεί την υπάρχουσα ζωή σου. Γιατί μόνο μια ζωή κάθε φορά υπάρχει: η υπάρχουσα.

 Υπάρχει και μία τρίτη απάντηση: Το έξω και το μέσα δεν υπάρχουν και δεν είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Θα έρθει μια στιγμή που ο διαχωρισμός θα χαθεί. Τότε ή μέσα στρέφεσαι ή έξω θα είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα. Μα αν έχει "δουλειά" μέσα θα πρέπει να στραφείς μέσα, κι αν έχει "δουλειά" έξω θα πρέπει να στραφείς έξω. Την έξω "δουλειά" να τη δουλεύεις από μέσα, και τη μέσα "δουλειά" να τη δουλεύεις απ’ έξω. Έτσι καθώς θα μπαίνεις και θα βγαίνεις κάθε φορά θα γκρεμίζεις ένα τούβλο απ’ τον διαχωριστικό τοίχο. Το μέσα και το έξω θα χαθούν κι η ζωή θα φτάσει εκεί που ήταν πάντα: στην αρχή και το τέλος της. Στο εδώ, το τώρα, το σήμερα. Θα είσαι παρών! 



19 Οκτωβρίου 2016

Πέρασμα χωρίς Σημασία







 Δεν ήταν ταιριαστός ο γάμος τους. Εκείνη, την έδωσαν τα δύο αρσενικά αδέρφια της σε κάποιον· άλλον αγαπούσε μα έτσι ήταν τα χρόνια τότε· ήταν και λιγάκι άβουλη, όπως οι περισσότερες στο χωριό, δεν σήκωναν εύκολα κεφάλι, ήταν κορίτσια.
 Την πρώτη νύχτα που τον γνώρισε - στο σαλόνι του πατρικού σπιτιού της - καθώς εκείνος έφευγε, τ' αδέρφια της τής έγνεψαν να τον συνοδέψει παραέξω ως τη στράτα. Όταν γύρισε τη ρώτησαν πως της φάνηκε ο γαμβρός. "Τον φοβάμαι λιγάκι", απάντησε. Τ’ αδέρφια χαμογέλασαν ερμητικά κλειστά και το ζήτημα τελείωσε ή άρχισε εκεί.

 Παντρεύτηκαν κι έγιναν σύντομα τα μοιράσματα της προίκας της. Στη φωτογραφία του γάμου ο φωτογράφος την έβαλε ν' ανέβει σ' ένα σκαμνί, γιατί ήταν κοντούλα ή δόλια κι εκείνος ψηλός, με αποτέλεσμα να μην παίρνει μέσα στο κάδρο της φωτογραφίας το κεφάλι του γαμβρού.
  
 Εγκατέλειψε την πατρική στέγη κι ακολούθησε τον άντρα της. Τα επόμενα χρόνια είχε δύο παιδιά, αρσενικά και τα δύο. Το δεύτερο το ήθελε κορίτσι μα δεν έστερξε η τύχη. Τα κορίτσια, έλεγε, είναι πιο ευαίσθητα, πιο τρυφερά, στο τέλος σου δίνουν κι ένα ποτήρι νερό. Μα το πήρε απόφαση κι έμεινε με τα δύο αγόρια.
Κονταροχτυπήθηκε άγρια με το σύζυγο της. Κομματάκι βάρβαρος αυτός, μα έτσι ήταν οι άντρες τότε. Έγιναν και κάποιοι ομηρικοί καυγάδες για το ποιος θα πάρει τελικά το πάνω χέρι, ποιου θα γίνεται το δικό του, ποιο θα περνάει, ποιος θα είναι ο νόμος. Το πάνω χέρι το κάτω χέρι ποτέ δεν έμαθαν ποιος το πήρε, με το καιρό ζάρωσαν ο καθένας σε μια γωνιά.
   
 Αφού εκείνη είχε φύγει μια νύχτα αγανακτισμένη απ’ τη συμπεριφορά του για την πόλη, που ζούσαν πια τα αδέρφια της και βρήκε καταφύγιο σ’ αυτά, αφού είχε πάρει μαζί της και τα παιδιά της. "Θα τον χωρίσω τον παλιάνθρωπο!" είχε φωνάξει μ' ένσταση στ' αδέρφια της. "Να καθίσεις εκεί που κάθεσαι!" είπαν αυτοί πιο έντονα φοβούμενοι μη τη φορτωθούν μαζί με τα παιδιά της τώρα, γιατί κι ο γάμος της, ένα ξεφόρτωμα ήταν απ’ την πλάτη τους.

 Τί να κάνει η έρμη, συμπαράσταση καμιά κι ο κόσμος εχθρικός, γύρισε πίσω. Αφού κι εκείνος, ο κακός της ιστορίας, είχε δώσεις υποσχέσεις πως θ' αλλάξει, θα ήταν τρυφερός και γλυκός μαζί της, θα ήταν καλός. Υποσχέσεις που ποτέ δεν βγαίνουν αληθινές κι αργά το μαθαίνει κανείς πως οι άνθρωποι, αν αλλάξουν, το κάνουν από μέσα και μετά από... / μα άφησέ το καλύτερα, γιατί να το συζητάμε; οι περισσότεροι δεν αλλάζουν ποτέ, πεθαίνουν αμετανόητοι, όπως κι ο άντρας της ιστορίας μας. Γιατί λοιπόν να το συζητάμε;

 Είχαν όμως και τις καλές τους στιγμές. Κάτι ενθουσιασμούς, λίγες γλύκες, κάτι σπίθες που άναβαν κι αμέσως χαμήλωναν και κάτι σαν σερνάμενη οικογενειακή ευτυχία ανάμεσα σε αγκάθια. Λίγες εξόδους, κάτι χορούς, μερικά κοντινά ταξιδάκια και κατά τη μέση ηλικία πάγωσαν οι καρδιές τους. Δεν νίκησε τελικά κανένας. Έπιασαν από μια χωριστή κάμαρα και κοιμόντουσαν χώρια. Ζούσαν σαν φαντάσματα και τα παιδιά τους είχα πάρει πια το δρόμο τους κι είχαν φύγει.

  Κύλησαν ακόμα μερικά χρόνια στη νεκροφάνεια, χωρίς καμιά συγκίνηση με ελάχιστες χαρές στη ζωή. Οι καυγάδες τους - που άλλοτε τους πλημμύριζαν αισθήματα - έστω θυμού κι αγανάχτησης αλλά αισθήματα - ελαττώθηκαν κι έσβησαν ως κάτι εντελώς ανόητο και χωρίς σημασία.Τα γινάτια υποχώρησαν, οι θυμοί καταλάγιασαν, οι νύχτες τώρα ήταν γκρίζες. 

 Πρώτα έσπασε εκείνος και πέθανε βαριά κουρασμένος, αρκετά νέος ακόμα. Αργότερα ακολούθησε κι εκείνη, ένιωθε παράξενα όλο αυτόν τον καιρό χωρίς εκείνον. Σαν να τον είχε αγαπήσει - μάλλον συνηθίσει θα έλεγες - σαν να κόντευε να τον αποδεχθεί, τέλος πάντων ένιωθε σαν να της έλειπε κι ήταν ακόμα πιο έρημη μακριά του.

 Γιατί γεννήθηκαν, πως γεννήθηκαν, τί στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ ζωής και θανάτου συνέβη… ποτέ δεν το κατάλαβαν. Η ζωή πέρασε σαν ένα όνειρο, σαν μια οπτασία γεμάτη συννεφιά. Γεννήθηκαν, βρήκαν μια στρωμένη ζωή, προσπάθησαν να την ακολουθήσουν, τους ζήτησε να υποταχθούν, έκαναν πως υποτάχθηκαν, επαναστάτησαν χωρίς αιτία, έβαλαν ο ένας πυρά κατά του άλλου, μαστίγωσαν και λιγάκι - όσο μπόρεσαν το περιβάλλον και την κοινωνία - ζάρωσαν και καμπόσο, θύμωσαν, ούρλιαξαν, γέλασαν και λιγάκι. Κατάπιαν πολλά, ξέρασαν μερικά, και... πέθαναν.
  
 Τί, γιατί και πως... άγνωστο. Σαν έτσι, σαν τίποτα, σαν αέρας. Για το λόγο? Τίποτα. Ούτε ένα άγαλμα, ούτε μια μαρμάρινη επιγραφή, τίποτα απολύτως, ένα κενό πράγμα, μια σκέτη φασαρία κι αρκετή ως πολύ απελπισία. Μπέρδεμα βρήκαν μπέρδεμα άφησαν. Μυστικό βρήκαν μυστικό άφησαν. Όπως τα βρήκαν τ’ άφησαν. Τίποτα. Ήρθαν, πέρασαν, έφυγαν και τον περισσότερο καιρό ούρλιαζαν. Τίποτα. Κουβάρι βρήκαν κουβάρι άφησαν. Κουβάρι πήραν μαζί τους.

Αυτό. Γιατί όλο αυτό και γιατί έτσι δεν βρήκαν εξήγηση. 





Εσωτερικός Δάσκαλος

     Αγαπητέ φίλε, ξέρω πως περνάς μια δύσκολη περίοδο και κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί για τη διάρκειά της, μπορε...