17 Οκτωβρίου 2016

Καμπάνα









  Είναι νύχτα. Σκέφτομαι πως θα έπρεπε, κανονικά, να έχω πρόβλημα με τους ανθρώπους. Όμως δεν έχω. Θα έπρεπε, ίσως, κανονικά, να έχω την πάσα αφορμή για τ’ οτιδήποτε μεταδοτικό των ανθρώπων, αφού, έχω υποστεί αδικία άλλη τόση. Όμως δεν έχω τέτοιες υποθέσεις στην καρδιά μου. Είμαι ήσυχος, ήρεμος, δεν λογαριάζω τον άνθρωπο για την συμπεριφορά του, κοιτάζω πίσω του, μια κουκκίδα φως.
 Φτάνει μέρα, που, τον υποσκελίζω όλον τον άνθρωπο, όλη την άγνωστη σε αυτόν συμπεριφορά του. Ξέρω πως δεν είναι αυτός, το καταλαβαίνω, μα περισσότερο το αισθάνομαι. Ωρύεται κάποιος, χτυπιέται και σχεδόν μένω απαθείς, κάτι στο στήθος του πονεί. Μια καταδίκη σε εκκρεμότητα.

 Να το λάβω υπόψη μου το λαβαίνω - κι αυτό που δεν είναι - μ’ έναν τρόπο φτιάχνω χωριό. Όμως ο άνθρωπος είναι κάτι άλλο, πιο μεγάλο, πιο μεγαλειώδες, δεν είναι το σαράκι του. Δεν είναι αυτό που τον τρώει. Δεν είναι αυτό που κατέληξε να είναι.
 Κοιτάζω πίσω απ’ τον άνθρωπο κάτι ψήγματα, κάτι τεράστια υπολείμματα ανθρωπιάς και σκέφτομαι πως αυτά μια μέρα θα τον αναδομήσουν, θα τον σηκώσουν.Θα πέσει στα γόνατα και θα αρχίσει να τα μαζεύει και να τα γεύεται, καθώς θα πέφτουν απ΄το τεράστιο τραπέζι που έστρωσε για ζωή του με όλων τα ειδών τα φαγιά που τον τρώνε. Ξέρω πως από ένα ψίχουλο ανθρωπιάς φτιάχνεις στρατιές ανθρώπων, και το ένα αυτό ψίχουλο μέσα σε όλους υπάρχει. Το αναγνωρίζω.Έχει μείνει στο βάθος του ανθρώπου λίγος ανέγγιχτος άνθρωπος. Με αυτόν τον ελάχιστο ανοίγω παρτίδες. Όλος ο υπόλοιπος δεν με αφορά.

 Δεν είναι τώρα να λογαριάζουμε τους ανθρώπους με κοπάδια, χρειάζεται ο καθένας την υγιή μοναξιά του. Δεν πάει άλλο αυτή η απόγνωση, αυτή η απελπισία που μαστίζει εκεί έξω· δεν του πρέπει του ανθρώπου η επιβίωση, πρέπει να ζήσει, να χαρεί, να γελάσει, ν’ αγαπήσει, έστω για μία στιγμή. Να πάρει μια γεύση αυθεντικής καθολικής ζωής. Δεν του πρέπει, δεν του πάει του ανθρώπου η μιζέρια, η κατάντια του, ούτε κι η περηφάνια κι η αλαζονεία του πρέπει, κάπου στη μέση πρέπει να σταθεί ακίνητος και να ζυγιστεί. Δεν του πάει να ξεφεύγει μια προς τα κάτω μια προς τα πάνω· να τρέμει μην πέσει να τρέμει μην υψωθεί· γενικά να τρέμει μην. Όχι, δεν του πρέπει, μην λέμε τώρα ανοησίες.

 Και δεν του πρέπει να ‘χει έρωτες μισούς και να σέρνεται· η αξιοπρέπεια πρέπει να ξαναβγεί στη μόδα.
 Η φιλία να αρθεί στο ύψος της, η λογική να πρυτανεύσει από ένα άλλο ύψος που θα περιλαμβάνει και τη μεταφυσική. Θα πρέπει οι νόμοι που ήδη υπάρχουν και διέπουν το σύμπαν να θεσπιστούν απ’ τις καρδιές· η γνώση ν’ ανοίξει, τα μυστικά να έρθουν στο φως, οι άνθρωποι να μην μουγκρίζουν αλλά να κελαηδούν, επειδή έτσι τους πρέπει. Και θα πρέπει να έρθουν σε συμφωνία και συμμαχία με τα πουλιά, που τόσα τους λένε μα αυτοί ακούν την τηλεόραση. Θα πρέπει αντί τηλεόρασης να φυτέψει ο καθένας ένα δέντρο στο σαλόνι του και να ακούει το δέντρο.

 Ο άνθρωπος πρέπει μέσα στον άνθρωπο να επιστρέψει, να μην είναι πλέον άδειος. Να καταργηθεί τουλάχιστον μια μακριά μουχλιασμένη λίστα με συνήθειες και να αρχίσει να υιοθετεί ανθρωπιά.
 Όχι, κάτι λιγότερο δεν του πρέπει, ο άνθρωπος πρέπει να μείνει μόνος του στο σκοτάδι και να αρχίσει σιγά σιγά απ’ το κλάμα και την μετάνοια του να αναπτερώνεται. Ο άνθρωπος πρέπει να συγχωρέσει τον εαυτό του, να μην υπάρχει πια εκείνο το γοερό κλάμα αλλά ένα άλλο μοιρασμένο που γυαλίζει τα μάτια.

 Ο άνθρωπος πρέπει να ξεχάσει την ελπίδα του και τ’ όνειρό του, με αργά βήματα ν' αρχίσει στο τώρα, στο εδώ, στο σήμερα να ζει. Ο άνθρωπος δεν ζει κι εξαιτίας αυτού ονειρεύεται. Δεν του πρέπει του ανθρώπου ετούτο το κοινωνικό κεφαλοκλείδωμα. Χρειάζεται να πάρει μια σκούπα και ν’ αρχίσει να καθαρίζει τον χώρο του και την αποθήκη. Και χρειάζεται, αν ξέχασε τον πόνο, ν' αρχίσει να δαγκώνει το χέρι του, ο πόνος του ίσως τον συνεφέρει.

 Μα δεν του πάει του ανθρώπου ο πάγος στην καρδιά και τα μάτια. Και δεν του πάει να 'χει σώμα καμπούρικο κι ασθενές.Του ανθρώπου του πάει να χορεύει. Δεν του πάει να είναι στραβός. Όχι, δεν του πάει κι η αξιοπρέπεια πρέπει να ξαναγίνει μόδα. 
 Οι αξίες κι οι αρχές να χτυπήσουν και να βρουν ρίζα· χωρίς τον άνθρωπο αληθινό τί και ποια ζωή του μένει; ας μην κοροϊδευόμαστε, μακριά απ΄την αλήθεια η μόνη ζωή που υπάρχει είναι ως να βρεθεί η αλήθεια. Κι αυτή δεν είναι ζωή. Ας μην κοροϊδευόμαστε κι ας πάρει ο γενικός εφιάλτης ένα τέλος δίνοντας ένα τέλος ο καθένας στον προσωπικό του εφιάλτη. Γιατί, ας το πούμε έξω απ' τα δόντια, πως για εφιάλτη πρόκειται, ακόμα κι αν όταν τον ζεις για ζωή τον περνάς και δεν τον ξέρεις.

 Μα δεν του πρέπουν του ανθρώπου αυτά κι ας πούμε, για μια ακόμα φορά, πως πρέπει ν' αρχίσουμε να χτυπούμε καμπάνες. Αν και οι καμπάνες χρόνια, αιώνες τώρα χτυπούν απ΄τα ανοιχτά, μα δεν υπάρχουν αυτιά να τις ακούσουν. Γι' αυτό, ας πούμε καλύτερα, πως είναι καιρός για μια καλυτέρευση των αυτιών μας. Για ένα ακουστικό βάθος. Γιατί τι να σου κάνουν και τα στόματα αν τ' αυτιά κωφεύουν.

 Μα δεν του πρέπει του ανθρώπου να κερδίζει τη ζωή του με αυτόν τον άχαρο τρόπο που το κάνει και γίνεται μια κυκλική κατάσταση αρρωστημένη που τη μεταφέρουν σαν γύρη οι μέλισσες σε όλες τις συνειδήσεις, και φτάνει να γίνει το άθλιο σωστό και τρόπος. Όμως σωστό γιατί και τρόπος για ποιο πράγμα; μα γιατί μιλούμε; τι στο διάολο να καταφέρεις άνθρωπέ μου, τι στη  ευχή να κερδίσεις αν η ψυχή σου έχει χαθεί; ποιος σε σένα θα το χαρεί αν χαρά δεν έχεις; τι στην ευχή από σένα να επιβιώσει αν εσύ δεν είσαι εσύ;  και το αισθάνεται κανείς πως η επιβίωση είναι κι έχει ως μοναδικό της σκοπό να βρεθεί, να κερδηθεί πίσω η χαμένη ζωή;

 Το ξέρει κανείς πως υπάρχει σύνορο μεταξύ επιβίωσης και ζωής. Κι επιπλέον, ποιος κοιτάζει πίσω απ΄αυτό το σύνορο για να μπορέσει να διακρίνει; Και λένε, πως, πρέπει να είσαι άφοβος για να το κάνεις. Μα ό,τι θέλουν λένε. Για ποιο πράγμα να είσαι άφοβος κι ατρόμητος; αφού το άγνωστο και το μυστήριο συστατικά του ανθρώπου είναι, αποτελείται από άγνωστο και μυστήριο όπως το νερό από νερό αποτελείται. Φοβάται το νερό το νερό; τι τέλος πάντων να φοβηθείς απ΄το ίδιο σου. Θα ήταν σαν το χέρι σου το χέρι σου να φοβάται, ή να έχει πρόβλημα μια γάτα επειδή γάτα είναι. Είναι λιγάκι αστείο να μιλούμε για το κάτι άλλο, αφού πάλι εμείς είμαστε το κάτι άλλο κι αν φοβόμαστε κάτι δικό μας είναι.

 Μα δεν του πρέπει του ανθρώπου. Έχει και τη δύναμη κι όλα όσα συστατικά χρειάζεται ήδη μέσα του. Πρέπει να γυρίσει το βλέμμα μέσα του και να διώξει όλα τα σκιάχτρα και τις νυχτερίδες. Και πρέπει τώρα, ετούτος ο μοντέρνος καλοφτιαγμένος άνθρωπος, ο φορμαρισμένος με τα δεκαεφτά κουμπιά στο μέτωπο και τα σαράντα τρία κουτάκια στην καρδιά… με την όποια πετυχημένη ζωή του, την καριέρα του κι όλα αυτά... να τα τινάξει όλα στον αέρα και να αναποδογυρίσει τον εαυτό του. Να δαγκώσει με τα ίδια του τα δόντια τις αλυσίδες και να τις κόψει, να λιμάρει τα κάγκελα της φυλακής του για να βγει απ΄το βουστάσιο, δεν του πρέπει κουστουμαρισμένη αγελάδα να είναι.

 Δεν του πάει του ανθρώπου να μην είναι ελεύθερος, αξιοπρεπείς κι όρθιος, του χαλάει όλη τη μόστρα το ζάρωμα. Δεν του πρέπει. Αντίθετα πρέπει να γίνει ξανά εκείνος ο άνθρωπος που θα πει στην καρδιά του: ως εδώ, και τώρα ζωή ή θάνατος! Μα όχι αυτό το χάλι, δεν του πρέπει!


Δημοσίευση σχολίου

Ανάταση Πτώσεως

Μη μου πέφτεις τώρα επιστράτευσε όλες τις ζωγραφιές κοντά είναι ο κήπος με τα κυπαρίσσια Λύγισε αν θες, άφησε να ...