19 Οκτωβρίου 2016

Πέρασμα χωρίς Σημασία







 Δεν ήταν ταιριαστός ο γάμος τους. Εκείνη, την έδωσαν τα δύο αρσενικά αδέρφια της σε κάποιον· άλλον αγαπούσε μα έτσι ήταν τα χρόνια τότε· ήταν και λιγάκι άβουλη, όπως οι περισσότερες στο χωριό, δεν σήκωναν εύκολα κεφάλι, ήταν κορίτσια.
 Την πρώτη νύχτα που τον γνώρισε - στο σαλόνι του πατρικού σπιτιού της - καθώς εκείνος έφευγε, τ' αδέρφια της τής έγνεψαν να τον συνοδέψει παραέξω ως τη στράτα. Όταν γύρισε τη ρώτησαν πως της φάνηκε ο γαμβρός. "Τον φοβάμαι λιγάκι", απάντησε. Τ’ αδέρφια χαμογέλασαν ερμητικά κλειστά και το ζήτημα τελείωσε ή άρχισε εκεί.

 Παντρεύτηκαν κι έγιναν σύντομα τα μοιράσματα της προίκας της. Στη φωτογραφία του γάμου ο φωτογράφος την έβαλε ν' ανέβει σ' ένα σκαμνί, γιατί ήταν κοντούλα ή δόλια κι εκείνος ψηλός, με αποτέλεσμα να μην παίρνει μέσα στο κάδρο της φωτογραφίας το κεφάλι του γαμβρού.
  
 Εγκατέλειψε την πατρική στέγη κι ακολούθησε τον άντρα της. Τα επόμενα χρόνια είχε δύο παιδιά, αρσενικά και τα δύο. Το δεύτερο το ήθελε κορίτσι μα δεν έστερξε η τύχη. Τα κορίτσια, έλεγε, είναι πιο ευαίσθητα, πιο τρυφερά, στο τέλος σου δίνουν κι ένα ποτήρι νερό. Μα το πήρε απόφαση κι έμεινε με τα δύο αγόρια.
Κονταροχτυπήθηκε άγρια με το σύζυγο της. Κομματάκι βάρβαρος αυτός, μα έτσι ήταν οι άντρες τότε. Έγιναν και κάποιοι ομηρικοί καυγάδες για το ποιος θα πάρει τελικά το πάνω χέρι, ποιου θα γίνεται το δικό του, ποιο θα περνάει, ποιος θα είναι ο νόμος. Το πάνω χέρι το κάτω χέρι ποτέ δεν έμαθαν ποιος το πήρε, με το καιρό ζάρωσαν ο καθένας σε μια γωνιά.
   
 Αφού εκείνη είχε φύγει μια νύχτα αγανακτισμένη απ’ τη συμπεριφορά του για την πόλη, που ζούσαν πια τα αδέρφια της και βρήκε καταφύγιο σ’ αυτά, αφού είχε πάρει μαζί της και τα παιδιά της. "Θα τον χωρίσω τον παλιάνθρωπο!" είχε φωνάξει μ' ένσταση στ' αδέρφια της. "Να καθίσεις εκεί που κάθεσαι!" είπαν αυτοί πιο έντονα φοβούμενοι μη τη φορτωθούν μαζί με τα παιδιά της τώρα, γιατί κι ο γάμος της, ένα ξεφόρτωμα ήταν απ’ την πλάτη τους.

 Τί να κάνει η έρμη, συμπαράσταση καμιά κι ο κόσμος εχθρικός, γύρισε πίσω. Αφού κι εκείνος, ο κακός της ιστορίας, είχε δώσεις υποσχέσεις πως θ' αλλάξει, θα ήταν τρυφερός και γλυκός μαζί της, θα ήταν καλός. Υποσχέσεις που ποτέ δεν βγαίνουν αληθινές κι αργά το μαθαίνει κανείς πως οι άνθρωποι, αν αλλάξουν, το κάνουν από μέσα και μετά από... / μα άφησέ το καλύτερα, γιατί να το συζητάμε; οι περισσότεροι δεν αλλάζουν ποτέ, πεθαίνουν αμετανόητοι, όπως κι ο άντρας της ιστορίας μας. Γιατί λοιπόν να το συζητάμε;

 Είχαν όμως και τις καλές τους στιγμές. Κάτι ενθουσιασμούς, λίγες γλύκες, κάτι σπίθες που άναβαν κι αμέσως χαμήλωναν και κάτι σαν σερνάμενη οικογενειακή ευτυχία ανάμεσα σε αγκάθια. Λίγες εξόδους, κάτι χορούς, μερικά κοντινά ταξιδάκια και κατά τη μέση ηλικία πάγωσαν οι καρδιές τους. Δεν νίκησε τελικά κανένας. Έπιασαν από μια χωριστή κάμαρα και κοιμόντουσαν χώρια. Ζούσαν σαν φαντάσματα και τα παιδιά τους είχα πάρει πια το δρόμο τους κι είχαν φύγει.

  Κύλησαν ακόμα μερικά χρόνια στη νεκροφάνεια, χωρίς καμιά συγκίνηση με ελάχιστες χαρές στη ζωή. Οι καυγάδες τους - που άλλοτε τους πλημμύριζαν αισθήματα - έστω θυμού κι αγανάχτησης αλλά αισθήματα - ελαττώθηκαν κι έσβησαν ως κάτι εντελώς ανόητο και χωρίς σημασία.Τα γινάτια υποχώρησαν, οι θυμοί καταλάγιασαν, οι νύχτες τώρα ήταν γκρίζες. 

 Πρώτα έσπασε εκείνος και πέθανε βαριά κουρασμένος, αρκετά νέος ακόμα. Αργότερα ακολούθησε κι εκείνη, ένιωθε παράξενα όλο αυτόν τον καιρό χωρίς εκείνον. Σαν να τον είχε αγαπήσει - μάλλον συνηθίσει θα έλεγες - σαν να κόντευε να τον αποδεχθεί, τέλος πάντων ένιωθε σαν να της έλειπε κι ήταν ακόμα πιο έρημη μακριά του.

 Γιατί γεννήθηκαν, πως γεννήθηκαν, τί στο ενδιάμεσο διάστημα μεταξύ ζωής και θανάτου συνέβη… ποτέ δεν το κατάλαβαν. Η ζωή πέρασε σαν ένα όνειρο, σαν μια οπτασία γεμάτη συννεφιά. Γεννήθηκαν, βρήκαν μια στρωμένη ζωή, προσπάθησαν να την ακολουθήσουν, τους ζήτησε να υποταχθούν, έκαναν πως υποτάχθηκαν, επαναστάτησαν χωρίς αιτία, έβαλαν ο ένας πυρά κατά του άλλου, μαστίγωσαν και λιγάκι - όσο μπόρεσαν το περιβάλλον και την κοινωνία - ζάρωσαν και καμπόσο, θύμωσαν, ούρλιαξαν, γέλασαν και λιγάκι. Κατάπιαν πολλά, ξέρασαν μερικά, και... πέθαναν.
  
 Τί, γιατί και πως... άγνωστο. Σαν έτσι, σαν τίποτα, σαν αέρας. Για το λόγο? Τίποτα. Ούτε ένα άγαλμα, ούτε μια μαρμάρινη επιγραφή, τίποτα απολύτως, ένα κενό πράγμα, μια σκέτη φασαρία κι αρκετή ως πολύ απελπισία. Μπέρδεμα βρήκαν μπέρδεμα άφησαν. Μυστικό βρήκαν μυστικό άφησαν. Όπως τα βρήκαν τ’ άφησαν. Τίποτα. Ήρθαν, πέρασαν, έφυγαν και τον περισσότερο καιρό ούρλιαζαν. Τίποτα. Κουβάρι βρήκαν κουβάρι άφησαν. Κουβάρι πήραν μαζί τους.

Αυτό. Γιατί όλο αυτό και γιατί έτσι δεν βρήκαν εξήγηση. 





Δημοσίευση σχολίου

Σχέση με το Δάσκαλο

     Με ταχτοποιείς μέσα μου, και ξέρω πως το κάνεις, είναι που ζύγισες πρωτύτερα της ψυχής τα ζητούμενα. Είσαι ο πρωτοπόρος ...